Την περασμένη εβδομάδα ανακοινώθηκε η νέα μεγάλη επένδυση της ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία, και συγκεκριμένα στον πρώην λιγνιτικό ατμοηλεκτρικό σταθμό του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος θα μετατραπεί σε data center. Έτσι, έκλεισαν τα τελευταία τρία φουγάρα του σταθμού, αποτελώντας έναν ακόμη σταθμό τόσο στην απολιγνιτοποίηση της χώρας όσο και στην ψηφιακή της μετάβαση. Η ΔΕΗ σχεδιάζει να αναπτύξει στην περιοχή ένα mega data center αρχικής ισχύος 300 MW, με δυνατότητα επέκτασης έως και 1 GW. Το έργο αποτελεί μια επένδυση μεγάλης κλίμακας, η οποία βρίσκεται σε άμεση σύνδεση με διαπραγματεύσεις που γίνονται με αμερικανικούς hyperscalers, όπως η Microsoft, η Google, η Amazon, η OpenAI, η Meta και η Alphabet. Δηλαδή, με τις ανάγκες των μεγάλων τεχνολογικών κολοσσών σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και τις υπηρεσίες cloud, οι οποίες απαιτούν τεράστιες υποδομές data centers και ενέργειας.
Η επένδυση αυτή αποτελεί σταθμό σε έναν νέο κύκλο αντίστοιχων επενδύσεων, ο οποίος έχει ανοίξει στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Η DATA4 προχωρά στην Παιανία την επένδυση Hermes-B, η Microsoft δρομολογεί cloud region με τρία data centers στην Αττική, η Digital Realty λειτουργεί ήδη τα ATH1, ATH2 και ATH3, ενώ σχεδιάζει το ATH4 και επιπλέον υποδομές, και η ΔΕΗ, μέσω συνεργασιών και κοινοπραξιών, μπαίνει πλέον ενεργά στον ίδιο τομέα. Παράλληλα, η Ελλάδα εμφανίζεται να συγκεντρώνει επενδυτικό ενδιαφέρον που ξεπερνά το 1 GW, με δεκάδες αιτήματα σύνδεσης στο ηλεκτρικό σύστημα.
Οι απαιτήσεις που αποσιωπούνται
Παρότι τα data centers είναι υποδομές μεγάλης κλίμακας, δεν απαντιέται το ερώτημα του τι ακριβώς παράγει η χώρα και για ποιον. Διότι δεν είναι αυτονόητα υποδομές υψηλής κοινωνικής προστιθέμενης αξίας. Απαιτούν τεράστιες εκτάσεις, τεράστια ποσά ενέργειας, εξειδικευμένες τεχνικές υποδομές και σημαντικούς υδάτινους πόρους για ψύξη. Δημιουργούν θέσεις εργασίας κυρίως κατά την κατασκευή τους, ενώ στη φάση λειτουργίας τους οι άμεσες θέσεις είναι πολύ λιγότερες σε σχέση με το μέγεθος της επένδυσης. Σημαντικοί παράγοντες ανησυχίας είναι επίσης η ενέργεια που απαιτούν, αλλά και το συνολικό περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα.
Το γεγονός ότι τα data centers είναι εξαιρετικά ενεργοβόρα αποτελεί ένα συνολικό πρόβλημα. Η ανάπτυξή τους στην Ευρώπη έχει ήδη ανοίξει ζητήματα ανταγωνισμού ανάμεσα στις ανάγκες αυτών των υποδομών και στις ανάγκες των νοικοκυριών. Δεν είναι τυχαίο ότι η Κομισιόν ζήτησε πρόσφατα από τα νοικοκυριά μείωση της κατανάλωσης ενέργειας στις ώρες αιχμής, δεδομένης της πίεσης που αντιμετωπίζουν τα δίκτυα ηλεκτροδότησης από τα data centers. Το παράδειγμα της Ιρλανδίας είναι χαρακτηριστικό, καθώς εκεί τα data centers καταναλώνουν πλέον πάνω από το ένα πέμπτο της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας. Επιπρόσθετα, έρευνες δείχνουν ότι η ανάπτυξη τέτοιων υποδομών σχετίζεται και με την αύξηση του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας.
Η περίπτωση της Ελλάδας
Το επιχείρημα της ΔΕΗ είναι ότι τα data centers δεν θα επιβαρύνουν το εθνικό σύστημα, καθώς η παροχή ενέργειας στο mega data center θα γίνεται απευθείας από τις μονάδες παραγωγής και όχι από το δίκτυο. Στην ουσία, όμως, το πρόβλημα μεταφέρεται στην πηγή, δηλαδή στην ίδια την παραγωγή ενέργειας. Όταν μεγάλες επενδύσεις σε ΑΠΕ, φυσικό αέριο και αποθήκευση σχεδιάζονται για να τροφοδοτήσουν κλειστά οικοσυστήματα data centers, γίνεται φανερό πως ο ανταγωνισμός στην ενέργεια είναι και σε αυτή την περίπτωση εκτεταμένος. Ωστόσο, αυτό που διαφημίζεται είναι μια αποικιακού τύπου λύση, κατά την οποία απομειώνονται οι πηγές του δικτύου και η ίδια η παραγωγή δίνεται απευθείας στην εταιρεία, χωρίς να μπορεί να ελεγχθεί ουσιαστικά από εκείνους που ρυθμίζουν το δίκτυο.
Επιπλέον, υπάρχει και το ζήτημα του νερού. Αυτοί οι επενδυτικοί σχεδιασμοί αναφέρουν τους υδάτινους πόρους ως κρίσιμη προϋπόθεση για την ψύξη. Όμως η Ελλάδα είναι μια χώρα που ήδη βιώνει εντεινόμενα φαινόμενα ξηρασίας και λειψυδρίας, οπότε αυτός ο παράγοντας δεν αποτελεί μια μικρή τεχνική λεπτομέρεια. Οι ήδη περιορισμένοι υδάτινοι πόροι είναι πιθανό να δίνονται κατά προτεραιότητα σε αυτές τις υποδομές, και άρα να λειτουργούν ανταγωνιστικά ως προς τα νοικοκυριά, τη γεωργία και το φυσικό περιβάλλον.
Εδώ βρίσκεται και η αντίφαση της πράσινης μετάβασης σχετικά με τη ΔΕΗ, αλλά και συνολικά με τις υποδομές των data centers. Η απολιγνιτοποίηση παρουσιάζεται να έχει θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, την ίδια στιγμή όμως που δεν γίνεται συζήτηση για την ανταγωνιστικότητά της ως προς την κατανάλωση ρεύματος στη χώρα αλλά και για το γεγονός ότι η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να μειώσει δραματικά τους ρύπους από τον λιγνίτη. Διότι μια πράσινη μετάβαση που στερεί ενεργειακούς χώρους από το δίκτυο για να τους δώσει σε τέτοιες υποδομές δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ουδέτερη ή αυτονόητα κοινωνικά ωφέλιμη. Το ίδιο ισχύει και για την –άμεσα συνδεδεμένη με τα παραπάνω– υπερεπένδυση στις ΑΠΕ, η οποία σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί ανταγωνιστικά προς το φυσικό περιβάλλον, ενώ η μαζική επέκταση των φωτοβολταϊκών εμπεριέχει επιπλέον κινδύνους σε ό,τι αφορά την υπερθέρμανση και τη χρήση γης.
Τα κρίσιμα ερωτήματα
Επομένως, είναι άλλο πράγμα η μετάβαση σε ένα δίκαιο, δημόσια σχεδιασμένο και κοινωνικά προσανατολισμένο ενεργειακό μοντέλο, και άλλο η μετατροπή παλιών ενεργειακών περιοχών σε ιδιωτικές ενεργειακές και ψηφιακές αποικίες. Αν το ρεύμα που κάποτε τροφοδοτούσε το δίκτυο αντικαθίσταται από παραγωγή που δεσμεύεται για data centers, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτικό. Πολύ περισσότερο όταν η ενεργειακή ασφάλεια που προσέφερε ο λιγνίτης, σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές αναταράξεις αποτελούν κρίσιμο παράγοντα, απεμπολείται για χάρη αυτού του είδους της πράσινης μετάβασης.
Επίσης κρίσιμη είναι η διάσταση των hyperscalers ως βασικών επενδυτών για αυτές τις υποδομές. Η αμερικανική απόβαση στη χώρα, που σε αυτή την περίπτωση παίρνει τη μορφή των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών, στην πραγματικότητα εντάσσει την Ελλάδα ακόμη πιο βαθιά σε έναν διεθνή καταμερισμό όπου άλλοι ελέγχουν την τεχνολογία, τα δεδομένα, τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης και τα κέρδη, ενώ η Ελλάδα προσφέρει γη, ενέργεια, νερό, φορολογικά και θεσμικά κίνητρα, καθώς και γεωπολιτική ευθυγράμμιση. Αυτό δεν είναι παραγωγική αναβάθμιση. Είναι αναβάθμιση του ρόλου του μεσάζοντα και του κόμβου.
Η Ελλάδα προσφέρει το έδαφος πάνω στο οποίο θα τρέχουν υπολογιστικές ανάγκες εταιρειών που βρίσκονται αλλού, και άρα τα πραγματικά κέρδη θα πηγαίνουν αλλού. Ο ρόλος του ενεργειακού, διαμετακομιστικού και πολεμικού κόμβου τοποθετεί τη χώρα σε μια θέση διαρκώς αυξανόμενης εξάρτησης, η οποία, πέρα από την απομείωση της κυριαρχίας της (με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται), επιφέρει και ένα είδος ανάπτυξης με πολύ μικρό κοινωνικό αποτύπωμα.




































































