του Δημήτρη Α. Τραυλού Τζανετάτου

«Η επιδίωξη μιας εναλλακτικής έναντι του ΝΑΤΟ είναι αντίσταση κατά μιας πολιτικής οδηγούσας στον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Χρειαζόμαστε ειρήνη αντί ΝΑΤΟ»
S. Dagdelen, Die NATO: Eine Abrechnung mit dem Wertebündnis, 2024, σ.118

1. Αποτελεί κοινό τόπο η επισήμανση ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, δηλ. οι διαρκώς κλιμακούμενες διεκδικήσεις κατά της εθνικής μας κυριαρχίας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, αποτελούν υπαρξιακό για το μέλλον της χώρας ζήτημα. Εντούτοις, ιδίως κατά την τελευταία επταετία, με την «πολύτιμη συνεργασία» των συστημικών ΜΜΕ, έντυπων και ηλεκτρονικών και των δημοσκοπικών εταιρειών, το φλέγον αυτό ζήτημα δεν φαίνεται να καταλαμβάνει την ανάλογη με τη σημασία του θέση στον δημόσιο διάλογο.

Τούτο δε, παρά το γεγονός της παταγώδης αποτυχίας της πολιτικής κατευνασμού της κυβέρνησης, εγκυμονούσας σοβαρούς κινδύνους συρρίκνωσης για την εθνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, η οποία κορυφώθηκε με την περιβόητη Διακήρυξη των Αθηνών. Μολονότι δε τα κόμματα της αντιπολίτευσης, κυρίως της συστημικής, ναι μεν ασκούν κριτική κατά της κυβέρνησης στον κρίσιμο αυτό τομέα, επικεντρώνονται βασικά στα εξόχως σημαντικά ζητήματα της φτωχοποίησης, του οχετού των σκανδάλων και των δημοκρατορικών εκτροπών του «καθεστώτος Μητσοτάκη» με αποτέλεσμα την αντικειμενική υποβάθμιση του υπαρξιακού για τη χώρα αυτού ζητήματος. Στο γεγονός αυτό φαίνεται μεταξύ άλλων να έχουν συμβάλει βασικά δύο παράγοντες: πρώτον η διέπουσα κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 σε μεγαλύτερη ή μικρότερο βαθμό, πολιτική κατευνασμού και «εξευρωπαϊσμού» της αναθεωρητικής, απειλούσας ήδη με casus belli Τουρκίας και δεύτερον, ορισμένες αριστερογενείς ιδεολογικοπολιτικές εμμονές οι οποίες φαίνονται να υποβαθμίζουν, να αγνοούν και να αρνούνται τη σημασία της διαλεκτικής σχέσης εθνικού-κοινωνικού, κίβδηλης και πατριδοκάπηλης εθνικοφροσύνης και αγνού, άδολου, εαμικού τύπου, πατριωτισμού.

2. Βεβαίως, όπως ήδη αναφέρθηκε, κορύφωση του κλίματος κατευνασμού και ηττοπάθειας, ως οργανικού τμήματος μιας νέας, επιβαλλόμενης, από τη θέση της χώρας στη σωστή πλευρά της Ιστορίας πολιτικής, υπήρξε η ευνοούσα αντικειμενικά τα ευρωατλαντικά συμφέροντα «Διακήρυξη των Αθηνών». Αλλά, ενώ η (αυτ)απάτη των «ήρεμων νερών» και το συγκαλυπτόμενο καθεστώς μιας de facto προϊούσας φινλανδοποίησης δεν άργησαν να αποκαλυφθούν, έλαβε χώρα στην Άγκυρα στις 7-8 Ιουλίου ένα κρίσιμο για την πορεία της παραπαίουσας χώρας γεγονός. Ένα γεγονός, το οποίο παρείχε ωστόσο, στην κυβέρνηση, την ιστορική ευκαιρία να αναστοχαστεί αν θα συνέχιζε την αδιέξοδη και επικίνδυνη πολιτική ταύτισης του εθνικού συμφέροντος με το ευρωατλαντικό και εγκλωβισμού σε αυτό του ελληνοτουρκικού προβλήματος ή αν θα αποτολμούσε να διεκδικήσει τους βαθμούς εκείνους ανεξαρτησίας και χάραξης μιας εθνικής εξωτερικής πολιτικής, οι οποίοι είναι συνυφασμένοι με την ιδιότητα μιας ισότιμης, μάλιστα εξοπλισμένης με δικαίωμα veto, χώρας.

3. Πρόκειται για την πραγματοποιηθείσα στην Άγκυρα τις 7-8 Ιουλίου Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Μία Σύνοδο ιδιαιτέρως κρίσιμη για την πορεία της βορειοατλαντικής συμμαχίας στον νέο, χαώδη, μαστιζόμενο από πολεμικές συγκρούσεις πολυπολικό κόσμο (βλέπε ενδιαφέρουσα κριτική αξιολόγηση της Συνόδου του ΝΑΤΟ του Ρ. Ρινάλντι στην εφημερίδα

Χαρακτηριστική της αμείλικτης αυτής και αδιάψευστης πραγματικότητας είναι η πλήρης απομυθοποίηση των τριών βασικών αξιακών-κανονιστικών πυλώνων του ΝΑΤΟ, όπως είναι α) ο αμυντικός, προστατευτικός τού διεθνούς δικαίου χαρακτήρας, β) η προστασία της δημοκρατίας και του ελεύθερου κόσμου και γ) η προστασία των ανθρώπινων αξιών και δικαιωμάτων. Η όλη πορεία του ΝΑΤΟ βρίθει παραδειγμάτων, που επιβεβαιώνουν την επιθετική ιμπεριαλιστική του φύση. Αρκεί όλως ενδεικτικά η αναφορά στην τραγωδία της Κύπρου, στη χούντα των συνταγματαρχών, στη διαπλοκή του με την άκρα δεξιά τρομοκρατία (υπόθεση Cladio), στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, στις επεμβάσεις στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη και τέλος στο πραξικόπημα Μεϊντάν στην Ουκρανία, το οποίο και απετέλεσε τον βασικό γενεσιουργό λόγο της τραγωδίας του ρωσοουκρανικού πολέμου, και του καταλύτη δρομολόγησης του «νέου ΝΑΤΟ» ή «ΝΑΤΟ 3.0». Ενός ΝΑΤΟ, το οποίο εκφράζει την ανάγκη χάραξης μιας νέας αμυντικής αρχιτεκτονικής, ικανής να αντιμετωπίσει τη νέα, προερχόμενη από τη Ρωσία απειλή κατά της Ευρώπης. Μιας ανάγκης ωστόσο, η οποία αδυνατεί ή δεν θέλει πια να συγκαλύψει τον πραγματικό επιθετικό της στόχο: τη στρατηγική κατά της Ρωσίας και κατ’ επέκταση τη διάλυση της Ρωσικής Ομοσπονδίας (για την εξόχως επίκαιρη αυτή προβληματική βλέπε αναλυτικά S. Dağdelen, Die NATO: Eine Abrechnung mit dem Wertebündnis, 2024).

4. Σημειωτέον ότι το γεγονός πραγματοποίησης της Συνόδου υπό το κράτος των, αποσταθεροποιητικών της συνοχής του ΝΑΤΟ και της περαιτέρω πορείας του, αιτιάσεων του Τραμπ κατά των συμμάχων για ανευθυνότητα και ολιγωρία και των σχετικών απειλών είχε προκαλέσει δικαιολογημένα ένα κλίμα ανησυχίας και ανασφάλειας, και ναι μεν κατά την έναρξη των εργασιών της Συνόδου το επικρατήσαν κλίμα φάνηκε να δικαιολογεί τις ανησυχίες αυτές, ωστόσο η ολοκλήρωση των εργασιών χαρακτηρίστηκε από ένα πνεύμα ενότητας και ομοψυχίας. Μιας ομοψυχίας προϊόντος της πλήρους αποδοχής από τους συμμάχους των απαιτήσεων του Τραμπ για τη νέα αρχιτεκτονική της συμμαχίας, ως αμερικανοκρατούμενου ιμπεριαλιστικού στρατιωτικού μηχανισμού. Ενός μηχανισμού όπου όμως οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ο Καναδάς, δηλαδή οι λαοί τους, εν μέσω «πολεμικού οίστρου» και «παροξυσμού» κλήθηκαν να αναλάβουν το βάρος και την ευθύνη διασφάλισης της δικής τους συμβατικής άμυνας και αποτροπής. Χαρακτηριστικό του διαμορφωμένου πολεμικού κλίματος υπήρξε το συμφωνηθέν πρόγραμμα εξοπλισμού ύψους 43 δισεκατομμυρίων ευρώ, συνδυαζόμενο με το υποσχεθέν θηριώδες ποσό των 140 δισεκατομμυρίων ευρώ για τα έτη 2026 και 2027 στην Ουκρανία για διασφάλιση και συνέχιση της αμυντικής της προσπάθειας κατά της Ρωσίας.

Παρά τις δεσμευτικές καταστατικές, αξιακές και κανονιστικές, προδιαγραφές του ως ενός αμυντικού συμφώνου, αντίπαλου δέους έναντι της ΕΣΣΔ, «φύλακα-προστάτη του ελεύθερου κόσμου», και «εγγυητή της ειρήνης, και του διεθνούς δικαίου», το ΝΑΤΟ υπήρξε στην ουσία ανέκαθεν ένας παγκόσμιος χωροφύλακας, υπηρέτης των ιμπεριαλιστικών αμερικανικών συμφερόντων

5. Πρόκειται για μια στρατηγική, η οποία πέραν του ότι αγνοεί τα μαθήματα-παθήματα της Ιστορίας, καθώς θα προϋπέθετε άμεση στρατιωτική εμπλοκή των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ, δηλαδή σύγκρουση πυρηνικών δυνάμεων θα οδηγούσε με μαθηματική βεβαιότητα στην πλανητική καταστροφή. Πέραν της «αναγκαστικής προσαρμογής» των Ευρωπαίων και του Καναδά στη νέα αμερικανοκρατούμενη ΝΑΤΟϊκή πραγματικότητα, αδιαμφισβήτητος συμπρωταγωνιστής της Συνόδου υπήρξε η ερντογανική Τουρκία. Τούτε δε καθώς δεν ενίσχυσε μόνο τη θέση της ως επιτακτικά αναγκαίου, οιονεί αναντικατάστατου, μέλους της Συμμαχίας, αλλά και προνομιακού εμπορικού στο πλαίσιο διμερών συμφωνιών εξοπλιστικού βασικού ενδιαφέροντος με Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία και Γαλλία, σε πείσμα μάλιστα της αμυντικής συμφωνίας της χώρας με την τελευταία. Πολύ περισσότερο αναδείχθηκε μια σε μεγάλη, υπολογίσιμη, περιφερειακή δύναμη, φιλοδοξούσα να υποκαταστήσει το Ιράν σε μια περιοχή κομβικού, ενεργειακού και γεωπολιτικού, ενδιαφέροντος και συνακόλουθα να συμβάλει σημαντικά στην επεκτατική προς Ανατολάς ΝΑΤΟϊκή πολιτική. Καρπός δε της ισχυρής αναβάθμισης της Τουρκίας υπήρξε το γεγονός της καθώς φαίνεται της βασικής ικανοποίησης από τις ΗΠΑ των απαιτήσεών της (στρατηγεία σε Κωνσταντινούπολη και Άδανα, προμήθεια κινητήρων για τα νέα μαχητικά αεροπλάνα της, δρομολόγηση απαλλαγής της από τους S-400 λόγω της διαφαινόμενης συμφωνίας πώλησής τους στα ΗΑΕ).

6. Είναι ευνόητο ότι η εξέλιξη αυτή αναμένεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη χώρα μας. Τούτο δε καθώς η Τουρκία, παρά τις «αταξίες» της, δηλαδή τη διαφοροποίηση της πολιτικής της έναντι του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ σε κρίσιμα ζητήματα (Γάζα, Λίβανος, Ουκρανία, Ιράν), ως το «αγαπημένο παιδί» του ΝΑΤΟ, αναμένεται να σκληρύνει τη στάση της έναντι της Ελλάδας μέσω προώθησης του απειλούντος, σοβαρά την εθνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα, αφηγήματος της Γαλάζιας Πατρίδας. Πρόκειται για ένα διαχρονικά ισχύον και εδραιωθέν παράδοξο, μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ να απειλείται από άλλη συμμαχική χώρα. Παρά την τραγωδία της Κύπρου και την ήττα των Ιμίων, η Ελλάδα όχι μόνο δεν διεκδικεί τα αυτονόητα, συνυφασμένα με την ιδιότητα του ισότιμου μέλους του ΝΑΤΟ, δικαιώματα, ασκώντας εν ανάγκη veto, αλλά, αντιθέτως, ιδίως από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 (Ελσίνκι-Μαδρίτη), βαυκαλιζόμενη από την αυταπάτη «εξημέρωσης» και «εξευρωπαϊσμού» του «θηρίου» η χώρα εγκλωβίστηκε σε μια κυριαρχούμενη από φοβικά σύνδρομα πολιτική κατευνασμού, επαναπαυόμενη σε μια ανούσια ρητορική επίκλησης τους διεθνούς δικαίου και δήθεν εμμονής της στην ύπαρξη μιας και μοναδικής ελληνοτουρκικής διαφοράς. Κορύφωση της «αντικειμενικά μειοδοτικής» και πάντως άκρως υπονομευτικής θεμελιακών κυριαρχικών δικαιωμάτων πολιτικής υπήρξε όπως ήδη προαναφέρθηκε η «Διακήρυξη των Αθηνών». Από την άλλη πλευρά η θέση του ΝΑΤΟ στο διαχρονικό αυτό πρόβλημα παραμένει εξοργιστικά ουδέτερη έναντι μιας σειράς εχθρικών κατά της Ελλάδας, αδιανόητων για σύμμαχο χώρα, γεγονότων (Κύπρος, Σεπτεμβριανά, ξεριζωμός Ελλήνων από Κωνσταντινούπολη, άλωση Ίμβρου και Τενέδου, Ίμια, casus belli, Γαλάζια Πατρίδα) εξομοιώνοντας το θύμα με τον θύτη. Η στάση αυτή του ΝΑΤΟ, επιμένοντος στη διασφάλιση μιας ανεχόμενης, αν όχι συντηρούμενης από τη φοβική Ελλάδα, πλην όμως «εύθραυστης ισορροπίας», η οποία αν φτάσει σε οριακό σημείο, σε μια «ανυποχώρητη κόκκινη γραμμή», μπορεί να οδηγήσει σε πολεμικές, ίσως και ανεξέλεγκτες, περιπέτειες στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Πολλώ μάλλον καθώς «με τη λεόντεια συμφωνία» της Διακήρυξης των Αθηνών καλλιεργήθηκε προς τα έξω η απατηλή εικόνα μια σχέσης «φιλίας και συνεργασίας» μεταξύ των γειτόνων, έτσι ώστε να μην χρειάζεται η παρέμβαση των συμμάχων ως διαιτητών!

7. Εντούτοις, λόγω της ουσιαστικής κατάρρευσης της Διακήρυξης των Αθηνών και αύξησης της τουρκικής επιθετικότητας ιδίως μάλιστα, μεσούσης μιας άτυπης προεκλογικής περιόδου, θα μπορούσε να αναμένει ίσως κάποιος ότι ο, τελών υπό το άγχος μια επικείμενης εκλογικής ήττας πρωθυπουργός, υπερβαίνοντας «ψυχαναγκαστικές εμμονές» και ευρωατλαντικές αγκυλώσεις, θα «ξανάπαιζε» αυτή τη φορά, ουσιαστικά και όχι επικοινωνιακά, το «πατριωτικό χαρτί», δηλαδή θα έθετε την επικίνδυνη για το ίδιο το ΝΑΤΟ επιθετική πολιτική της Τουρκίας με επίσημο πλην «ήπιο» και «κόσμιο» τρόπο κατά τις εργασίες της Συνόδου, αφήνοντας τουλάχιστον να αιωρείται η απειλή άσκησης veto (αντιθέτως η Τουρκία φαίνεται κατά το Politico έθεσε veto κατά του σημαντικού προγράμματος του ΝΑΤΟ SPS κόστους 27 δις. θέτοντας σε προτεραιότητα τη χρηματοδότηση δικών της έργων). Αντ’ αυτής της μάλλον υπερβαίνουσας το πρωθυπουργικό «όριο θυσίας», κίνησης, έλαβε χώρα μια επικοινωνιακού τύπου, απευθυνόμενη προφανώς στο εσωτερικό, απλή αναφορά στο τουρκικό casus belli, σε σχετική δημοσιογραφική δήλωση. Κατόπιν όλων αυτών η σκιώδης, περιθωριακή παρουσία της Ελλάδας στη Σύνοδο, όσο και αν υπήρξε απογοητευτική, αν όχι θλιβερή, ήταν, παρά τις όποιες, έωλες από τη «φύση του πράγματος», προσδοκίες, για κάποια, έχουσα επίγνωση της οριακότητας της κατάστασης, κίνησης ήταν αυτόθροη, νομοτελειακή συνέπεια της κομβικής κυβερνητικής τοποθέτησης στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας».

8. Βεβαίως, η κυβέρνηση και οι στρατευμένοι, στην πλαστογράφηση της πραγματικότητας και παραποίησης της αλήθειας, πολυποίκιλοι μηχανισμοί επιχείρησαν και επιχειρούν, απεγνωσμένα αλλά μάταια, να εμφανίσουν την ήττα ως νίκη! Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, ο πρωθυπουργός φαίνεται ότι διέπρεψε ως σημαιοφόρος της ευρωπαιοποίησης του ΝΑΤΟ και υπέρμαχος της στρατιωτικής ήττας της Ρωσίας! Πάντως αδιάψευστος μάρτυρας της «ειδικού βάρους» της παρουσίας και συμμετοχής του πρωθυπουργού στη Σύνοδο υπήρξε ο συχνά «απρόσκλητος» και «αδιάκριτος» δημοσιογραφικός φακός ο οποίος τον εμφάνισε ως επαιτούντα μια επαφή, μια χειραψία με τον Τραμπ, ο όποιος τον απέφυγε επιδεικτικά!

Αλλά τι περίμενε κανείς από έναν πρωθυπουργό, ο οποίος συμπεριέλαβε στην τριμελή συνοδεία στην Άγκυρα τον, αναδειχθέντα, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας, άκρως επικίνδυνο για τη χώρα γκαφατζή, κ. Ντόκο, ο οποίο ως γνωστό έπεσε θύμα Ρώσων φαρσέρ, πιστεύοντας μάλιστα ότι μιλούσε με υψηλόβαθμους Ουκρανούς αξιωματούχους! Ενδεικτική του «άοκνου ενδιαφέροντος» του συμβούλου για την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας, υπήρξε η διατύπωση του φόβου μήπως οι φίλοι Ουκρανοί μάς ξαναστείλουν θαλάσσια drones κατά την προεκλογική περίοδο

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι, πέραν της ιλαρότητας του γεγονότος αυτού, ότι η εθνική ασφάλεια εμφανίζει επικίνδυνα κενά, Πολλά μάλλον αν ληφθεί υπόψη το τεράστιο σκάνδαλο «predator gate», όπου οι υποκλοπές, πέραν σημαίνοντων κυβερνητικών, πολιτικών αξιωματούχων και δημοσιογράφων, αφορούσαν και τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ κ. Φλώρο!

Από τα παραπάνω, προκύπτει αβίαστα ότι, πέραν του ποταμού των οικονομικών σκανδάλων και των «δημοκρατορικών εκτρoπών» ο όλος, υπονομευτικός της πορείας της χώρας, χειρισμός των θεμάτων που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια και ανεξαρτησία αποτελούν υπερεπαρκείς λόγους επιβάλλοντες την απαλλαγή της χώρας από το «καθεστώς Μητσοτάκη» στις επόμενες εκλογές εντούτοις, μολονότι τα θέματα αυτά συνδέονται άρρηκτα με τον ευρωατλαντισμό το θέμα βρίσκεται εκτός προεκλογικής ατζέντας (βλέπε ο.π. Ρ. Ρινάλντι, σελ. 5). Και ναι μεν η νέα κυβέρνηση συνεργασίας, χωρίς τον «κίνδυνο υπέρβασης»των ορίων του «συστημικά επιτρεπτού», θα μπορούσε και θα όφειλε να λάβει μέτρα στοιχειώδους αποκατάστασης της σοβαρά τρωθείσας από τον κυβερνόν επιτελικό (παρα)κράτος δικαιοκρατικής και κοινωνιοκρατικής, συνταγματικής κανονικότητας, ανάσχεσης της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας και πάταξης των κλεπτοκρατικών και σκανδαλογενών κρατικών μηχανισμών. Ωστόσο, οι επίμαχες παρεμβάσεις πρέπει να ενταχθούν στη διαμόρφωση ενός ευρύτερα εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού, ο οποίος και θα επιτρέψει την αντιμετώπιση του φλέγοντος υπαρξιακού προβλήματος της χώρας. Η υλοποίηση ενός τέτοιου φιλόδοξου, πλην όμως επιτακτικά αναγκαίου προγράμματος, απαιτεί την πολιτική βούληση απαλλαγής της χώρας από, προτεκτορατικού και αποικιακού τύπου, εξαρτήσεις. Αυτό σημαίνει διεκδίκηση των βαθμών κυριαρχίας εντός της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ που η ιδιότητά μας ως ισότιμου μέλους και εταίρου επιτρέπουν.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!