Η τριήμερη κοινοβουλευτική διαδικασία συζήτησης της πρότασης μομφής που κατατέθηκε από το ΠΑΣΟΚ με τη στήριξη των ΣΥΡΙΖΑ, Πλεύση, Νέα Αριστερά και ΚΚΕ, διεξήχθη στους αναμενόμενους υψηλούς τόνους, χωρίς όμως πολλές εκπλήξεις. Το ενδιαφέρον ήταν μειωμένο εξαρχής με τη στήριξη των βουλευτών της Ν.Δ. να είναι δεδομένη, πράγμα το οποίο γνώριζε και η αντιπολίτευση, όπως άλλωστε δήλωσε χαρακτηριστικά ακόμη και ο Στ. Κασσελάκης που μίλησε για διαδικασία-σόου που δεν θα οδηγούσε σε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Πράγματι, παρότι δεν υπήρξε κάποιο αποτέλεσμα σχετικά με το έγκλημα των Τεμπών, το σόου δεν έλειψε από τη διαδικασία όπου τα κόμματα ήταν φανερό πως έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στο παιχνίδι των εντυπώσεων ενόψει ευρωεκλογών.

Από μεριάς της η κυβέρνηση κράτησε επιθετική στάση με χαρακτηριστικότερη ίσως τη στιγμή του χειροκροτήματος στον Κ. Αχ. Καραμανλή από την κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ., έπειτα από μια ομιλία όπου ο ίδιος αποποιήθηκε, επί της ουσίας, οποιαδήποτε ευθύνη, ενώ αντίστοιχα τον τόνο έδωσαν με τις τοποθετήσεις τους ο Α. Γεωργιάδης, ο Μ. Βορίδης και βέβαια ο Κ. Μητσοτάκης. Η κυβερνητική γραμμή κινήθηκε ανάμεσα σε δικαιολογίες και ψέματα, υποβαθμίζοντας όλες τις κινήσεις που έχουν γίνει μέχρι σήμερα για τη συγκάλυψη του εγκλήματος των Τεμπών σε δήθεν θεωρίες συνωμοσίας. Επιπλέον, προσπαθήθηκε αφενός να διασκορπιστεί η ευθύνη μέσω διαρκών συγκρίσεων με το Μάτι και αφετέρου να μειωθεί το βάρος ακόμη και της πολιτικής ευθύνης του Κ. Αχ. Καραμανλή, συγκρίνοντας την με οποιοδήποτε περιστατικό θα μπορούσε να συμβεί στον τομέα ενός υπουργού, το οποίο δυνητικά θα κόστιζε μια ανθρώπινη ζωή. Σε γενικές γραμμές, η κυβέρνηση προσπάθησε να συσπειρώσει την κοινοβουλευτική της ομάδα ενώ φάνηκε αγχωμένη σε σχέση με τα δυσθεώρητα ποσοστά τα οποία αγγίζουν στις τελευταίες δημοσκοπήσεις εκείνοι που θεωρούν πως υπάρχει συγκάλυψη στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Για την αντιπολίτευση η πρόταση μομφής είχε εντελώς προσχηματικό χαρακτήρα με τη στάση όλων των κομμάτων να έχει έντονο άρωμα ευρωεκλογών. Οι περισσότεροι πολιτικοί αρχηγοί προσπάθησαν να αναδείξουν τον ιδιαίτερο ρόλο τους στην υπεράσπιση της υπόθεσης των Τεμπών ώστε να κερδίσουν ό,τι μπορούν στην κούρσα για την αποτελεσματικότερη αντιπολίτευση. Ο Ν. Ανδρουλάκης έπαιξε με την στοχοποίησή του από την κυβέρνηση, προσπαθώντας τόσο αυτός όσο και οι υπόλοιποι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ να αναδείξουν την ηθική υπεροχή του έναντι του Κ. Μητσοτάκη αλλά και εμμέσως απέναντι στον Στ. Κασελάκη του οποίου η δηλώσεις για εκλογές με διεθνή εποπτεία υπήρξαν σημείο έντονης κριτικής. Η Ζ. Κωνσταντοπούλου πλασαρίστηκε μιμούμενη το προφίλ που είχε κρατήσει την περίοδο του μνημονίου, σε μια απόπειρα να φανεί ως ο βασικός υπερασπιστής της υπόθεσης των Τεμπών δίνοντας αλλεπάλληλους όρκους για τον λυσσαλέο αγώνα που προτίθεται να δώσει – ξεχνώντας βέβαια ότι έχει ψηφίσει τα περισσότερα ν/σ που έχει φέρει η Ν.Δ. στη Βουλή. Αντίστοιχα, ο Κ. Βελόπουλος ανέλαβε ρόλο ντετέκτιβ προσπαθώντας να αποδείξει ότι αυτός είναι ο μόνος που κάνει μαχητική αντιπολίτευση φέρνοντας στη Βουλή πρώτος διάφορα δημοσιεύματα, ενώ δεν παρέλειψε να κλείσει την ομιλία του με κάλεσμα για ψήφο στο κόμμα του στις ευρωεκλογές. Δεδομένης της απουσίας του Δ. Κουτσούμπα, το ΚΚΕ πήρε αποστάσεις από την υπόλοιπη αντιπολίτευση, στηρίζοντας μεν την πρόταση μομφής αλλά παράλληλα τονίζοντας με τη σειρά του πως αποτελεί τον πραγματικό εκφραστή της αντίστασης σχετικά με την υπόθεση των Τεμπών αλλά και εν γένει. ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά κράτησαν ένα πιο συνεργατικό προφίλ, στεκόμενοι αμφότεροι στην «δημοκρατική αντιπολίτευση» ενώ δεν είναι τυχαία η διαρροή από τον Ν. Παππά για συνεννόηση των κομμάτων πριν την πρόταση μομφής, σε μια προσπάθεια να δοθεί έμφαση στις διεργασίες που υπάρχουν στον χώρο της κεντροαριστεράς. Νίκη και Σπαρτιάτες κινήθηκαν με σχετικά χαμηλούς τόνους προσπαθώντας ο καθένας να απευθυνθεί στο δικό του εκλογικό κοινό, με αναφορές στον γάμο των ομοφύλων, τον χριστιανισμό και τον αποκλεισμό του κόμματος των Σπαρτιατών από την ενημέρωση για την κατάθεση της πρότασης μομφής.

Συνολικά η κοινοβουλευτική διαδικασία σχετικά με την πρόταση μομφής απέδειξε για μια ακόμη φορά το επίπεδο του πολιτικού συστήματος στη χώρα, με πιρουέτες και διαγκωνισμούς που μοναδικό σκοπό είχαν το κομματικό όφελος αλλά και συγκάλυψη και ψέματα με σκοπό την επιβίωση από μεριάς της κυβέρνησης. Είναι τόσο μεγάλη η παράσταση που δίνεται στο κοινοβούλιο που αν κανείς παρακολουθούσε καλόπιστα θα κατέληγε δεδομένων των ψεμάτων που ειπώθηκαν και του σόου που δόθηκε να αμφιβάλλει για το τι τελικά είναι αλήθεια και τι ψέμα. Έπειτα από τη διαδικασία γίνεται ακόμη πιο εμφανής η απόσταση ανάμεσα στη βούληση της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος, καθώς η ποιότητα αλλά και η κατάληξη της κοινοβουλευτικής διαδικασίας δεν συνάδει σε τίποτα με μια κοινωνία όπου το 90% θεωρεί πως υπάρχει συγκάλυψη στο μεγαλύτερο σιδηροδρομικό δυστύχημα που έχει σημειωθεί.


Ο αντιπερισπασμός του κατώτατου μισθού

Η κοινωνική δυσαρέσκεια βαίνει διαρκώς αυξανόμενη, μετατρεπόμενη στη βασική «αντιπολίτευση» για την κυβέρνηση. Συνεχίζει όμως να μοιάζει μπλοκαρισμένο το πεδίο της πολιτικής εναλλακτικής, με τις προσπάθειες αναστήλωσης (με ή χωρίς τις ευλογίες Β. Μαρινάκη) της απαξιωμένης κεντροαριστεράς να μην μπορούν να καλύψουν το κενό, επιτρέποντας την επιβίωση του μονοπολικού συστήματος Μητσοτάκη. Σε αυτό το περιβάλλον η κυβέρνηση επιδιώκει το ξεπέρασμα κάθε μικρού τραντάγματος ή και μείζονος κρίσης με μεγάλες φυγές προς τα εμπρός. Έτσι και τώρα, αμέσως μετά την επιβεβαίωση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στη συνεδρίαση της Βουλής για την πρόταση δυσπιστίας, το επικοινωνιακό επιτελείο του Στ. Γκρίνμπεργκ έδωσε το σήμα. Δεν ασχολούμαστε με τους Στ. Κασσελάκη και Ν. Ανδρουλάκη –κι ας μονοπώλησαν αυτοί την πρωθυπουργική ομιλία στη Βουλή–, αλλά με τα «πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας». Συνεπικουρούμενη από τα φίλια ΜΜΕ, η κυβέρνηση προσπαθεί να μεταφέρει την ατζέντα στην αύξηση του κατώτατου μισθού, που έσπευσε να ανακοινώσει ως αντιπερισπασμό εν μέσω της συζήτησης για την πρόταση δυσπιστίας. Η Ν.Δ. του Μητσοτάκη επιδιώκει να επιβληθεί ως ο μοναδικός αξιόπιστος διαχειριστής μιας χαμηλών προσδοκιών κοινωνίας. Η στρατηγική λειτούργησε στις προηγούμενες εθνικές εκλογές, όσο όμως εντείνεται η πίεση προς την κοινωνία από τα άλυτα «πραγματικά προβλήματα», τόσο πληθαίνουν και οι εσωτερικές αντιθέσεις του συστήματος, εξαντλώντας τα όρια και τη δυναμική της εν λόγω στρατηγικής.


Προσχηματικές παραιτήσεις 

Το μόνο ίσως ενδιαφέρον σημείο από τη διαδικασία για την πρόταση μομφής ήταν η παραίτηση του υπ. Επικρατείας Σ. Παπασταύρου και του υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ Γ. Μπρατάκου, έπειτα από τα δημοσιεύματα για την επίσκεψη τους στο σπίτι του Β. Μαρινάκη, η οποία χαρακτηρίστηκε από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο ως «φιλική». Αμφότεροι υπέβαλαν την παραίτησή τους με το σκεπτικό ότι η συγκεκριμένη επίσκεψη τη δεδομένη στιγμή δίνει λάθος εικόνα για την κυβέρνηση.

Ωστόσο μόνο προσχηματικές μπορούν να θεωρηθούν οι παραιτήσεις τους, δεδομένης της στενής σχέσης που ούτως ή αλλιώς διατηρεί ο Β. Μαρινάκης με στελέχη της κυβέρνησης. Αυτό φάνηκε άλλωστε και στη συζήτηση στη Βουλή με τον Κ. Βελόπουλο να υπενθυμίζει στον Μ. Βορίδη τις στενές σχέσεις που διατηρεί με τον Β. Μαρινάκη. Αντίστοιχα στενές είναι όμως και οι σχέσεις του Κ. Μητσοτάκη με τον επιχειρηματία, δεδομένης της μακροχρόνιας φιλίας των οικογενειών αλλά και της κουμπαριάς του συζύγου της Ντ. Μπακογιάννη με τον εφοπλιστή. Έτσι η παραιτήσεις μόνο ως κίνηση κατευνασμού της κοινής γνώμης μπορούν να ερμηνευθούν – και μάλιστα εντελώς φαιδρής αλλά απολύτως επιβεβλημένης, δεδομένων των αποτελεσμάτων των τελευταίων δημοσκοπήσεων, που φαίνεται πως ανησυχούν ιδιαιτέρως την κυβέρνηση, αφού σχεδόν 9 στους 10 ερωτηθέντες απαντούν πως θεωρούν πως υπάρχει συγκάλυψη στην υπόθεση των Τεμπών.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!