Η προεκλογική περίοδος έχει ουσιαστικά ξεκινήσει, πολύ πριν ανακοινωθεί η ημερομηνία των εκλογών. Το πολιτικό σύστημα αναζητά νέες ισορροπίες, επιχειρεί να ξαναστήσει έναν διπολισμό ανάμεσα στην κεντροδεξιά και την κεντροαριστερά και επενδύει στην επικοινωνία περισσότερο από την πολιτική. Την ίδια στιγμή, η κοινωνία παρακολουθεί σιωπηλά. Η ακρίβεια, η στέγη, οι μισθοί, η υγεία και η καθημερινότητα είναι θέματα που δεν έχουν πέραση στη δημόσια συζήτηση. Στη θέση τους κυριαρχούν οι κομματικές στρατηγικές, οι δημοσκοπήσεις και τα εσωκομματικά παιχνίδια. Κι όμως, τα ανοιχτά μέτωπα των υποκλοπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ ή ακόμη και μιας πιθανής έντασης στα ελληνοτουρκικά μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανατρέψουν τους σχεδιασμούς και να μεταβάλουν το πολιτικό σκηνικό.

Η Ν.Δ. διαχειρίζεται τις πληγές της

Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως η μόνη δύναμη σταθερότητας, όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η υπόθεση της δίωξης του Δημήτρη Αβραμόπουλου για το Qatargate και η καταδίκη της Άννας-Μισέλ Ασημακοπούλου για την υπόθεση των e-mail των αποδήμων επαναφέρουν τη συζήτηση για διαθφορά, θεσμική αξιοπιστία και πολιτική ευθύνη. Παράλληλα, οι δημόσιες παρεμβάσεις των Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά υπενθυμίζουν ότι η Ν.Δ. δεν αντιμετωπίζει μόνο την κοινωνική φθορά αλλά και τις εσωτερικές πιέσεις. Τα σενάρια ακόμη και για δημιουργία νέου πολιτικού φορέα από τον Αντώνη Σαμαρά συντηρούν ένα κλίμα αβεβαιότητας. Η κυβέρνηση επιλέγει τη φυγή προς τα εμπρός, γνωρίζοντας ότι η επόμενη μέρα των εκλογών, ιδιαίτερα αν χρειαστούν δεύτερες κάλπες, μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική.

Το ΠΑΣΟΚ ψάχνει χώρο

Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ίσως στη δυσκολότερη θέση των τελευταίων ετών. Από τη μία πιέζεται από την προσπάθεια ανασύστασης ενός νέου δικομματισμού, μεταξύ της Ν.Δ. και της ΕΛΑΣ. Από την άλλη, αδυνατεί να παρουσιάσει ενιαία στρατηγική. Οι δημόσιες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στον Χάρη Δούκα και την Άννα Διαμαντοπούλου δεν είναι προσωπικές διαφορές· αποτυπώνουν δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την ταυτότητα και τις συμμαχίες του κόμματος. Το αποτέλεσμα είναι ένα κόμμα που μοιάζει να συζητά περισσότερο για τον εαυτό του παρά για την κοινωνία. Και όσο η πόλωση θα εντείνεται, τόσο θα δοκιμάζεται η συνοχή του και η δυνατότητά του να διατηρήσει αυτόνομο πολιτικό στίγμα.

Ο νέος φορέας Τσίπρα και η αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ

Στον χώρο της κεντροαριστεράς, ο Αλέξης Τσίπρας αποκτά ολοένα μεγαλύτερο πολιτικό χώρο πριν ακόμη ολοκληρώσει την οργανωτική συγκρότηση του νέου του φορέα. Σε αυτό παίζει ρόλο και το μεγάλο σπρώξιμο που έχει από τα συστημικά ΜΜΕ, διάφορους εγχώριους παράγοντες και την πρεσβεία. Δημοσκοπικά εμφανίζεται ως η πιθανότερη εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, ενώ προσελκύει στελέχη από τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Νέα Αριστερά και άλλες δυνάμεις. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς αποσύνθεσης, με αποχωρήσεις, εσωτερικές συγκρούσεις και αβεβαιότητα για το πολιτικό του μέλλον ‒ όπως και το μέλλον των περιουσιακών του στοιχείων που γίνονται αυτές τις μέρες μήλον της έριδος. Ωστόσο, ούτε αυτή η αναδιάταξη φαίνεται να συγκινεί ιδιαίτερα την κοινωνία. Περισσότερο θυμίζει ανακύκλωση του ίδιου πολιτικού προσωπικού παρά γέννηση μιας νέας πολιτικής εναλλακτικής πρότασης.

Ψήφος διαμαρτυρίας και αποχή

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ενδιαφέρον στρέφεται αναπόφευκτα προς τις υπόλοιπες δυνάμεις. Η Μαρία Καρυστιανού επιχειρεί να μετατραπεί σε πολιτική παρουσία, όμως η κομματική επιλογή συνοδεύεται ήδη από εσωτερικές τριβές και αποχωρήσεις που περιορίζουν σοβαρά τη δυναμική της. Ταυτόχρονα, κόμματα όπως η Ελληνική Λύση, η Νίκη και η Πλεύση Ελευθερίας διεκδικούν μερίδιο από την κοινωνική δυσαρέσκεια, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα διαμορφωθεί ένας κυρίαρχος πόλος. Η αποχή παραμένει μια υπαρκτή πιθανότητα, καθώς πολλοί πολίτες δείχνουν να μην αναγνωρίζουν στις σημερινές πολιτικές αντιπαραθέσεις τις δικές τους αγωνίες.

Το ερώτημα δεν είναι τα κόμματα, αλλά η κοινωνία

Όσο πλησιάζουν οι εκλογές, τα κόμματα μοιάζουν εγκλωβισμένα στους δικούς τους προεκλογικούς πονοκεφάλους. Η ΝΔ διαχειρίζεται σκάνδαλα και εσωτερικές αμφισβητήσεις. Το ΠΑΣΟΚ αναζητά ταυτότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ διαλύεται, ενώ ο νέος φορέας Τσίπρα επιχειρεί να καλύψει το κενό. Τα μικρότερα κόμματα παλεύουν για την πολιτική τους επιβίωση. Όλα συζητούν για τις δικές τους ισορροπίες. Λίγα όμως συζητούν για τις ανάγκες της κοινωνίας. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης: το πολιτικό σύστημα βρίσκεται ήδη σε προεκλογικό πυρετό, ενώ η κοινωνία εξακολουθεί να περιμένει κάποιον να μιλήσει για τα δικά της προβλήματα.


ΚΚΕ και αριστερά

Το ΚΚΕ επιδιώκει να εμφανίζεται ως το μοναδικό «κόμμα παντός καιρού», προβάλλοντας την οργανωτική του συνοχή και τη σταθερή πολιτική του γραμμή απέναντι στις συνεχείς ανακατατάξεις του πολιτικού σκηνικού. Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν φαίνεται να μεταφράζεται σε ουσιαστική διεύρυνση της εκλογικής και κοινωνικής του επιρροής. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι διατηρεί τις δυνάμεις του, χωρίς όμως να κεφαλαιοποιεί τη γενικευμένη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα.

Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο Περισσός εστιάζει στο ότι επιλέγει μια περισσότερο αυτάρκη πολιτική πορεία, δίνοντας προτεραιότητα στην αναπαραγωγή του δικού του κομματικού μηχανισμού. Από τα συνδικάτα και τους φοιτητικούς συλλόγους μέχρι τις αυτοδιοικητικές και εθνικές εκλογές, το ΚΚΕ επενδύει κυρίως σε πολιτικές πρωτοβουλίες που ελέγχει οργανωτικά, δείχνοντας περιορισμένη διάθεση συμμετοχής σε ευρύτερες κοινωνικές ή πολιτικές διεργασίες που δεν καθορίζει το ίδιο. Αυτή η επιλογή ενισχύει την κομματική του συνοχή, αλλά δυσκολεύεται να συνομιλήσει με τα νέα κοινωνικά ακροατήρια που αναζητούν διαφορετικές μορφές έκφρασης. Από την άλλη, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι αυτή η πολιτική επιλογή του ΚΚΕ το διατηρεί σε κάποια σταθερά ποσοστά, όποια είναι αυτά κάθε φορά, χωρίς να δημιουργούνται πολλά προβλήματα και προβληματισμοί. Ούτε στον κομματικό μηχανισμό αφού δεν έχει νέα καθήκοντα, ούτε στα κομματικά μέλη αφού το κόμμα συνεχίζει να υπάρχει σε κάποιο αξιοπρεπές ποσοστό ‒ άλλωστε η κοινωνία φταίει που δεν καταλαβαίνει την ορθότητα της γραμμής. Και βέβαια δεν δημιουργείται και κάποιος προβληματισμός στο σύστημα…

Την ίδια στιγμή, ο χώρος στη λοιπή αριστερά παραμένει εξαιρετικά κατακερματισμένος. Το ΜέΡΑ25, η ΛΑΕ, τα απομεινάρια της Νέας Αριστεράς, αλλά και οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς αναζητούν ζωτικό πολιτικό χώρο, επαναφέροντας κατά διαστήματα προτάσεις για συνεργασίες και κοινά ψηφοδέλτια. Μέχρι στιγμής, όμως, αυτές οι πρωτοβουλίες μοιάζουν περισσότερο να αφορούν τη διαχείριση της εκλογικής επιβίωσης των ίδιων των σχηματισμών παρά την έκφραση μιας υπαρκτής κοινωνικής δυναμικής ή έστω αναζήτησης. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα αριστερά ψηφοδέλτια θα βρεθούν στην κάλπη, αλλά πόσα από αυτά θα μπορέσουν να εκφράσουν ουσιαστικά τις ανάγκες και τις αγωνίες της κοινωνίας.


Σιωπή…

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της περιόδου δεν είναι οι δημοσκοπήσεις. Είναι η σιωπή. Η κοινωνία δεν δείχνει να παρασύρεται από το στημένο προεκλογικό σκηνικό, ούτε να συγκινείται από τα καθημερινά πολιτικά επεισόδια. Παρακολουθεί, αλλά δεν ακολουθεί.

Υπάρχει θυμός, υπάρχει ανασφάλεια, υπάρχει κόπωση. Δεν υπάρχει όμως ελπίδα. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα του πολιτικού συστήματος. Η δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται σε πολιτικό ρεύμα, γιατί κανείς δεν καταφέρνει να πείσει ότι μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τη ζωή των πολιτών. Οι Έλληνες βλέπουν περισσότερη επικοινωνία παρά πολιτική, περισσότερους εκλογικούς σχεδιασμούς παρά σχέδιο για να μην βουλιάξει η χώρα και η κοινωνία.

Η ακρίβεια έχει γίνει κανονικότητα. Η στέγη πολυτέλεια. Οι μισθοί δεν φτάνουν μέχρι το τέλος του μήνα. Οι νέοι εγκαταλείπουν τη χώρα ή αναβάλλουν τα όνειρα τους. Κι όμως, αυτά σπάνια γίνονται το πραγματικό επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η δημόσια συζήτηση αναλώνεται σε πρόσωπα, συσχετισμούς, μεταγραφές και κομματικά παιχνίδια.

Ίσως γι’ αυτό η αποχή παραμένει ο μεγαλύτερος «αντίπαλος» όλων. Όχι επειδή οι πολίτες αδιαφορούν, αλλά επειδή δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε όσα συζητούνται. Δεν λείπει το ενδιαφέρον για την πολιτική· λείπει η πίστη ότι η πολιτική ενδιαφέρεται ακόμη για τον πολίτη και την κοινωνία.

Και όσο αυτό το κενό μεγαλώνει, τόσο οι εκλογές θα μοιάζουν περισσότερο με αναμέτρηση κομματικών μηχανισμών και λιγότερο με δημοκρατική συνάντηση με την κοινωνία.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!