του Σωτήρη Καραμεσίνη*

Καλησπέρα σας. Έχω τη χαρά και τη τιμή, να βρίσκομαι εδώ ως καλεσμένος του κ. Ρινάλντι, ο οποίος με προσφωνεί ως σκηνοθέτη. Πράγματι είμαι σκηνοθέτης αλλά θεωρώ ότι πρωτίστως βρίσκομαι εδώ με την ιδιότητά μου ως αναγνώστης.

Διαβάζω τα άρθρα του κ. Ρινάλντι κάθε Σαββατοκύριακο στον Δρόμο της Αριστεράς, στον οποίο είμαι συνδρομητής. Πολλές φορές μάλιστα αγοράζω και την εφημερίδα από το περίπτερο, για να την απολαύσω με έναν καφέ κάποια στιγμή όπως κάναμε παλιά, είναι και αυτό μια μικρή πράξη αντίστασης σε μια εποχή βιασύνης.

Γνώρισα τον κ. Ρινάλντι πρώτα μέσα απ’ τα γραπτά του, και μόνο πολύ πρόσφατα, στο 2ο συνέδριο για το υπαρξιακό, βρεθήκαμε κι από κοντά. Ήρθα σε επαφή με τη σκέψη του, τις πρώτες εποχές των μνημονίων και των κινητοποιήσεων ενάντια στην υποδούλωση και στο ξεπούλημα της χώρας μας, κατόπιν στις σκοτεινές μέρες της καραντίνας και της κοινωνικής απομόνωσης, και αργότερα τις μέρες του σοκ και της οργής μετά το μεγάλο έγκλημα των Τεμπών που μας συγκλόνισε –σχεδόν– όλους.

Παρακολουθούσα τις παρεμβάσεις του και ένιωθα λιγότερο μόνος ψυχικά και πνευματικά, Γιατί ο Ρούντι επέμενε να μιλά για κάτι που σήμερα σπανίζει:

Για τη δυνατότητα των ανθρώπων και των κοινωνιών να χειραφετηθούν, να αντισταθούν στην καταπίεση και τη δυστοπία. Για την ανάγκη να μην συνηθίσουμε την παρακμή σαν να είναι κάποιος φυσικός νόμος αλλά να παλέψουμε για την αντιστροφή αυτής της πορείας προς τον κοινωνικό και ανθρώπινο ακρωτηριασμό.

Και αυτή η επιμονή του, ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να παραδοθεί, έδινε και σε μένα μια μικρή αλλά ουσιαστική αίσθηση ελπίδας και αισιοδοξίας.

Αυτό που καταρρέει γύρω μας δεν είναι μόνο οικονομικό ή πολιτικό. Είναι ανθρωπολογικό: Καταρρέει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο, τις σχέσεις μας, την κοινότητα, το νόημα της ύπαρξης

Όμως βρίσκομαι εδώ και με τις αποσκευές της εμπειρίας μου ως σκηνοθέτης. Εργάστηκα για περίπου δέκα χρόνια στη Βραζιλία, δουλεύοντας ως σκηνοθέτης και δάσκαλος θεάτρου. Έζησα στο Ρίο ντε Τζανέιρο, μια από τις μεγαπόλεις του Νότου, μια πόλη συγκλονιστικής ομορφιάς αλλά και ακραίας κοινωνικής ανισότητας.

Η μητροπολιτική περιοχή του Ρίο έχει περισσότερο πληθυσμό από ολόκληρη την Ελλάδα. Όταν για πρώτη φορά πήγα να ζήσω εκεί, το 2008, το 25% του πληθυσμού, δηλαδή 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι κατοικούσαν σε φαβέλες. Τώρα τα επίσημα στοιχεία (τα οποία πάντα είναι πειραγμένα προς τα κάτω) λένε πως κάτι περισσότερο από 4 εκατομμύρια άνθρωποι (το 35% του πληθυσμού της μητροπολιτικής περιοχής), ζουν μέσα σε φαβέλες. Σε συνοικίες δηλαδή όπου το οργανωμένο έγκλημα και οι συμμορίες έχουν τον έλεγχο και το επίσημο κράτος δεν έχει πραγματική πρόσβαση και φυσικά οι κάτοικοι ζουν σε ακραία δύσκολες συνθήκες επιβίωσης. Τι σημαίνει όμως η ζωή στις φαβέλες, και πόσο μακριά ή πόσο κοντά τελικά βρίσκεται εκείνη η πραγματικότητα από τη δική μας πραγματικότητα; Αυτό είναι ένα ερώτημα που απασχολεί και τον κ. Ρινάλντι στα βιβλία του.

Ο Ρούντι αναφέρεται ακριβώς σε αυτούς τους αόρατους ανθρώπους, τους «φαβελοποιημένους» που ζουν γύρω μας. Εκείνους που καμία από τις ψηφιακές μεταρρυθμίσεις και τις αναβαθμίσεις σε Ελλάδα 2.0, και τα ευρωπαϊκά προγράμματα στήριξης κ.λπ. δεν αγγίζουν τη μίζερη ζωή τους.

Το θέατρο στις φαβέλες ήταν για μένα το μέσον για να ανοίξω κάποια μονοπάτια στα παιδιά και τους νέους που εργάζονταν μαζί μου, ώστε να βρουν μία ζωή με αξιοπρέπεια με νόημα, δεν ήταν το τέλος του δρόμου ούτε ο σκοπός. Και μέσα από αυτή τη διαδρομή γνώρισα ανθρώπους και κινήματα που σημάδεψαν βαθιά τη σκέψη μου: Ηγετικές προσωπικότητες σε σχολές σκέψεις και δράσης όπως το Θέατρο των Καταπιεσμένων του Augusto Boal, το παιδαγωγικό όραμα του Paulo Freire, και μεγάλες μορφές από την Πολιτική Θεολογία όπως ο Leonardo Boff γνωστός από την εμβληματική Θεολογία της Απελευθέρωσης.

Όταν γνώρισα τον Ρούντι από κοντά, αναγνώρισα αμέσως κάτι πολύ οικείο, αναγνώρισα εκείνο το ιδιαίτερο ήθος ανθρώπων που ηγούταν σε αυτά τα κινήματα. Ανθρώπους που δεν αντιμετωπίζουν την πολιτική ως επάγγελμα ή ως διανοητική άσκηση, αλλά ως μορφή ευθύνης απέναντι στον άνθρωπο. Ανθρώπους που έχουν σε πρώτη προτεραιότητα στη ζωή το συλλογικό καλό, που σέβονται τον κάθε πολιτισμό, τον κάθε λαό, την κάθε κοινότητα και γι’ αυτό μπορούν να αγαπούν και τη δική τους κοινωνία και χώρα.

Ο Ρούντι, δεν είναι ένας πολιτικός επιστήμονας που γράφει ως παρατηρητής για την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία. Σε κάθε σελίδα των βιβλίων του διακρίνει κανείς μια αγωνία:

Πώς θα μπορέσουν οι κοινωνίες να αποφύγουν μια νέα μορφή βαρβαρότητας.

Πώς θα διατηρηθεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μέσα σε έναν κόσμο που οδηγείται ολοένα περισσότερο προς την αποσύνθεση, τον ατομισμό και τον κοινωνικό κυνισμό. Ποιες είναι οι οδοί διαφυγής από το υπαρξιακό μας αδιέξοδο ως κοινωνία και ως πρόσωπα.

Και κυρίως, επιμένει σε κάτι που θεωρώ κεντρικό στη σκέψη του: Στην ανάγκη δημιουργίας μιας νέας συνείδησης. Όχι ως αφηρημένο σύνθημα.

Αλλά ως βαθιά ανάγκη για την επιβίωση των κοινωνιών.

Επειδή αυτό που καταρρέει γύρω μας δεν είναι μόνο οικονομικό ή πολιτικό.

Είναι ανθρωπολογικό: Καταρρέει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο, τις σχέσεις μας, την κοινότητα, το νόημα της ύπαρξης.

Ξέρετε, αυτό είναι ένα παράξενο τραπέζι καλεσμένων για την παρουσίαση πολιτικών κυρίως βιβλίων ενός συγγραφέα, στο οποίο βρίσκονται δύο Θεολόγοι-θρησκειολόγοι… (ΣτΣ: Μιλώντας για τον Σ. Μητραλέξη και για τον ίδιο τον Σ. Καραμεσίνη ο οποίος είναι και θεολόγος-θρησκειολόγος). Οπότε ας μου επιτραπεί να κάνω μια μικρή παρένθεση θεολογικού χαρακτήρα, κάπως απλοϊκή ίσως στα αυτιά των περισσότερων, αλλά με κάποια αξία για τη συνέχεια της σκέψης μου…

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης είναι ένας τρόπος σκέψης και κυρίως δράσης. Είναι μια Πολιτική Θεολογία, που στην ουσία στρέφει τους ανθρώπους να αποδεχθούν μια αναντίρρητη, πρωταρχική αλήθεια: Δεν μπορείς να ενδιαφέρεσαι ειλικρινά για την πνευματική λύτρωση των ανθρώπων και να μην μάχεσαι για να ζουν μια ζωή ανθρώπινη, με αξιοπρέπεια, και όχι μια ζωή που ζουν τα αδέσποτα σκυλιά των μεγαλουπόλεων.

Υπάρχει ένα απλό ερώτημα που δείχνει με καθαρότητα τη βάση της θεολογίας της Απελευθέρωσης, στην οποία στηρίζονται όλα τα κινήματα «θεολογίας του Τρίτου Κόσμου» στην Λατινική Αμερική, την Αφρική, την Ινδία, την Κορέα κ.λπ. είναι το εξής: «Θα μπορούσαμε να φανταστούμε τον Χριστό παρόντα σε αυτόν τον κόσμο τώρα, και να μην βρίσκονταν ανάμεσα στα παιδιά που προσπαθούν να επιζήσουν στα ερείπια της Γάζας, να μην ήταν παρών στα συσσίτια εκεί στα εκατομμύρια των ανθρώπων που πεινούν και πεθαίνουν από τους πολέμους στην Αφρική; Έναν Χριστό που δεν μαχόταν στις φαβέλες και τις παραγκουπόλεις για βγάλει τον κόσμο από την απελπισία και την δυστυχία του; Έναν Χριστό που δεν θα περπατούσε ανάμεσα στα καραβάνια των προσφύγων που τρέχουν να σωθούν από βομβαρδισμούς, από δίψα, από λοιμούς; Δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν που θα μου απαντούσε ότι ο Χριστός θα βρισκόταν μάλλον σε Πατριαρχικούς θρόνους και λειτουργίες, σε δεξιώσεις και τελετές ανάμεσα σε επίσημους, ηγέτες και δισεκατομμυριούχους»

Γι’ αυτό και όσοι δραστηριοποιούνται σε τέτοια κινήματα εστιάζουν σε δράσεις ριζοσπαστικής συνειδητοποίησης και ακτιβισμού. Αυτό το ίδιο ήθος διαπερνά και τα βιβλία του Ρούντι Ρινάλντι. Στον πυρήνα της σκέψης του βρίσκεται ο άνθρωπος και η αξιοπρέπειά του. Όχι ο άνθρωπος ως καταναλωτής. Όχι ως αριθμός. Όχι ως ψηφιακό δεδομένο. Αλλά ως πρόσωπο που αξίζει τον σεβασμό. Δεν έχει χώρο για μισανθρωπισμό στην πολιτική του σκέψη. Δεν κατηγορεί την κοινωνία, δεν ισοπεδώνει τις ευθύνες για την κατάσταση στην οποία ζούμε. Προσπαθεί να αφουγκραστεί με λεπτότητα και σεβασμό την αγωνία του λαού, την αγωνία της κοινωνίας όπως ακούγεται ακόμα και μέσα στη σιωπή της∙ κυρίως μέσα στη σιωπή της θα μπορούσα να πω.

Για να το θέσω απλά, ο κ. Ρινάλντι έχει το φρόνημα του ιεραποστόλου. Το αναγνωρίζω αυτό το φρόνημα, το πάθος, τη φωνή, γιατί έχω το προνόμιο να το έχω συναντήσει στη ζωή μου. Σπανίζει πλέον, αλλά υπάρχει ακόμα. Ο Ρούντι ζει και δημιουργεί ως στρατιώτης σε μια ιερή αποστολή, χωρίς καμία υπερβολή.

Η σκέψη του και οι θέσεις του συναντούν τα μεγάλα ερωτήματα και τις θέσεις της Πολιτικής Θεολογίας του 20ού αιώνα. Γι’ αυτό η σκέψη του συγκρούεται μετωπικά με αυτό που βλέπουμε να έρχεται. Με τη νέα μορφή τεχνοκρατικού ολοκληρωτισμού, την τεχνο-φεουδαρχία, κι έναν κόσμο όπου η κοινωνία διαλύεται σε μονάδες απομονωμένων ατόμων.

Και εδώ σημειώνω ως παράδειγμα ένα στοιχείο πολύ χαρακτηριστικό, τη θέση ότι η συλλογικότητα δεν καταργεί την προσωπικότητα. Απεναντίας, μόνο μέσα σε πραγματικά υγιείς κοινότητες μπορεί να ανθίσει ουσιαστικά η μοναδικότητα του κάθε ατόμου. Χωρίς συλλογικότητες, χωρίς πολιτισμό και ιστορική μνήμη, ο άνθρωπος γίνεται εύκολα χειραγωγήσιμος και τελικά ακρωτηριασμένος

Αυτό είναι φυσικά βαθιά αντίθετο με τον σύγχρονο ακραίο ατομισμό, ο οποίος τελικά οδηγεί όχι στην ελευθερία αλλά στη μοναξιά και στη διάλυση κάθε κοινωνικού δεσμού.

Η αγάπη του κ. Ρινάλντι για την Ελλάδα, για τον λαό της, αλλά και για τους λαούς όλου του κόσμου είναι η πηγαία και αληθινή και είναι η κινητήρια δύναμη του λόγου και των έργων του. Η αγάπη είναι Το μυστικό της επιμονής του και της αντοχής του, να μιλάει, να γράφει, να δρα και να εμπνέει.

Ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος μπορεί ακόμη να αναζητήσει νόημα, ελευθερία και κοινότητα σε έναν κόσμο με ειρήνη που να μας χωράει όλους

Δεν υπάρχει θέμα της ανθρώπινης ζωής που δεν είναι πολιτικό γι’ αυτόν. Η ανάγνωση της πραγματικότητας δεν εξαντλείται στις οικονομικές σχέσεις. Υπάρχουν οι αξίες του ανθρώπινου πολιτισμού, η τέχνη, η φιλοσοφία, η ποίηση, η υπαρξιακή αναζήτηση, η περιπέτεια του ανθρώπινου πνεύματος, η ανάγκη για νοηματοδότηση.

Ο κ. Ρινάλντι ξεκινάει με τη μελέτη της ιστορίας και πατάει σε αυτούς που ονομάζει γίγαντες: τους γίγαντες της ανθρώπινης διανόησης, εξέλιξης και πνευματικότητας. Όχι ως μουσειακά σύμβολα. Αλλά ως ζωντανές πηγές νοήματος και αντίστασης.

Οι γίγαντες αυτοί είναι πρόσωπα ιστορικά, που ενσαρκώνουν και διατυπώνουν μεγάλες αλήθειες, καταλυτικές και οι οποίες προχωρούν την ιστορία της εξέλιξης του ανθρώπινου πνεύματος. Η Ελλάδα έχει γίγαντες πολλούς από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας. Γίγαντες της φιλοσοφίας, της ποίησης, της τέχνης, του θεάτρου της Πολιτικής, των αγώνων, σαν τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαδιαμάντη, τον Παλαμά, τον Σολωμό, τον Καζαντζάκη, τον Καβάφη και μέχρι πρόσφατα τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Μίκη Θεοδωράκη κ.ά.

Μπορούμε να προχωρήσουμε στο μέλλον ως χώρα, εάν ξανασυνδεθούμε δημιουργικά με τα βαθύτερα στοιχεία του πολιτισμού μας, μπολιάζοντας τα καλύτερα από το παρελθόν μας στη σημερινή πραγματικότητα. Κι αυτό θα είναι μια πράξη Αντίστασης, μια πράξη επανάστασης. Τι σημαίνει αυτό για τη χώρα μας; σημαίνει ότι το πνεύμα, ο πολιτισμός μας, η παράδοση μας αλλά και μαζί ο ριζοσπαστισμός μας μπορούν να δημιουργήσουν μία σύνθεση που να εκφράζει και το εθνικό και το κοινωνικό στοιχείο. Δηλαδή η Ελλάδα ως χώρα και ως κοινωνία, ως οντότητα σύγχρονη να βρει τη θέση της μέσα σε αυτές τις «μεγάλες ανακατωσούρες που έρχονται» όπως λέει χαρακτηριστικά στον κόσμο του 21ου αιώνα.

Έχει έρθει η ώρα να ανακαλύψουμε έναν κόσμο που να μας χωράει. Βρισκόμαστε στο σημείο που πρέπει να αρχίσουμε πάλι. Να φτιάξουμε ένα παγκόσμιο κίνημα, μία μεγάλη κοινότητα λαών και χωρών οι οποίες να πραγματοποιήσουν μία στροφή στη διεθνή ζωή. Σε ολόκληρο τον κόσμο εμφανίζονται νέα κινήματα αντίστασης και αναζητείται ένας κοινός παρονομαστής περιεχομένου ο οποίος θα συνδέσει αυτές όλες τις διαφορετικές αντιστάσεις. Γιατί όλα αυτά τα περίπλοκα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, απαιτούν συντονισμό και κοινές προσπάθειες μεταξύ των λαών. Απαιτείται η δημιουργία ενός κινήματος διαρκούς εκδημοκρατισμού το οποίο θα προϋποθέτει την ουσιαστική συμμετοχή των λαών σε όλα τα ζητήματα.

Και ίσως αυτό είναι τελικά το μεγάλο ερώτημα που διαπερνά τα βιβλία του κ. Ρινάλντι: Μπορούν οι κοινωνίες να ξαναβρούν έναν τρόπο ύπαρξης πιο ανθρώπινο;

Μπορούν να υπάρξουν ξανά κοινότητες με αλληλεγγύη, αξιοπρέπεια και συμμετοχή;

Μπορούν οι λαοί να αντισταθούν στη μετατροπή του ανθρώπου σε παθητικό και φοβισμένο καταναλωτή; Ο συγγραφέας μας παρακινεί:

Απέναντι στο σχέδιο να μετατραπεί ο αλλοτριωμένος άνθρωπος του εικοστού αιώνα σε ένα ανδράποδο του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα και οι λαοί πρέπει να πουν «Όχι». Πρέπει να αντισταθούν και να εργαστούν για τη δημιουργία της νέας συνείδησης μετάβασης πέρα από τα δεσμά του σαρκοβόρου meta- καπιταλισμού που ζούμε σήμερα, για μία μετακαπιταλιστική πραγματικότητα που θα έχει επίκεντρο τον άνθρωπο, τους λαούς, τις κοινωνίες, τις κοινότητες των πολιτών, και τους διαφορετικούς πολιτισμούς τους σε διάλογο.

Δεν ξέρω αν έχουμε εύκολες απαντήσεις. Αλλά ξέρω ότι βιβλία σαν αυτά έχουν αξία, γιατί δεν μας επιτρέπουν να συμβιβαστούμε με την παραίτηση. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το βαθύτερο νήμα που ενώνει όλη τη σκέψη του Ρούντι Ρινάλντι:

Μας υπενθυμίζει ότι η Ιστορία δεν έχει τελειώσει.

Ότι οι κοινωνίες μπορούν ακόμη να αντισταθούν.

Ότι ο άνθρωπος μπορεί ακόμη να αναζητήσει νόημα, ελευθερία και κοινότητα σε έναν κόσμο με ειρήνη που να μας χωράει όλους.

* Ο Σωτήρης Καραμεσίνης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι σκηνοθέτης, ερευνητής και δάσκαλος θεάτρου. Σπούδασε Θεολογία / Θρησκειολογία, Μουσική, Θεατρολογία και σκηνοθεσία κινηματογράφου. Για μια δεκαετία περίπου έζησε στο Ρίο ντε Τζανέιρο όπου δίδαξε, μετέφρασε και σκηνοθέτησε κυρίως Αρχαία Ελληνική Τραγωδία. Είναι ο δημιουργός του Μουσικού Συστήματος Υποκριτικής, διεθνώς γνωστού ως μέθοδος MUSA (Musical System of Acting@2008) με τo οποίο επανεισάγει τη μουσική ως θεμελιώδες στοιχείο στην θεατρική εκπαίδευση και στην υποκριτική.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!