Με σοβαρές τρικυμίες ξεκινά την πορεία του το κόμμα «Ελπίδα για την Δημοκρατία» της Μ. Καρυστιανού. Τελευταίο επεισόδιο η αποχώρηση μεταξύ άλλων του Β. Κοκοτσάκη που συμμετείχε στον οργανωτικό πυρήνα του κόμματος. Η σημασία της αποχώρησης του Β. Κοκοτσάκη είναι μεγάλη, καθώς ο ίδιος δεν πηγαίνει κόντρα στις ιδρυτικές διακηρύξεις του κόμματος, αντιθέτως μοιάζει (από καιρό) να χτυπάει καμπανάκια για συστηματική απομάκρυνση στην πράξη από αυτές, επικεντρώνοντας την κριτική του στην απουσία ουσιαστικών δημοκρατικών διαδικασιών και μορφών συμμετοχής της ίδιας της κοινωνίας, που υπονομεύουν την ίδια τη φυσιογνωμία του.
Ο Β. Κοκοτσάκης, τεχνικός σύμβουλος των οικογενειών των θυμάτων των Τεμπών, μαζί με την ομάδα του, έχει υπάρξει ένας από τους βασικούς ανθρώπους που συνδέθηκαν με τον αγώνα ενάντια στη συγκάλυψη του εγκλήματος των Τεμπών, μέσα από την τεκμηρίωση και τις αποκαλύψεις που προσέφερε μαζί με την ομάδα του για την υπόθεση της πυρόσφαιρας, των βίντεο αλλά και τις αποκαλύψεις στοιχείων που έφεραν στο φως κρίσιμες πλευρές του συστημικού αυτού εγκλήματος και όλων των μεθοδεύσεων που ακολούθησαν. Η αποχώρηση του επομένως, φέρει ειδικό πολιτικό βάρος σε ό,τι αφορά τη σχέση του κόμματος με το κίνημα των Τεμπών, τόσο σε επίπεδο συμβολικό όσο και με βάση τους λόγους οι οποίοι των ώθησαν σε αυτή την απόφαση.
Προσωποπαγές κόμμα ή φροντίδα για τις ανάγκες του κινήματος των Τεμπών
Ο ίδιος αναφέρει στην επιστολή της αποχώρησής του «όταν ανακοινώθηκε η δημιουργία πολιτικού φορέα, πιστεύοντας και εγώ ότι επιχειρούσαμε να μεταφέρουμε στη δημόσια ζωή το μήνυμα που έστειλαν εκατομμύρια πολίτες στους δρόμους της Ελλάδας, δήλωσα παρών χωρίς καμία φιλοδοξία ή προσωπική επιδίωξη. Όχι για να δημιουργηθεί άλλο ένα ακόμη κόμμα, αλλά να δημιουργηθεί ένα αυθεντικό πραγματικό Κίνημα Πολιτών, όπως ήταν η απαίτηση του κόσμου, ενάντια στη σήψη και τη διαφθορά του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος Ένα κίνημα που θα αποτελούσε συνέχεια εκείνου του μεγάλου λαϊκού ξεσηκωμού που γεννήθηκε μέσα από την τραγωδία των Τεμπών και κορυφώθηκε τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2025.» Αυτό, ίσως είναι και το κεντρικό ζήτημα, σχετικά με το κόμμα της Μ. Καρυστιανού.
Τα προηγούμενα δύο χρόνια φάνηκε η δυνατότητα να μετατραπεί η κοινωνική δυσαρέσκεια και το ρήγμα των Τεμπών σε πολιτική δύναμη ικανή να αναζητήσει εναλλακτικές. Αυτή τη δυνατότητα συμπύκνωσε σε ορισμένες στιγμές με μοναδικό τρόπο η παρουσία της Μ. Καρυστιανού. Και όμως αυτή η δυνατότητα δεν παλεύτηκε. Δεν υπήρξε καν η απόπειρα να οργανωθεί η κοινωνική αντιπολίτευση. Αντίθετα, παρά τις επικλήσεις στο «νέο» και το «διαφορετικό» επιλέχθηκε να φτιαχτεί ένα έντονα προσωποπαγές σχήμα, επιλογή που ενισχύθηκε μετά τη διάσπαση του συλλόγου των συγγενών (και τον έλεγχο αυτού από το ΚΚΕ). Αυτή την αντίφαση τονίζει ο Β. Κοκοτσάκης λέγοντας: «Ένα κίνημα όμως που δεν θα ανήκε σε πρόσωπα, δεν θα διοικούνταν από αυλές και αυλικούς, δεν θα λειτουργούσε με όρους μηχανισμών, αποκλείοντας τις φράξιες και τους κολλητούς […] Δεν θα αναπαρήγαγε τις παθογένειες που για δεκαετίες οδήγησαν τους πολίτες στην αποστροφή απέναντι στην πολιτική. Δυστυχώς, όσο περνούσε ο χρόνος, διαπίστωνα ολοένα και περισσότερο ότι η πορεία που ακολουθείται απέχει ουσιωδώς από εκείνη που εξαγγέλθηκε.»
Πορεία ενσωμάτωσης στο πολιτικό σύστημα
Πέρα από το γεγονός ότι αυτού του είδους η συγκρότηση είναι εντελώς αναντίστοιχη των δυνατοτήτων και της λαϊκής διαθεσιμότητας που υπήρξε για να δημιουργηθεί ένα διαφορετικό ποιοτικά εγχείρημα, κόμματα με τέτοια χαρακτηριστικά βρίσκονται πολύ μακριά από τις ανάγκες χρειάζεται να εξυπηρετηθούν, ώστε να ανοίξει ένας άλλος δρόμος για τη χώρα. Αφενός, η ανάθεση, ο χειρισμός της λαϊκής διαθεσιμότητας με όρους στήριξης, επικοινωνιακής και εκλογής δύναμης είναι κάτι που δοκιμάστηκε σε μια προηγούμενη περίοδο και απέτυχε παταγωδώς. Αφετέρου, η παρακμή, η διαφθορά (ιδεολογική και κυριολεκτική) του πολιτικού συστήματος, σε συνδυασμό με το καρτέλ που έχει το ίδιο στήσει για να περιφράξει την πολιτική ζωή, δημιουργούν εξαιρετικά έντονες δυνάμεις απόκρουσης ή και εξίσου συχνά ενσωμάτωσης αντιθετικών εγχειρημάτων.
Πράγματι σε αυτό το «ναρκοθετημένο πεδίο», χωρίς την ενεργό συμμετοχή του κόσμου, μέσα από βαθιά δημοκρατικές και ακηδεμόνευτες διαδικασίες, καθίσταται ιδιαίτερα πιθανή (παρά τις όποιες προθέσεις) η μετατροπή κάθε τέτοιου εγχειρήματος σε ένα ακόμη κόμμα κατ’ εικόνα και ομοίωση του πολιτικού συστήματος. Όπως διαπιστώνει και ο Β. Κοκοτσάκης: «Ποτέ δεν έγινε προσπάθεια να αφουγκραστεί η ιδιότυπη ηγεσία, τις επιθυμίες του κινήματος των πολιτών, αλλά ξεφύτρωναν θέσεις και απόψεις που εξέφραζαν μόνο τους ομιλούντες και ουδέποτε την όποια λαϊκή βάση ή κάποιο συλλογικό όργανο. Δεν υπήρξε συλλογική ποτέ επεξεργασία για κανένα θέμα, όπως δεν υπήρξε και καμία διάθεση θεσμικής συγκρότησης. Αντίθετα, διαμορφώθηκε σταδιακά ένα μοντέλο συγκέντρωσης αποφάσεων σε ελάχιστα πρόσωπα, έξω από κάθε έννοια συλλογικής λειτουργίας. […] Δεν μπορείς να ευαγγελίζεσαι τη διαφάνεια όταν λειτουργείς με “αυλές”. […] Και το χειρότερο: Αντί να συζητούμε για θεσμούς, διαδικασίες και συμμετοχή, άρχισαν να εμφανίζονται λογικές μηχανισμών, εσωτερικών ισορροπιών, προσωπικών επιρροών και παρασκηνιακών ανταγωνισμών. Μια κατάσταση που όχι μόνο δεν θυμίζει Κίνημα Πολιτών, αλλά θυμίζει ακριβώς εκείνο το πολιτικό μοντέλο που υποτίθεται ότι επιχειρούσαμε να υπερβούμε.»
Το ερώτημα είναι: Iσχύουν όσα αναφέρει παραπάνω ο B. Κοκοτσάκης ή πρέπει να αντιμετωπιστούν ως προσωπικό καπρίτσιο ή ακόμη και ως υπονόμευση της προσπάθειας για δικαιοσύνη και δημοκρατία; Ακόμη και αν δεχτούμε τη δικαιολογία της απειρίας και του «νεαρού» του εγχειρήματος, συνειδητοποιούνται τα παραπάνω ως προβλήματα προς αντιμετώπιση ή μπροστά στις εκλογικές σκοπιμότητες μπαίνουν κάτω από το χαλί ή και δικαιολογούνται (αφού τι να κάνουμε έτσι γίνεται η πολιτική); Η υποβάθμιση της πολιτικής σε «επικοινωνία» και «διαδρομισμό» όμως είναι ένα από τα όπλα του συστήματος για να χαμηλώσει τον πήχη των προσδοκιών, να αποξενώσει την κοινωνία από την πολιτική διαδικασία, να καταστήσει με τον τρόπο αυτό ανέφικτη την όποια αλλαγή θέλει να δει η κοινωνική πλειοψηφία.
Διάψευση προσδοκιών και κάποια αναγκαία συμπεράσματα
Και αυτό το χαμήλωμα των προσδοκιών ίσως να είναι η μεγαλύτερη παγίδα, την οποία σωστά εντοπίζει στην κριτική του ο Β. Κοκοτσάκης. «Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση που δεν μπορώ να αγνοήσω. Από την πρώτη στιγμή της συγκρότησης του εγχειρήματος, δεκάδες άνθρωποι και στη συνέχεια εκατοντάδες πολίτες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας.[…] Άνθρωποι που πίστεψαν ότι οικοδομούμε κάτι διαφορετικό. Ότι επιχειρούμε να δημιουργήσουμε ένα αληθινό Κίνημα Πολιτών, βασισμένο στη συμμετοχή, στη συλλογικότητα, στη διαφάνεια και στον σεβασμό της δημοκρατικής λειτουργίας. Οι άνθρωποι αυτοί μας εμπιστεύθηκαν και μας ακολούθησαν. Επένδυσαν χρόνο, κόπο, αξιοπρέπεια και Ελπίδα». Η διάψευση των προσδοκιών του κόσμου για έναν διαφορετικό τρόπο συμμετοχής δεν αποτελεί δυστυχώς ένα καινούργιο μοτίβο. Πέρα από την απογοήτευση που γεννά αυτή η πορεία παράλληλα συνεπάγεται και τη σπατάληση του φορτίου του κινήματος των Τεμπών, δημιουργώντας εν τέλει δυσμενέστερους όρους όχι μόνο για το ίδιο το κίνημα των Τεμπών το όποιο έχει αποσυρθεί από το κέντρο της πολιτικής επικαιρότητας αλλά και για κάθε μελλοντική προσπάθεια. Κάτι ακόμη που θα μπορούσε να εξαχθεί από αυτή την πορεία που περιγράφει ο Β. Κοκοτσάκης, είναι πως αφενός η επιλογή να ακολουθήσει κανείς μια κλασσική, επικοινωνιακή πολιτική, εντός των τειχών, πολύ γρήγορα εξανεμίζει εκείνα τα χαρακτηριστικά που νοηματοδοτούν το επιχείρημα «δεν είμαστε σαν τους άλλους».
Ατομική στάση αξιοπρέπειας
Η περίπτωση του Β. Κοκοτσάκη είναι σημαντική για έναν ακόμη λόγο. Ορίζει με ουσιαστικό τρόπο το θέμα της προσωπικής στάσης. Πώς στέκεσαι όταν αναγνωρίζεις ένα πρόβλημα, το αποσιωπάς, το κρύβεις στο όνομα ενός «κομματικού πατριωτισμού» ή επιμένεις στην αλήθεια, ακόμη και αν πρόσκαιρα αυτή μοιάζει δυσάρεστη ή και επιζήμια. «Σήμερα, μετά από μήνες προσπαθειών, προτάσεων, παρεμβάσεων και αναμονής, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το εγχείρημα ακολούθησε διαφορετικό δρόμο από εκείνον που οραματίστηκα και για τον οποίο ζήτησα τη δική σας εμπιστοσύνη. Για τον λόγο αυτό αισθάνομαι ότι οφείλω να σας ζητήσω συγγνώμη. Όχι γιατί ενήργησα με σκοπιμότητα ή γιατί σας παραπλάνησα συνειδητά. Αλλά γιατί σας κάλεσα να πιστέψετε σε μια προοπτική που τελικά δεν εξελίχθηκε όπως όλοι ελπίζαμε. Η συγγνώμη αυτή είναι για μένα πράξη ευθύνης. Στη ζωή μας δεν κρινόμαστε μόνο από τις επιτυχίες μας, κρινόμαστε και από την ειλικρίνεια με την οποία αναγνωρίζουμε τις λανθασμένες εκτιμήσεις μας.» Είναι προφανές ότι ο Β. Κοκοτσάκης δεν ευθύνεται για την κατάσταση και τις επιλογές που καταγγέλλει. Ωστόσο, η στάση που επιλέγει να κρατήσει, η διάθεση του να είναι ειλικρινής, ανοιχτός, αναγνωρίζοντας πιθανά λάθος εκτιμήσεις, είναι από μόνης της ελπιδοφόρα γιατί πέρα από τεκμήριο της ηθικής του ακεραιότητας, αποτελεί και ένα αναγκαίο παράδειγμα που επιτρέπει να διατηρείται η εμπιστοσύνη στους ανθρώπους που αγωνίζονται. Όπως ο ίδιος πολύ σωστά αναφέρει: «Θέλω όμως να γνωρίζετε και κάτι ακόμη: Δεν μετανιώνω για τον αγώνα, δεν μετανιώνω για την προσπάθεια, δεν μετανιώνω για την πίστη ότι οι πολίτες μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Αυτό που αλλάζει σήμερα δεν είναι οι αξίες μου, αλλά η πολιτική μου επιλογή.»





































































