Για τα ιδιωτικά συμφέροντα η υπόθεση μοιάζει απλή: Τα τούνελ του μετρό είναι δικά τους, οι ρωγμές όμως είναι υπόθεση των κατοίκων. Αυτή είναι, στην πράξη, η απάντηση που λαμβάνουν όσοι ζουν πάνω από το εργοτάξιο της Γραμμής 4 του Μετρό στην Κυψέλη. Η Ελληνικό Μετρό Α.Ε. δηλώνει ότι δεν μπορεί να εγγυηθεί για τη στατική επάρκεια των κτιρίων και παραπέμπει τους πολίτες σε ιδιώτες μηχανικούς. Μόνο που μια πλήρης στατική μελέτη μπορεί να κοστίσει από δεκάδες χιλιάδες ευρώ, ποσό απαγορευτικό για τις περισσότερες πολυκατοικίες μιας γειτονιάς όπου κατοικούν κυρίως συνταξιούχοι, εργαζόμενοι και νέοι άνθρωποι που δυσκολεύονται ήδη να ανταποκριθούν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις.

Ένα δημόσιο έργο που προκαλεί εκτεταμένες ρωγμές σε δεκάδες πολυκατοικίες, υψηλής επικινδυνότητας, συνεχίζει να εξελίσσεται κανονικά, την ίδια στιγμή που η ευθύνη ελέγχου των ζημιών αυτών μετακυλίεται στους κατοίκους που πρέπει να τις αποδείξουν με ιδιωτικά μέσα και όποιος δεν διαθέτει τα απαραίτητα χρήματα καλείται απλώς να συνεχίσει να ζει με την αβεβαιότητα. Είναι μια εικόνα που συμπυκνώνει τη γενικότερη πορεία ιδιωτικοποίησης του κόστους και αποχώρησης του κράτους από την ευθύνη προστασίας της κοινωνίας.

Οι προφανείς ευθύνες

Τα γεγονότα είναι συγκεκριμένα. Ο μετροπόντικας πέρασε τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο κάτω από το τμήμα μεταξύ πλατείας Κυψέλης και Ευελπίδων. Σχεδόν αμέσως άρχισαν να εμφανίζονται ρωγμές σε πολυκατοικίες της περιοχής. Διαγώνιες ρηγματώσεις ξεκινούν από πορτοπαράθυρα, διατρέχουν τοίχους και δοκάρια, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζονται ακόμη και στα πλακάκια των δαπέδων. Το χαρακτηριστικό είναι ότι οι ίδιες βλάβες επαναλαμβάνονται από το υπόγειο μέχρι τους τελευταίους ορόφους, γεγονός που έχει εντείνει την ανησυχία των κατοίκων.

Η Πρωτοβουλία Κατοίκων καταγράφει σοβαρές ζημιές σε περισσότερες από είκοσι πολυκατοικίες και περίπου διακόσια διαμερίσματα, σε μια ζώνη που εκτείνεται από την πλατεία Κυψέλης μέχρι την οδό Ευβοίας, όπου οι εργασίες διάνοιξης έχουν διακοπεί εδώ και περίπου δύο μήνες. Ορισμένοι ένοικοι έχουν ήδη εγκαταλείψει τα σπίτια τους, καθώς η εικόνα των ρηγματωμένων κτιρίων δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας και φόβο για την ασφάλειά τους.

Η μαρτυρία κατοίκων είναι αποκαλυπτική. Πριν από την έναρξη των εργασιών πραγματοποιήθηκε μόνο οπτικός έλεγχος των κτιρίων και τοποθετήθηκαν αισθητήρες για την παρακολούθηση πιθανών καθιζήσεων. Ωστόσο, όπως καταγγέλλουν, δεν ενημερώθηκαν ποτέ για το πότε θα περνούσε ο μετροπόντικας κάτω από τις κατοικίες τους. Ένα βράδυ, χωρίς καμία προειδοποίηση, άρχισαν να αισθάνονται έντονους κραδασμούς. Το μηχάνημα κινούνταν σε βάθος περίπου δέκα μέτρων, ενώ τα υπόγεια των κτιρίων βρίσκονταν μόλις δύο ή τρία μέτρα ψηλότερα. Οι δονήσεις ήταν αισθητές μέσα στα σπίτια.

Μετά τις πρώτες διαμαρτυρίες ακολούθησαν νέοι οπτικοί έλεγχοι, χωρίς όμως να δοθούν ουσιαστικές απαντήσεις. Τα στοιχεία από τους αισθητήρες, που καταγράφουν καθιζήσεις και μετακινήσεις του εδάφους, δεν κοινοποιούνται στους κατοίκους, καθώς, σύμφωνα με την εταιρεία, αποτελούν εσωτερικά δεδομένα. Δηλαδή οι μετρήσεις πραγματοποιούνται, αλλά η κοινωνία που υφίσταται τις συνέπειες δεν έχει πρόσβαση στα αποτελέσματά τους.

Οι χειρισμοί Ελληνικό Μετρό και θεσμικών φορέων

Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν ληφθεί υπόψη ότι η ίδια η Ελληνικό Μετρό ανέστειλε από τις 8 Μαΐου τις εργασίες διάνοιξης, επικαλούμενη «μη αναμενόμενες γεωλογικές συνθήκες» και μετακινήσεις του εδάφους μεγαλύτερες από τις προβλεπόμενες. Την ίδια στιγμή διαβεβαιώνει ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα στατικής επάρκειας των κτιρίων. Η Πολεοδομία διαπιστώνει μεν την ύπαρξη ρωγμών, αλλά για την αξιολόγηση της στατικότητας παραπέμπει και αυτή στους ιδιώτες μηχανικούς. Έτσι διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος, όπου καμία δημόσια αρχή δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να δώσει οριστικές απαντήσεις.

Η παρέμβαση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, που διέταξε κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση για τη διερεύνηση πιθανών ποινικών ευθυνών και της επικινδυνότητας των εργασιών, δείχνει ότι το ζήτημα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια απλή διαφορά μεταξύ κατοίκων και εργολάβου. Παράλληλα, ειδικοί επιστήμονες υπενθυμίζουν ότι τα γερασμένα κτίρια του κέντρου της Αθήνας χρειάζονται έτσι κι αλλιώς συστηματικούς ελέγχους και συντήρηση. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τη μεταφορά της ευθύνης στους ίδιους τους κατοίκους όταν οι βλάβες εμφανίζονται ταυτόχρονα με την εξέλιξη ενός μεγάλου δημόσιου έργου.

Οι κάτοικοι της Κυψέλης διεκδικούν το αυτονόητο. Πλήρη διαφάνεια, πρόσβαση στα στοιχεία των μετρήσεων, δημόσιους και δωρεάν ελέγχους στα κτίρια και σαφείς εγγυήσεις για την ασφάλεια των ανθρώπων και των κατοικιών τους. Τα αυτονόητα δηλαδή, για μια κοινωνία που βάζει τους πολίτες της, τις γειτονιές της, τη ζωή, πάνω από τις μπίζνες.


Επενδυτές περιορισμένης ευθύνης

 Υπάρχει ένα σταθερό μοτίβο στα μεγάλα έργα των τελευταίων χρόνων. Όταν ο ιδιώτης καθυστερεί, αστοχεί ή ένα έργο αποδεικνύεται προβληματικό, σπάνια πληρώνει το πραγματικό κόστος. Αντίθετα, όταν το Δημόσιο καθυστερεί ή όταν οι πολίτες υφίστανται τις συνέπειες, οι συμβάσεις ενεργοποιούνται με τρόπο που προστατεύει τις εταιρείες. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο καθεστώς «επενδυτών περιορισμένης ευθύνης», όπου το επιχειρηματικό ρίσκο μεταφέρεται στην κοινωνία.

Ποιος θυμάται την υποθαλάσσια αρτηρία της Θεσσαλονίκης που δεν κατασκευάστηκε ποτέ. Το έργο εγκαταλείφθηκε, η πόλη δεν απέκτησε ποτέ την υποδομή που της είχαν υποσχεθεί, όμως το Δημόσιο κατέβαλε περίπου 85 εκατομμύρια ευρώ σε αποζημιώσεις προς την κοινοπραξία, μετά τις σχετικές διαιτησίες. Οι πολίτες πλήρωσαν, χωρίς να αποκτήσουν ούτε δρόμο ούτε λογοδοσία.

Στο Μετρό Θεσσαλονίκης, οι καθυστερήσεις έγιναν σχεδόν συνώνυμο του έργου. Επαγγελματίες έκλεισαν, καταστήματα ερήμωσαν, ολόκληρες γειτονιές έζησαν επί χρόνια μέσα σε λαμαρίνες και εργοτάξια. Ωστόσο, εκείνοι που αποζημιώθηκαν ήταν οι ανάδοχοι. Διαιτητικές αποφάσεις αναγνώρισαν αποζημιώσεις δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ λόγω καθυστερήσεων, ενώ νέες απαιτήσεις συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια.

Στον ΒΟΑΚ και σε άλλα έργα παραχώρησης, το ίδιο μοντέλο επαναλαμβάνεται. Όταν το Δημόσιο καθυστερεί απαλλοτριώσεις ή αδειοδοτήσεις, οι ανάδοχοι αποζημιώνονται ή παρατείνονται οι συμβάσεις τους. Το επενδυτικό ρίσκο περιορίζεται συμβατικά, ενώ το δημόσιο ταμείο λειτουργεί ως εγγυητής της κερδοφορίας.

Και βέβαια υπάρχει η περίπτωση της Hellenic Train. Μετά το έγκλημα των Τεμπών, όπου αναδείχθηκαν με τον πιο τραγικό τρόπο οι διαχρονικές ελλείψεις στον ελληνικό σιδηρόδρομο, κανείς δεν είδε την εταιρεία να υφίσταται ανάλογες οικονομικές συνέπειες με το μέγεθος της καταστροφής. Αντίθετα, η συνεργασία με το Ελληνικό Δημόσιο συνεχίστηκε, αναθεωρήθηκε η σύμβαση και συμφωνήθηκαν νέες επενδύσεις και νέοι όροι συνεργασίας. Οι οικογένειες των θυμάτων, αντίθετα, εξακολουθούν να αναζητούν δικαιοσύνη στις δικαστικές αίθουσες.

Αυτό ακριβώς το μοτίβο εμφανίζεται σήμερα και στην Κυψέλη. Οι κάτοικοι βλέπουν τα σπίτια τους να γεμίζουν ρωγμές μετά τη διέλευση του μετροπόντικα και η απάντηση που λαμβάνουν είναι να πληρώσουν από την τσέπη τους ιδιώτες μηχανικούς για να αποδείξουν αν οι ζημιές συνδέονται με το έργο. Δηλαδή, το δημόσιο έργο προχωρά, η εταιρεία κρατά τα στοιχεία των μετρήσεων, αλλά η ευθύνη της απόδειξης μεταφέρεται στον πολίτη.

Δεν πρόκειται για μια ατυχία ούτε για μεμονωμένες περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα ασύμμετρο καθεστώς ευθύνης που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Οι συμβάσεις θωρακίζουν τις εταιρείες απέναντι στις καθυστερήσεις και στους κινδύνους της επένδυσης. Αν όμως το κόστος πέσει στις τοπικές κοινωνίες, στους κατοίκους, στους επαγγελματίες ή στους επιβάτες, τότε η ευθύνη εξατομικεύεται. Ο πολίτης καλείται να αποδείξει τη ζημιά, να κινηθεί δικαστικά, να περιμένει χρόνια για μια αποζημίωση, αν τη λάβει ποτέ.

Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σημερινής «αναπτυξιακής» πολιτικής. Οι επενδύσεις παρουσιάζονται ως εθνική ανάγκη και απολαμβάνουν κρατικές εγγυήσεις. Οι κοινωνικές συνέπειές τους, όμως, αντιμετωπίζονται ως ιδιωτική υπόθεση.


Ανάπτυξη για ποιους;

Το μετρό δεν είναι απλώς ένα συγκοινωνιακό έργο. Είναι και ένα έργο που αλλάζει τον χάρτη της πόλης. Μαζί με τις νέες διαδρομές σχεδιάζονται νέες αγορές ακινήτων, αναπλάσεις, εμπορικές χρήσεις, επενδυτικές ευκαιρίες. Γύρω από κάθε σταθμό ανεβαίνουν οι αξίες γης, αλλάζουν οι γειτονιές, ανοίγει ο δρόμος για το real estate και τον εκτοπισμό όσων δεν μπορούν να ακολουθήσουν το κόστος της «αναβάθμισης». Αυτό δεν είναι παράπλευρη συνέπεια του έργου, αλλά μέρος του σχεδιασμού του.

Η ανάπτυξη έχει έτσι δύο πλευρές. Από τη μία οι μακέτες, οι επενδύσεις, οι εργολάβοι, τα εγκαίνια και οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί. Από την άλλη, κάτοικοι που ζουν με ρωγμές στα σπίτια τους, γειτονιές που μετατρέπονται σε εργοτάξια για χρόνια, άνθρωποι που καλούνται να αποδείξουν μόνοι τους ότι κινδυνεύουν και να πληρώσουν από την τσέπη τους για να προστατεύσουν το ίδιο τους το σπίτι.

Δεν είναι μόνο η Κυψέλη. Είναι η εικόνα μιας χώρας όπου η «ανάπτυξη» μετριέται σε επενδυτικά σχέδια, αλλά όχι σε κοινωνική ασφάλεια. Ενός κράτους που αδυνατεί ή δεν επιλέγει να προλάβει τους κινδύνους, να προστατεύσει τους κατοίκους και να εγγυηθεί ότι τα δημόσια έργα θα υπηρετούν πρώτα το δημόσιο συμφέρον, όπου τα εγκαίνια (από τις νέες επενδύσεις της Violanta, στο The Hellinicon, και από εκεί στην τηλεδιοίκηση του ΟΣΕ) συνοδεύονται όλο και συχνότερα από ερείπια, ανασφάλεια και ανθρώπους που πληρώνουν το τίμημα μιας ανάπτυξης που δεν σχεδιάστηκε γι’ αυτούς.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!