Ο Στάθης Γκότσης έχει υπηρετήσει πάνω από τριάντα χρόνια στο υπουργείο Πολιτισμού, αρχικά στο Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και στη συνέχεια στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο με κύριο τομέα απασχόλησης τη μουσειακή εκπαίδευση. Πρωτοπόρος στον τομέα έχει σχεδιάσει και υλοποιήσει πληθώρα εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

Το βιβλίο του «Μουσείο Εκπαίδευση και Κοινωνία» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος με κείμενα που καλύπτουν πολλές δεκαετίες δεν είναι ένα ακόμη βιβλίο θεωρίας, αλλά πραγματικά ένα βιβλίο αναφοράς.

Όπως σημειώνει στον πρόλογό του ο Καθηγητής Δημήτρης Πλάντζος, «δεν διστάζει να αναδείξει τις παθογένειες του ελληνικού πολιτιστικού πεδίου, όμως επιμένει να αναδεικνύει τις δυνατότητες και να προτείνει δρόμους. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα που μας δίνει: ότι η μουσειακή εκπαίδευση, πέρα από τεχνική και μεθοδολογία, είναι, πρωτίστως, στάση ζωής».

Ένα βιβλίο απαραίτητο για όσους σχετίζονται με τη μουσειακή εκπαίδευση, αλλά σημαντικό και για το ευρύτερο κοινό καθώς μας βοηθά να κατανοήσουμε πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είναι μια επίσκεψη στο μουσείο, πέρα από το να δούμε απλώς κάποια εκθέματα…

Εκτιμώ πως χρειάζεται μια αλλαγή κατεύθυνσης προς την γενικευμένη θεσμοθέτηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων παντού ως βασική και διακριτή μουσειακή λειτουργία

Πώς έχουν προκύψει τα κείμενα που περιλαμβάνονται στον τόμο;

Τα περισσότερα από τα 22 συνολικά κείμενα του τόμου γράφτηκαν την προηγούμενη περίοδο και απηχούν κυρίως πλευρές της εμπειρίας που σωρεύτηκε επί σχεδόν μία τριακονταετία στο πεδίο. Καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος θεμάτων: από την διεθνή συνάντηση της UNESCO το 1954 στο Βυζαντινό Μουσείο, η οποία γέννησε πρώιμα προσδοκίες για τον εκπαιδευτικό ρόλο των μουσείων στην Ελλάδα, μέχρι θέματα γύρω από την ερμηνευτική προσέγγιση των μουσειακών αντικειμένων ως εκπαιδευτική πρακτική, τη σχέση σχολείου-μουσείου, αλλά και τις δυνατότητες ανάπτυξης μουσειοπαιδαγωγικών εφαρμογών με κοινωνικό και διαπολιτισμικό χαρακτήρα για πληθυσμιακές ομάδες που κινούνται στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού.

Αποφασίσατε να τα διατηρήσετε στην αρχική τους μορφή. Γιατί αυτή η επιλογή;

Στην πλειονότητά τους τα κείμενα του τόμου εκκινούν από τη βιωμένη μουσειοπαιδαγωγική πράξη, που συνδυάζεται παράλληλα με θεωρητικές αναφορές και βιβλιογραφική τεκμηρίωση. Επιχειρούν να μεταγράψουν σε λόγο τις προκλήσεις και τις δυσκολίες, αλλά και τις μικρές και μεγάλες χαρές που αναδύονται μέσα από την ίδια τη διαδικασία του σχεδιασμού και της εφαρμογής μουσειοπαιδαγωγικών δράσεων, να αποτυπώσουν με κάποιον τρόπο τους προβληματισμούς και τα συναισθήματα που ορίζουν την ίδια την εμπειρική σχέση με το αντικείμενο, τη συνάντηση και την αλληλεπίδραση με διαφορετικούς κάθε φορά ανθρώπους και υποκείμενα. Ως εκ τούτου έκρινα πως είναι προτιμότερο να παραμείνουν στην αρχική τους μορφή, κοντινότερη οπωσδήποτε χρονικά με τα περιεχόμενά τους, προκειμένου να διατηρήσουν αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά.

Ποια από τα εκπαιδευτικά προγράμματα που υλοποιήσατε θεωρείτε ως τα πιο κομβικά;

Νομίζω πως κομβικής σημασίας, όχι μόνο για την προσωπική μου διαδρομή στο χώρο αλλά και για την επίδραση που άσκησε ευρύτερα, ήταν το πειραματικό πρόγραμμα Ο πολιτισμός ως μέσον κοινωνικής ένταξης, μια διαπολιτισμική προσέγγιση, που υλοποιήθηκε στην περίοδο 1994-1998 από το Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του Υπουργείου Πολιτισμού, πρόγραμμα στο οποίο είχα την τύχη να είμαι επιστημονικός υπεύθυνος και συντονιστής. Σε αυτό επιχειρήθηκε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα με τρόπο οργανωμένο, να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της πρόσβασης στη λεγόμενη πολιτιστική κληρονομιά πληθυσμών πολιτισμικά διαφορετικών από τον κυρίαρχο, που εγγράφονται ταυτόχρονα στο ευρύ πεδίο του κοινωνικού αποκλεισμού. Πρόκειται για έναν κύκλο εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων για παιδιά μουσουλμανικών οικογενειών του Ιστορικού Κέντρου της Αθήνας (Γκάζι, Κεραμεικός κ.ο.κ.), που πραγματοποιούνταν σε ένα εκτεταμένο δίκτυο μουσείων, μνημείων και αρχαιολογικών χώρων. Η συγκεκριμένη εφαρμογή, καθώς σχεδιάστηκε για έναν πληθυσμό εσωτερικών μεταναστών προερχόμενο από τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, είχε να συνυπολογίσει αφετηριακά τόσο τα εθνοπολιτισμικά, θρησκευτικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά των παιδιών που συμμετείχαν όσο και το εξαιρετικά χαμηλό βιοτικό και μορφωτικό τους επίπεδο. Το πρόγραμμα επιβεβαίωσε στην πράξη πως μουσειακοί, μνημειακοί και αρχαιολογικοί χώροι μπορούν, μέσα από σχεδιασμούς που αξιοποιούν και αναδεικνύουν το ιδιαίτερο μορφωτικό κεφάλαιο των συμμετεχόντων, να είναι μορφωτικά και κοινωνικά χρήσιμοι για ομάδες πληθυσμού πολιτισμικά διαφορετικές από τον κυρίαρχο.
Ξεχωριστές θεωρώ επίσης τις ερμηνευτικές / εκπαιδευτικές δράσεις που σχεδιάσαμε και υλοποιήσαμε στο Βυζαντινό Μουσείο για ομάδες ψυχικά ασθενών σε συνεργασία με το ΨΝΑ, για ηλικιωμένους σε συνεργασία με τις Λέσχες Φιλίας του Δήμου Αθηναίων, για φυλακισμένους στο Ειδικό Κέντρο Κράτησης Νέων Αυλώνα, αλλά και τις δράσεις προσέγγισης με κοινότητες Ρομά, δράση που ξεκίνησε από το Βυζαντινό Μουσείο και επεκτάθηκε, σε συνεργασία με Εφορείες Αρχαιοτήτων, σε αρκετές περιοχές της χώρας.

Σε ποιόν βαθμό τα προγράμματα των μουσείων διαχέονται στη κοινωνία και υπηρετούν την «συμπερίληψη»;

Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται μια περισσότερο συστηματική προσπάθεια για την ανάδειξη και μέσα από την μουσειακή εκπαίδευση ζητημάτων ταυτότητας και κοινωνικού αποκλεισμού, στην κατεύθυνση αναζήτησης μιας περισσότερο δημοκρατικής και συμπεριληπτικής μουσειακής εμπειρίας. Θα έλεγα, ωστόσο, πως τουλάχιστον στην ελληνική περίπτωση απέχουμε αρκετά από την κατάκτηση ενός συμπεριληπτικού μουσείου. Ιδιαίτερα καθώς στις μουσειακές πρακτικές και ειδικά στις εκθεσιακές, παραμένει ενεργή –και συχνά κυρίαρχη– τόσο η εθνοκεντρική και πατριαρχική παράδοση των μουσείων, όσο και η παράδοση του αισθητισμού, του ακαδημαϊσμού και της «λατρείας του υψηλού», στοιχείων που αποτελούν το υπόβαθρο σημαντικών αποκλεισμών και διακρίσεων για μια σειρά κοινωνικών κατηγοριών: Την εργατική τάξη, τους ανάπηρους, τις μειονοτικές εθνοπολιτισμικές ομάδες, τις γυναίκες, τα άτομα διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού, τους φορείς διαφορετικού πολιτισμικού κεφαλαίου κ.ο.κ.

Πού βρίσκεται σήμερα η μουσειακή εκπαίδευση στην Ελλάδα; Ποια βήματα θεωρείτε απαραίτητα για το μέλλον;

Η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα η μουσειακή εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι νομίζω αντιφατική. Από τη μια καταγράφονται λ.χ. σημαντικές πρωτοβουλίες σχεδιασμού και υλοποίησης προγραμμάτων για «δύσκολες» ομάδες κοινού, ειδικά σε κεντρικό επίπεδο, που συνοδεύονται και από τις απαραίτητες επιμορφώσεις στελεχών των περιφερειακών υπηρεσιών του υπουργείου Πολιτισμού. Αυτό είναι θετικό. Από την άλλη, όμως, παρατηρείται σε πανελλαδικό επίπεδο μια ποσοτική μείωση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων που παρέχονται σε καθημερινή βάση. Λιγοστό είναι το προσωπικό των μουσείων που ασχολείται σε σταθερή βάση με τη μουσειακή εκπαίδευση και μάλιστα συχνά υπό αντίξοες εργασιακές συνθήκες, όπως λιγοστά είναι και τα μουσεία (δημόσια, δημοτικά ή ιδιωτικά) από τα εκατοντάδες που έχει η χώρα, τα οποία διαθέτουν τμήματα εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Στα υπόλοιπα είτε επικρατεί παντελής σιωπή είτε παρατηρείται περιστασιακή δράση με αφορμή συνήθως έναν εορτασμό, στο περιθώριο του, έτσι και αλλιώς, υπερφορτωμένου προγράμματος κάποιου αρχαιολόγου (ή άλλου επιστήμονα συναφούς αντικειμένου). Εκτιμώ πως χρειάζεται μια αλλαγή κατεύθυνσης προς τη γενικευμένη θεσμοθέτηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων παντού ως βασική και διακριτή μουσειακή λειτουργία, σταθερή και δωρεάν παρεχόμενη σε όλους από ειδικευμένο προσωπικό. Αναγκαία θεωρώ, τέλος, την επέκταση και εμβάθυνση του διαλόγου εντός της μουσειοπαιδαγωγικής κοινότητας, πάνω σε ζητήματα θεωρίας, μεθοδολογίας και περιεχομένων, κατεύθυνση στην οποία ελπίζω να συμβάλει και η έκδοση του βιβλίου μου.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!