του Ειδικού Συνεργάτη
Η διαπραγμάτευση που εξελισσόταν τους τελευταίους μήνες για την εξαγορά της γερμανικής Delivery Hero, μητρικής της γνωστής στη χώρα μας efood, δεν κατέληξε εκεί που οι περισσότεροι περίμεναν, στη μεταβίβαση της ελληνικής εταιρείας στον αμερικανικό κολοσσό της Uber. Ήταν άλλωστε γνωστό ότι το πραγματικό ζητούμενο για την Uber δεν ήταν η Ευρώπη, αλλά οι δυναμικές αγορές της Ασίας και του Κόλπου. Έτσι, παρά τις συζητήσεις για συνολική απόκτηση του ομίλου, η συμφωνία των περίπου 13 δισ. ευρώ άφησε τελικά εκτός 14 αγορές, εκείνες όπου οι δύο πολυεθνικές είχαν ήδη ανταγωνιστική παρουσία, υπό τον φόβο ενστάσεων των ρυθμιστικών αρχών για λόγους ανταγωνισμού. Ανάμεσά τους και η ελληνική cash cow (χρυσωρυχείο στη γλώσσα μας). Οι δραστηριότητες αυτές πωλούνται χωριστά, έναντι 1,4 δισ. ευρώ, στην αμερικανική επενδυτική εταιρεία SSW Partners.
Η SSW Partners δεν είναι κλασικό επενδυτικό ταμείο ούτε εταιρεία που θέλει να λειτουργήσει η ίδια τις πλατφόρμες που αγοράζει , λειτουργεί ως μεσίτης για τα «περισσεύματα« αυτών των συμφωνιών. Έτσι το efood, με τζίρο γύρω στα 280 εκατ. ευρώ, καθαρά κέρδη πάνω από 20 εκατ. και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία στην ελληνική αγορά, δεν βρέθηκε στη βιτρίνα επειδή υστερούσε, αλλά επειδή η κυρίαρχη θέση του το έκανε ρυθμιστικό εμπόδιο για τη μεγάλη συμφωνία.Τα σχήματα αυτού του τύπου, που λειτουργούν ως ενδιάμεσο καθεστώς, έχουν ως σαφή στόχο να παραδώσουν στους επίδοξους αγοραστές εταιρείες όσο το δυνατόν πιο ελκυστικές. Κι αυτό επιτυγχάνεται συνήθως μέσω της περικοπής λειτουργικών εξόδων κι όχι επενδύσεων, ώστε να μεγιστοποιηθεί η τιμή μεταπώλησης. Το συμπέρασμα για την ελληνική αγορά είναι αρκετά ψυχρό και κυνικό. Σε συμφωνίες παγκόσμιας κλίμακας το να είσαι κυρίαρχος και κερδοφόρος, δε σε καθιστά αυτομάτως και επιθυμητό ,ενώ η θέση σου στην αγορά μπορεί ανά πάσα στιγμή να τεθεί υπό αμφισβήτηση από παράγοντες που δεν ελέγχεις.
Η εξέλιξη αυτή του ενδιάμεσου καθεστώτος δυσχεραίνει τα αιτήματα των εργαζομένων της εταιρείας για ασφαλείς συνθήκες εργασίας και αξιοπρεπείς αμοιβές. Όσο διάστημα εξελίσσονταν οι διαπραγματεύσεις, τα σωματεία των εργαζομένων στην εταιρεία, των οποίων η συντριπτική πλειοψηφία είναι διανομείς (ντελιβεράδες), προκήρυξαν στάσεις εργασίας, με τελευταία εκείνη στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Πυρήνα των διεκδικήσεων των εργαζομένων στις διανομές αποτελούν η ελάχιστη εγγυημένη αμοιβή ανά ώρα, καθώς παρατηρούν την τιμή ανά παραγγελία να μειώνεται συνεχώς, αλλά και η θέσπιση συγκεκριμένων, μετρήσιμων συνθηκών υπό τις οποίες η εργασία τους σταματά λόγω επικινδυνότητας, π.χ. θερμοκρασία ή χιλιοστά βροχής. Εδώ να επισημάνουμε ότι το μοντέλο εργασίας για τους διανομείς είναι εκείνο του freelancer, με πολύ λίγους πλέον να διατηρούν μισθωτή σχέση με την εταιρεία. Το μοντέλο αυτό έχει «αναβαθμιστεί» με την παροχή υπηρεσιών delivery στην πλατφόρμα από εργολαβικές εταιρείες, οδηγώντας σε περαιτέρω πίεση τις αμοιβές και τις συνθήκες ασφαλούς εργασίας των διανομέων, καθώς η πλατφόρμα δεν έχει καμία υποχρέωση απέναντί τους. Παράλληλα, γίνεται λόγος για αδιαφάνεια στα ψηφιακά/αλγοριθμικά συστήματα ανάθεσης των παραγγελιών και υπολογισμού της αμοιβής. Ζητείται από την πλατφόρμα να αποκαλύψει ποια ακριβώς είναι η λογική πίσω από την ανάθεση και τον υπολογισμό της αμοιβής ανά παραγγελία, με εκείνη να αρνείται πεισματικά τη γνωστοποίησή της. Συνολικά, η εξαγορά της εταιρείας και το καθεστώς εκκρεμότητας, που μπορεί να διαρκέσει για χρόνια, εντείνουν το αίσθημα αβεβαιότητας μεταξύ των εργαζομένων σε όλα τα πόστα, υπαλλήλους γραφείου, μηχανικούς λογισμικού, αποθηκάριους κλπ., καθώς περιορίζεται η διαπραγματευτική τους θέση απέναντι σε έναν προσωρινό ιδιοκτήτη, του οποίου οι θέσεις για τη στρατηγική της εταιρείας δεν είναι σαφείς.
Οι προκλήσεις για την εταιρεία είναι μπροστά, καθώς αποτελεί μήλον της έριδος για πιθανούς αγοραστές τόσο από το εξωτερικό όσο και από ελληνικές συνέργειες. Ένα σενάριο αλλαγής του χάρτη στις πλατφόρμες διανομής δεν είναι καθόλου απίθανο, με την Uber Eats Greece να έχει συσταθεί εδώ και καιρό και να μην αποκλείεται να κινηθεί αγοραστικά, εφόσον ξεκαθαρίσει το ρυθμιστικό τοπίο. Οι προκλήσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στο επίπεδο της ιδιοκτησίας· επεκτείνονται και στο τεχνικό. Με την εξαγορά της μητρικής Delivery Hero, η ανάπτυξη των κεντρικών ψηφιακών υπηρεσιών του ομίλου παγώνει και οι υπηρεσίες αυτές αποτελούν, μετά την εξαγορά από τον γερμανικό όμιλο, τον πυρήνα υποστήριξης του προϊόντος του efood. Δημιουργείται έτσι ζήτημα ανταγωνιστικότητας στην εγχώρια αγορά, τη στιγμή που ο βασικός αντίπαλος υποστηρίζεται από έτερο αμερικανικό κολοσσό με πολλαπλάσιο προσωπικό ανά τον κόσμο.
Όποιος εν τέλει εξαγοράσει το efood δεν αποκτά μόνο μια εφαρμογή παραγγελιών. Αποκτά το μεγαλύτερο ενεργό ψηφιακό πελατολόγιο της χώρας, ένα δίκτυο διανομής με εθνική κάλυψη που φτάνει μέχρι το σπίτι του καταναλωτή, αλλά και πρόσβαση στα καταναλωτικά δεδομένα εκατοντάδων χιλιάδων νοικοκυριών. Επιπλέον, η εταιρεία έχει επενδύσει δεκάδες εκατομμύρια τα τελευταία χρόνια στον χώρο του ηλεκτρονικού σουπερμάρκετ, εξαγοράζοντας εταιρείες logistics για να υποστηρίξει την επένδυσή της. Συμπεραίνουμε, επομένως, ότι το διακύβευμα ξεπερνά κατά πολύ την αγορά της εστίασης. Πρόκειται για τον έλεγχο ενός ψηφιακού δικτύου που έχει ήδη γίνει μέρος της καθημερινότητας εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και επηρεάζει άμεσα χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, των οποίων η επιβίωση εξαρτάται από τους όρους της πλατφόρμας. Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν είναι μόνο το μέγεθος του διακυβεύματος, αλλά και η απόστασή του από εκείνους τους οποίους αφορά. Η τύχη του κρίνεται σε έναν ουρανοξύστη του Μανχάταν, από ανθρώπους που δεν πρόκειται ποτέ να συναντήσουν κανέναν από τους διανομείς και τους εστιάτορες που θα επηρεαστούν.


Άλλος ένας ευρωπαϊκός όμιλος σε αμερικανικά χέρια
Αξίζει να σημειώσουμε πως ακόμη ένας ευρωπαϊκός τεχνολογικός όμιλος, με πορεία 15 ετών, έδρα το Βερολίνο και παρουσία σε πάνω από 70 χώρες, περνά σε αμερικανικά χέρια. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο γεγονός. Μέσα σε περίπου έναν χρόνο, αμερικανικές πλατφόρμες προτίμησαν να εξαγοράσουν τους ευρωπαίους αντιπάλους τους αντί να τους ανταγωνιστούν, βλέπε DoorDash–Deliveroo και Lyft-FreeNow.
Παρατηρούμε, επομένως, ότι σε συνθήκες κρίσης του κεφαλαίου, το κομμάτι του δυτικού κεφαλαίου με έδρα τις ΗΠΑ δεν αφήνει περιθώρια ανταγωνισμού σε άλλα κέντρα, ακόμη και εντός του ίδιου του δυτικού στρατοπέδου. Πολύ περισσότερο στον ψηφιακό τομέα, που θεωρείται κεντρικός τόσο για τη στρατηγική υπέρβασης της κρίσης όσο και για τον αγώνα της πλανητικής κυριαρχίας.
Πέρα από την εμπορική συναλλαγή, μιλάμε για μια τεχνολογική εταιρεία με δυνατότητα παροχής υπηρεσιών νέφους σε εκατομμύρια χρήστες και ανάπτυξης πρωτοποριακών υπηρεσιών μεγάλης κλίμακας και υψηλής διαδικτυακής κίνησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τεχνογνωσία που παραμένει σε ευρωπαϊκά χέρια. Πέρα όμως από το τεχνολογικό σκέλος, υπάρχει και το ζήτημα της συγκέντρωσης δεδομένων εκατομμυρίων χρηστών σε παγκόσμια κλίμακα, δεδομένων που διαμορφώνουν καταναλωτικές συνήθειες και, κατ’ επέκταση, πολιτιστικά πρότυπα σε δεκάδες χώρες.
Εν τέλει, οι εξαγγελίες της Ε.Ε. περί ψηφιακής κυριαρχίας φαίνεται να παραμένουν εξαγγελίες, καθώς τα κέντρα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου αδυνατούν να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους ακόμη και τις τεχνολογικές εταιρείες που κατάφεραν να πρωταγωνιστήσουν.




































































