Σε πρόσφατες ομιλίες και συνεντεύξεις έκανα λόγο για ένα «3,5%». Το ποσοστό αυτό δεν έχει σχέση με εκλογές, αλλά αφορά κάποια πορίσματα από την πείρα κινημάτων που μπόρεσαν να αλλάξουν την πορεία πραγμάτων σε διάφορες χώρες και περιοχές του κόσμου. Πρόκειται για μελέτες που αξιοποιούν εμπειρικά δεδομένα από πολιτικά και κοινωνικά κινήματα εξεταζόμενα σε μια μεγάλη διάρκεια (από το 1900 έως το 2006), και κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα: Προοπτικές πραγμάτωσης στόχων ή αποτροπής δυσμενέστατων καταστάσεων είχαν τα κινήματα που κατόρθωσαν να συσπειρώσουν τουλάχιστον το 3,5% του πληθυσμού μιας χώρας. Χωρίς αυτήν την προϋπόθεση, τα περισσότερα κατέληγαν σε αποτυχίες.

Αυτό το 3,5% του πληθυσμού, όταν είναι ένα πραγματικό αντιπροσωπευτικό δείγμα που συνενώνει διάφορες ηλικίες, επαγγέλματα, κατηγορίες πολιτών σε ολόκληρη τη χώρα (όχι μια ιδιαίτερη μόνο κατηγορία πολιτών), και συσπειρώνεται γύρω από κεντρικούς στόχους, είναι μια απαραίτητη και ικανή συνθήκη για να αλλάξουν συσχετισμοί, συνακόλουθα και η πορεία μιας χώρας. Πρόκειται για ένα ενεργό μέρος της κοινωνίας, όχι απλά ένα σύνολο ψηφοφόρων. Μιλάμε για ένα τμήμα της κοινωνίας που έχει αναπτύξει χαρακτηριστικά κινήματος και υποκειμένου, ένα τμήμα που μπορεί να είναι ο πυρήνας ενός μεγάλου ιστορικού μπλοκ μετασχηματισμού.

Στη χώρα μας από το 2010, χρονιά της χρεοκοπίας, έως σήμερα έχουν κινητοποιηθεί εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, εκατομμύρια σε κορυφαίες στιγμές (αντιμνημονιακό κίνημα, κίνημα Τεμπών). Αλλά δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να συγκροτηθεί ένα συλλογικό «Εμείς» που να θέτει συνολικότερα ζητήματα, να αποτελεί ένα Υποκείμενο ικανό να απαντήσει στο Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας, στο μεταπρατικό εξαρτημένο μοντέλο, στο πολιτικό σύστημα που υπηρετεί αυτό το μοντέλο.

Αν σκεφτούμε έναν πολύ γενικό ορισμό για την πολιτική (ας τη θεωρήσουμε ως έναν διαρκή αγώνα ανάμεσα στις προσπάθειες των υποτελών στρωμάτων και τάξεων να λύσουν το πρόβλημα της συλλογικής δράσης, και στις συστηματικές προσπάθειες του κράτους των κυρίαρχων δυνάμεων να το καταστήσουν δυσκολότερο, να εμποδίσουν την επίλυσή του με κάθε τρόπο), θα πρέπει να συμπεράνουμε πως δεν αρκούν οι κορυφαίες στιγμές κινητοποίησης για να επιφέρουν μόνιμα αποτελέσματα ή να αλλάξουν σε βάθος και ουσιαστικά τους συσχετισμούς. Άλλωστε η συστημική πλευρά έχει αποκτήσει μηχανισμούς και ικανότητες να καταστέλλει, να ενσωματώνει, να διασπά, να σκορπά την κοινωνική δυναμική και δυσαρέσκεια. Υπάρχουν και άλλοι λόγοι –θα τους δούμε παρακάτω– για τους οποίους δεν γεννήθηκε κάτι πιο πρωτότυπο και βαθύ-μόνιμο στα χρόνια 2010-2026.

Έχουμε όμως τρεις σειρές ερωτημάτων που πρέπει να θέσουμε εξ αρχής:

– Ερώτημα πρώτο: «Πώς ένα διάσπαρτο σύνολο πολιτών που αντιστέκεται ή δυσφορεί μετατρέπεται σε δύναμη αλλαγής και προοπτικής;»
– Ερώτημα δεύτερο (και εξαιρετικά δύσκολο να απαντηθεί): «Ποιο κοινωνικό υποκείμενο μπορεί να αλλάξει την πορεία της χώρας, και πώς συγκροτείται;».
– Ερώτημα τρίτο: «Γιατί στην Ελλάδα των χρόνων 2010-2026 δεν έχει συγκροτηθεί ένα συλλογικό Εμείς ικανό να αντιστρέψει την πορεία των πραγμάτων;»

Τα ερωτήματα αυτά άπτονται ζητημάτων θεωρίας, στρατηγικής, αλλά και εμπειρικών ιστορικών δεδομένων. Η πιο συνηθισμένη προσπάθεια απάντησης, στην Ελλάδα αυτών των χρόνων, ήταν συνήθως η εκλογική προσπάθεια – με την έννοια της δημιουργίας ενός κόμματος που θα συμμετείχε στις προσεχείς εκλογές κάθε φορά, με τη δημιουργία μιας κυβέρνησης που θα τα άλλαζε όλα, δια της αναθέσεως και με την ψήφο. Τα κινηματικά χαρακτηριστικά υποχωρούσαν, το βάθος της πολιτικοποίησης ήταν χαμηλό, η προοπτική δεν συνδεόταν με μια στρατηγική μακράς πνοής. Αναλώθηκαν δυνάμεις σε εκλογικές διαδικασίες και οι αυταπάτες έσυραν τον χορό κάθε φορά.

Ας τα θέσουμε λοιπόν κάπως πιο αξιωματικά τα ζητήματα, μήπως και συνεννοηθούμε καλύτερα και ουσιαστικότερα.

Η νέα συλλογική ικανότητα

Η Ελλάδα δεν χρειαζόταν και δεν χρειάζεται μόνο μια αλλαγή κυβέρνησης. Χρειάζεται κυρίως μια ανασυγκρότηση του πολιτικού και κοινωνικού υποκειμένου που θα συνδέσει ξανά το εθνικό σχέδιο με την κοινωνική προοπτική.

Το ζήτημα δεν μπορεί να προσπεραστεί με επίκληση κάθε φορά του «επείγοντος», του «εξαιρετικά επείγοντος» (που αφορά σχεδόν αποκλειστικά την ψήφο και τίποτα άλλο). Επειδή:

– η διάγνωση του προβλήματος (το «Υπαρξιακό Πρόβλημα» της χώρας),
– η ανάγκη συγκρότησης του κοινωνικού υποκειμένου που μπορεί να το αντιμετωπίσει (η εθνοκοινωνική συμμαχία),
– και οι αναγκαίες προϋποθέσεις πραγματικής αλλαγής (κρίσιμη μάζα πολιτών, συλλογική δράση, θεσμοί, εμπιστοσύνη),

είναι ζητούμενα σε επίπεδο συνείδησης, θεωρίας, γνώσης, προτάσεων, μεθόδου, ενότητας, πολιτικής και στρατηγικής. Διαφορετικά, ισχύει το λαϊκό «πού πας ρε Καραμήτρο;»…

Η πιο ενδιαφέρουσα κινούσα ιδέα (στρατηγική αντίληψη σε πολλά πεδία) είναι ότι η αλλαγή πορείας μιας χώρας δεν αρχίζει από μια κυβερνητική εξουσία, αλλά κυρίως και πρωταρχικά από τη δημιουργία μιας νέας συλλογικής ικανότητας. Δηλαδή από το αν μια κοινωνία μπορεί να πιστέψει (ή να ξαναπιστέψει) ότι:

– έχει κοινό μέλλον,
– μπορεί να συνεργαστεί,
– μπορεί να παράγει σχέδιο,
– μπορεί να δημιουργήσει θεσμούς που υπηρετούν αυτό το σχέδιο.

Εκεί συνδέεται η πρόταση του «3,5%» ενεργών πολιτών με κάτι βαθύτερο από έναν αριθμό: με την έννοια της κρίσιμης κοινωνικής μάζας, φορέα και διακινητή της ανάγκης δημιουργίας και στήριξης μιας νέας συλλογικής ικανότητας που αλλάζει τις προσδοκίες μιας ολόκληρης κοινωνίας.

 Ο ορίζοντας της Ελλάδας που θέλουμε

Έχει ιδιαίτερη σημασία να ορίσουμε το τι θέλουμε να πετύχουμε στρατηγικά. Γιατί αγωνιζόμαστε και προς τα πού κατευθυνόμαστε, μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες και εντελώς ρευστές γεωπολιτικές συνθήκες, μέσα σε έναν ταραγμένο κόσμο που κι αυτός αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς.

Ο ορίζοντάς μας είναι η ανασυγκρότηση της Ελλάδας ως μιας σύγχρονης, δημοκρατικής και δημιουργικής εθνικής κοινωνίας, ικανής να εξασφαλίσει ιστορική συνέχεια, κοινωνική συνοχή και συλλογική προοπτική στον 21ο αιώνα. Είναι η ύπαρξή της ως κυρίαρχης χώρας, και όχι ως οικόπεδο-κόμβος. Ανασυγκρότηση λοιπόν ακριβώς για να μπορεί να υπάρχει, και δημοκρατική (με τον λαό να συμμετέχει ουσιαστικά). Φυσικά όχι σαν τάση επιστροφής σε ένα παρελθόν που έχει παρέλθει, αλλά εξασφαλίζοντας ιστορική συνέχεια και νόημα. Μια κοινωνία με συνοχή και συλλογική προοπτική στο σήμερα και το αύριο.

Σε αυτόν τον ορίζοντα υπάρχουν τρία επίπεδα:

Εθνικό στοιχείο
Η Ελλάδα ως ιστορική κοινότητα: με συνέχεια, πολιτισμό, γλώσσα, μνήμη, γεωπολιτική παρουσία, στρατηγικά συμφέροντα.

Κοινωνικό στοιχείο
Η κοινωνία ως πραγματικό περιεχόμενο του έθνους: με πολίτες κι όχι υπηκόους, με σεβασμό στην εργασία, με στήριξη της οικογενειακής αλληλεγγύης, με δικαιοσύνη, συμμετοχή παντού, με εκδημοκρατισμό σε όλους τους τομείς.

Πολιτειακό στοιχείο
Η Πολιτεία και το κράτος ως μοχλός: κυριαρχίας, οργάνωσης δημόσιου βίου, δημοκρατίας, στρατηγικού σχεδιασμού.

Δηλαδή εκδημοκρατισμός και ανασυγκρότηση Πολιτείας και κράτους τέτοια που να διαθέτουν-εκφράζουν στρατηγική βούληση, θεσμική ικανότητα, και κυρίως κοινωνική νομιμοποίηση προκειμένου να υπηρετούν τη μακροπρόθεσμη επιβίωση και ανάπτυξη της κοινωνίας.

Αυτό είναι το αντίθετο του φαινομένου που περιγράφουμε ως μεταπρατισμό και του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος: μια χώρα που καταναλώνει, εισάγει και προσαρμόζεται χωρίς δική της στρατηγική, που προσαρμόζεται, που εκποιείται, που καταστρέφεται προς όφελος μιας θλιβερής μειοψηφίας η οποία πλουτίζει σε άμεση συνεργασία με διεθνή μεγαθήρια-προστάτες.

Η σημασία της εθνοκοινωνικής συγκρότησης

Πέρα από το στόχο της εθνοκρατικής υπόστασης της χώρας, το εθνοκοινωνικό στήριγμα αυτής της πορείας είναι κρισιμότατος παράγοντας, τέτοιος που δίνει και τον χαρακτήρα της υπόστασης (το ουσιαστικό περιεχόμενό της). Επί της ουσίας, η εθνοκοινωνική συγκρότηση συνίσταται στη συνάντηση κοινωνικών ομάδων που, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, συμφωνούν ότι απαιτείται μια συνολική αλλαγή πορείας της χώρας, και μια νέα σύνδεση εθνικής στρατηγικής και κοινωνικής προόδου. Πρόκειται δηλαδή για συμμαχία γύρω από έναν κοινό σκοπό.

Ένας βασικός στόχος σε αναφορά με την εθνοκοινωνική συγκρότηση, είναι η πρόταση για το «3,5%». Δηλαδή ενός κινήματος που θα συγκεντρώσει μια κρίσιμη μάζα ενεργών πολιτών, οι οποίοι θα αποτελέσουν τον πυρήνα αυτής της εθνοκοινωνικής συμμαχίας.

Το έθνος, σε μια σύγχρονη σημασία του, αποτελείται από πολλά στοιχεία νοήματος, ιστορίας και καταγωγής, αλλά συμπληρώνεται και ως δημοκρατική ιστορική κοινότητα πολιτών με κοινή ευθύνη για το μέλλον. Με αυτήν την έννοια, μπορεί να λειτουργήσει ως ευρύ ενοποιητικό πλαίσιο για μια κοινωνική πλειοψηφία, συγχρόνως δε αποτελεί το σημείο που η έννοια της «εθνοκοινωνικής συμμαχίας» μπορεί να αποκτήσει τη μεγαλύτερη θεωρητική δύναμη.

Αυτό επιτρέπει να συνδεθούν τρία στοιχεία που συχνά εμφανίζονται διαχωρισμένα: α) η εθνική συνέχεια (ποιοι είμαστε και ποια ιστορική διαδρομή έχουμε), β) η κοινωνική δικαιοσύνη (για ποιους υπάρχει η χώρα και η ανάπτυξή της), και γ) η δημοκρατική συμμετοχή (ποιοι αποφασίζουν για το μέλλον της).

Η σύνθεση αυτή μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας νέας πολιτικής πρότασης.

Το κοινωνικό κεφάλαιο και το συλλογικό «Εμείς»

Το σημείο εκκίνησης για τους στόχους που θέσαμε είναι η συγκρότηση ενός συλλογικού πολιτικού και κοινωνικού υποκειμένου. Τα πρώτα βασικά θεμελιωτικά βήματα μπορούν να οριστούν ως εξής:

  1. Να διαμορφώσουν κοινή συνείδηση του προβλήματος.
  2. Να δημιουργήσουν δίκτυα εμπιστοσύνης.
  3. Να παράγουν κοινωνικό κεφάλαιο.
  4. Να συνδέσουν διαφορετικά κοινωνικά στρώματα.
  5. Να δημιουργήσουν ένα νέο αίτημα πολιτικής κατεύθυνσης.

Τι μπορούμε να θεωρήσουμε ως «κοινωνικό κεφάλαιο» και ποια η σημασία του;

Το κοινωνικό κεφάλαιο είναι η συλλογική ικανότητα μιας κοινωνίας να συνεργάζεται. Δεν αποτελείται από χρήματα ή υλικούς πόρους, αλλά από την εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών, την προθυμία τους να αναλαμβάνουν κοινές δράσεις και την ύπαρξη δικτύων που καθιστούν αυτή τη συνεργασία εφικτή.

Μια κοινωνία με υψηλό κοινωνικό κεφάλαιο έχει: υψηλή εμπιστοσύνη, περισσότερη συμμετοχή σε συλλόγους και κοινότητες, μεγαλύτερη εθελοντική δράση, ευκολότερη και ικανότερη συνεργασία, αποτελεσματικούς θεσμούς σε όλα τα πεδία.

Αντίθετα, το χαμηλό κοινωνικό κεφάλαιο χαρακτηρίζεται από: έντονη καχυποψία, ισχυρό ατομισμό, διχόνοια και δυσκολία συνεργασίας, διευρυμένες πελατειακές σχέσεις, χαμηλή συμμετοχή στα κοινά.

Ένα πραγματικό κίνημα λοιπόν έχει σαν βασική συνισταμένη την παραγωγή κοινωνικού κεφαλαίου. Δηλαδή τη δημιουργία ενός πυκνού δικτύου εμπιστοσύνης, συνεργασίας και κοινής ευθύνης μεταξύ ενεργών πολιτών, το οποίο θα αυξήσει τη συλλογική ικανότητα της ελληνικής κοινωνίας να σχεδιάζει και να υλοποιεί μακρόπνοους εθνικούς κοινωνικούς στόχους.

Η ελληνική περίπτωση

Παρά τα ισχυρά δείγματα εθελοντισμού και αλληλεγγύης που αναφάνηκαν στα χρόνια που εξετάζουμε, η ελληνική περίπτωση σήμερα χαρακτηρίζεται από χαμηλή εμπιστοσύνη, απογοήτευση από συλλογικές προσπάθειες, οργανωτική κόπωση, δυσπιστία στο αν μπορεί να γίνει κάτι αξιόλογο. Το υπάρχον κοινωνικό κεφάλαιο είναι χαμηλό.

Άρα δεν μπορούμε και δεν πρέπει να καλλιεργούμε την αίσθηση μιας εύκολης πορείας, μιας γρήγορης αλλαγής, ενός μικρού «θαύματος», μιας αίσθησης ότι όλα κρίνονται στην επόμενη εκλογική μάχη. Χρειάζεται πολύ και συστηματική δουλειά για την αύξηση του κοινωνικού κεφαλαίου εντός της ελληνικής κοινωνίας.

Κάθε πραγματικό κίνημα, πέρα από τους κεντρικούς στόχους που το συγκροτούν, παρουσιάζει ένα σύνολο μορφών δράσης και διαβούλευσης. Κίνημα δεν σημαίνει μόνο διαδηλώσεις και μεγάλες κινητοποιήσεις. Περιλαμβάνει επίσης συνέδρια, εκδηλώσεις, εκπαίδευση, τοπικές δράσεις, πολιτιστικές πρωτοβουλίες, κοινωνικές παρεμβάσεις κ.λπ. Δεν είναι σκέτα «πολιτικό» με τη στενή και τρέχουσα έννοια.

Οφείλει να είναι ταυτόχρονα πολιτικό, κοινωνικό, μορφωτικό, πολιτιστικό, παραγωγικό. Μόνο έτσι μπορεί να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός διαρκούς και αναγνωρίσιμου πολιτικού και κοινωνικού κινήματος.

Όλα αυτά διαφέρουν πολύ από το ιδρύω ένα κόμμα και κατεβαίνω στις εκλογές, νοιάζομαι για τα ποσοστά, υιοθετώ όλα τα τερτίπια του πολιτικού μάρκετινγκ και της μικροπολιτικής. Ακόμα, δεν έχει σημασία αν ένα κόμμα μεταμφιέζεται ή ονομάζεται «κίνημα». Σημασία έχει η ουσία.

Γιατί απέτυχαν οι μέχρι τώρα προσπάθειες (2010-2026);

Το ζήτημα είναι μεγάλο. Σαν απάντηση στο ερώτημα αυτό, στα πλαίσια του σημειώματος, θα αναφερθούμε σε ένα αξιόλογο παράδειγμα: αυτό της Σπίθας, του κινήματος που είχε δημιουργήσει ο Μίκης Θεοδωράκης το 2010, δηλαδή στην αρχή της μνημονιακής περιόδου, και το οποίο είχε βραχεία ιστορία.

Αμέσως προσέλκυσε ανθρώπους από διαφορετικές αφετηρίες: πατριωτικούς χώρους της Αριστεράς, ανένταχτους δημοκράτες, πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ, ανθρώπους της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, πανεπιστημιακούς, καλλιτέχνες, μικρομεσαίους επαγγελματίες, αρκετούς νέους που κινητοποιήθηκαν από τα Μνημόνια. Κατάφερε δε σε σύντομο διάστημα να ανοίξει έναν νέο δημόσιο λόγο, να δημιουργήσει εκατοντάδες τοπικές επιτροπές, να κινητοποιήσει χιλιάδες ανθρώπους, να συνδέσει κοινωνικό και πατριωτικό λόγο. Όλα αυτά δεν ήταν καθόλου λίγα.

Δεν μπόρεσε όμως εξελιχθεί σε μόνιμο πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα για διάφορους λόγους. Συνέτρεξαν αρκετοί παράγοντες, αναφέρω μερικούς:

Α) Στην πράξη αποτέλεσε περισσότερο συσπείρωση διαμαρτυρίας παρά μακροπρόθεσμο σχέδιο. Το κύριο συνεκτικό στοιχείο ήταν η αντίθεση στα Μνημόνια, χωρίς να έχει γίνει ή να έχει κατανοηθεί σε βάθος ένα επεξεργασμένο κοινό σχέδιο για την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια, για το παραγωγικό μοντέλο, για τους θεσμούς, για την οργανωτική φυσιογνωμία του κινήματος. Δεν μιλάμε για ιδέες ή προτάσεις του Μίκη Θεοδωράκη: κάνουμε λόγο για το τι είχε «χωνευτεί» από το κίνημα Σπίθα και αν υπήρχε ενότητα στόχων σε κάποιο ηγετικό επίπεδο.

Β) Η προσωπικότητα του Μίκη ήταν ταυτόχρονα δύναμη και αδυναμία. Ο Μίκης είχε τεράστιο ηθικό κύρος, κι αυτό κινητοποίησε κόσμο. Ο ίδιος πήρε μια πολύ καθαρή και ουσιαστική θέση για το μνημονιακό καθεστώς. Ήταν παρών με ουσιαστικό τρόπο, έκανε ό,τι μπορούσε. Όμως παράλληλα δημιουργήθηκε μεγάλη εξάρτηση από την προσωπική του παρουσία και, παρόλο που δημιουργήθηκαν πολλές τοπικές Σπίθες, δεν έγινε δυνατό να υπάρξει κοινή μεθοδολογία, ούτε σαφής καταμερισμός ρόλων, ούτε σταθεροί μηχανισμοί συντονισμού, ούτε διαδικασία παραγωγής νέας ηγεσίας. Πέρα από αυτά, διάφοροι «εισοδισμοί» ποικίλων μαγαζιών έπαιξαν διαβρωτικό ρόλο.

Γ) Η ανάδυση του ΣΥΡΙΖΑ την ίδια εποχή έπαιξε σημαντικό ρόλο στο μη προχώρημα της Σπίθας, υπήρξε δηλαδή ο σημαντικότερος εξωτερικός παράγοντας. Από το 2012 και μετά, μεγάλο μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας μεταφέρθηκε στην εκλογική προσδοκία. Η πιθανότητα κυβερνητικής αλλαγής τράβηξε το ενδιαφέρον, και έτσι η ενέργεια μετακινήθηκε από το κοινωνικό κίνημα προς την εκλογική πολιτική.

Σε οξυμένες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις, υπάρχει ο πειρασμός σε διάφορα εγχειρήματα να ενώσουν τους ανθρώπους κυρίως μέσω μιας κοινής αντίθεσης (π.χ. στα Μνημόνια, στο πολιτικό σύστημα, ή Τέμπη σήμερα). Παρόλο που υπάρχει ισχυρή αρχική κινητοποίηση, αυτή δεν αρκεί για να εξασφαλίσει διάρκεια. Η ανθεκτικότητα φαίνεται να εξαρτάται κυρίως από τα ακόλουθα:

– ένα σαφές και θετικό κοινό όραμα,
– διαδικασίες που καλλιεργούν εμπιστοσύνη και συμμετοχή,
– οργανωτικές δομές που δεν εξαρτώνται από ένα πρόσωπο,
– μια κουλτούρα συνεργασίας που επιβιώνει ακόμη και όταν αλλάζουν οι πολιτικές συγκυρίες.

Αν αυτά λείπουν από την κεντρική κατεύθυνση, σαν απαραίτητες προϋποθέσεις ενός σχεδιασμού και μιας υλοποίησης στην πράξη, τότε η πραγματικότητα βάζει τον καθένα στη θέση που του αξίζει. Ιδιαίτερα όσους «παίζουν» με ποσοστά, εκλογικές διαδικασίες και καριέρες.

***

Θίξαμε στο σημείωμα ορισμένες πλευρές του ζητήματος. Ελπίζω να βοηθούν στον προβληματισμό και στην κατάδειξη του ότι ένα σχέδιο πρέπει να είναι επεξεργασμένο, να λαμβάνει υπόψη του πολλές πλευρές και ανάγκες. Άλλωστε η στρατηγική μπορεί να οριστεί και με έναν κάποιο πρακτικό τρόπο: Είναι η δυνατότητα και η προσπάθεια να βγεις από μια εξαιρετικά δύσκολη θέση και να αλλάξεις τους όρους και τους συσχετισμούς. Βρισκόμαστε σε τέτοιο σημείο, και αντιμετωπίζουμε μια σοβαρή και ισχυρή αντίδραση.

Να είστε καλά και καλό καλοκαίρι (όσο είναι δυνατόν).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!