Γράφει ο Γιώργος Γιαλούρης

δεν το έβαζε κάτω, δοκίμαζε ξανά και ξανά μέχρι που κατάφερε σε μια στιγμή ονειροπόλησης, διαβάζοντας την εφημερίδα του, προσπερνώντας τα γράμματα, τις λέξεις και τις σελίδες να διαχωρίσει δύο φαινομενικά αδιαχώριστα πράγματα και ν’ αποτυπώσει μία κατάσταση απουσίας σε έναν άπειρο και ακατανόητο χώρο στον οποίο ο χρόνος εμφανιζόταν κατά κύματα, προσέκρουε στην αμμουδιά του απείρου κι έπειτα χανόταν αποτραβηγμένος μέσα στην αέναη επανάληψη της ίδιας, μονότονης, απόλυτης κίνησης και όπως βρισκόταν ξαπλωμένος σε μία ψάθα με τις φτέρνες του να εξέχουν και να έχουν βυθιστεί στην άμμο, άνοιγε και τέντωνε τα δάχτυλα των ποδιών του παρατηρώντας από το μικρό κενό ανάμεσά τους το ανομοιογενώς κυψελωτό στραφτάλισμα του ήλιου πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας που κηλιδωνόταν μόνο από μερικά αφρισμένα κύματα μέχρι που διακόπηκε η ονειροπόλησή του από ένα συριστικό και ενοχλητικό «Συγγνώμη!», διότι μία γυναικεία φωνή από τα δεξιά του ακούστηκε σαν μπαλόνι που το αφήνεις να ξεφουσκώσει κρατώντας το χείλος του από τα άκρα, και ήταν όντως μία κυρία μ’ ένα παρεό τυλιγμένο γύρω της η οποία ήταν ξαπλωμένη σε μία ψάθα πάνω από μία μεγάλη πετσέτα θαλάσσης, η αντηλιά όμως δεν του επέτρεπε να δει καθαρά τη μορφή της κι έτσι έφερε το αριστερό του χέρι πάνω από τα βλέφαρά του για να διακρίνει τελικά ένα σώμα μάλλον στρουμπουλό, γερμένο προς το μέρος του σε μία στάση όχι ιδιαίτερα φιλική αν έκρινε κανείς από τα σφιγμένα χαρακτηριστικά και το επιτιμητικό βλέμμα που σιγόκαιγε πίσω από τα ευμεγέθη γυαλιά ηλίου, «απαγορεύονται τα κοχύλια στην παραλία», ξεφώνισε η κυρία και έδειξε πάνω από τα κεφάλια τους, με μία χειρονομία σαν να του έλεγε, «μα είναι δυνατόν, δεν βλέπετε την πινακίδα;», και ήταν όντως μία πινακίδα σε σχήμα κυκλικού δίσκου με κόκκινο πλαίσιο που απεικόνιζε το περίγραμμα ενός κοχυλιού ενώ μία διαγώνια, επίσης κόκκινη και φαρδιά γραμμή διέτρεχε τη μεταλλική επιφάνεια αφήνοντας μηδενικά περιθώρια παρερμηνείας του περιεχομένου της, με άλλα λόγια ήταν ξεκάθαρο ότι τα κοχύλια απαγορεύονταν σε τούτο το μέρος, βέβαια δεν ήταν σίγουρος γιατί τον αφορούσε η συγκεκριμένη απαγόρευση, ωστόσο η κυρία πρόλαβε τη σκέψη του και συνέχισε με τον ίδιο τόνο στη φωνή της, «ένα κοχύλι σκαρφαλώνει πάνω σας» συμπλήρωσε με έναν συνδυασμό αηδίας και αγανάκτησης και ενστικτωδώς έστρεψε αμέσως το βλέμμα του προς την κοιλιά του αντικρίζοντας ένα ζωντανό κοχύλι με μακρόστενο κέλυφος σαν πλεγμένο κοτσιδάκι που κατέληγε σε μία σουβλερή μύτη να κινείται αργά πάνω του ενώ κάτω από το κέλυφος, μικρά, μαλακά ποδαράκια βεντούζωναν πάνω στην επιδερμίδα του και το οδηγούσαν από το πλάι της κοιλιάς του προς τον αφαλό του, «παρακαλώ πολύ να το απομακρύνετε», έσκουξε η κυρία και τι να κάνει ο κακομοίρης, υπάκουσε χωρίς διαμαρτυρίες, το έπιασε με τον αντίχειρα και τον δείκτη του δεξιού του χεριού και το τράβηξε πολύ προσεκτικά σε πείσμα του κοχυλιού αφού εκείνο αντέδρασε, έσφιξε πιο γερά τις βεντούζες του πάνω του, αλλά δεν κατάφερε τελικά ν’ αποτρέψει το αναπόφευκτο διότι η δύναμη του άνδρα, ο οποίος το σήκωσε με το χέρι του, αποδείχθηκε ισχυρότερη, το άφησε στο νερό, επέστρεψε στη θέση του και έπιασε ξανά την εφημερίδα που είχε διπλωμένη στο πλάι και την άνοιξε, μάλιστα την άνοιξε στην πρώτη σελίδα στην οποία αναγραφόταν με μεγάλα, αραιά γράμματα ο τίτλος «Στιγμή», ωστόσο οι υπόλοιπες σελίδες ήταν κενές, πράγμα παράξενο αλλά κι επουσιώδες, διότι εκείνος αφιέρωνε τόσο χρόνο στην ανάγνωση της εφημερίδας, όσο θα χρειαζόταν αν ήταν γεμάτη με λέξεις, φράσεις και γράμματα, και γυρνούσε τις σελίδες συνεχίζοντας να διαβάζει με προσήλωση την ώρα που το πεισμωμένο κοχύλι δεν τα είχε παρατήσει, είχε βρεθεί πάλι στην αμμουδιά και σε όρθια στάση, με τη μύτη του σκληρού του περιβλήματος στραμμένη προς τον ήλιο, ανακάτευε την άμμο από κάτω του και λίγο λίγο, με αξιοθαύμαστη υπομονή, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς, μείωνε την απόσταση που το χώριζε από εκείνον.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!