του Δημήτριου Δούκα Σουφλέρη*

Την Τετάρτη 24 Ιουνίου έληξε η δημόσια διαβούλευση για το νέο χωροταξικό των ΑΠΕ (ΕΠΧ/ΑΠΕ, Σχέδιο Κοινής Υπουργικής Απόφασης) και τη στρατηγική μελέτη (ΣΜΠΕ) που το συνόδευε. Η δημόσια διαβούλευση κράτησε λίγο περισσότερο από ένα μήνα και σε αυτήν συμμετείχαν περίπου 1.035 άτομα και οργανώσεις από όλη την Ελλάδα [δυστυχώς το ποσοστό είναι περίπου 0,0099% του ελληνικού πληθυσμού, τραγικό για τα περιβαλλοντικά κινήματα… και πολύ καλό για την κυβερνητική προπαγάνδα (1)]. Αφορά τον χωροταξικό σχεδιασμό ολόκληρης της χώρας για το σύνολο των ενεργειακών έργων, επιλογή που θα επηρεάσει το φυσικό περιβάλλον, την οικονομία, τον τουρισμό, τη γεωργία, την πολιτιστική κληρονομιά, την ποιότητα ζωής, και τελικά το ίδιο το αναπτυξιακό πρότυπο της Ελλάδας. Η δημόσια διαβούλευση για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΕΧΠ/ΑΠΕ) αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη θεσμική συζήτηση που έχει πραγματοποιηθεί στη χώρα για τον τρόπο με τον οποίο θα οργανωθεί ο ελληνικός χώρος κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες (2).

Το νέο Χωροταξικό έρχεται να αντικαταστήσει το υφιστάμενο, το οποίο είναι του 2008 (ΚΥΑ 49828/12.11.2008) και εδώ και πολλά έτη θεωρείται παρωχημένο και ξεπερασμένο, κανονικά δε έχει λήξει από το 2023 λόγω της 15ετούς διάρκειάς του. Επιπλέον κατηγορείται ότι δεν είχε σπουδαίες πρόνοιες για το περιβάλλον. Το ΥΠΕΝ υποστηρίζει ότι το νέο χωροταξικό έχει συνυπολογίσει τα προβλήματα που έχουν παρουσιαστεί όλα αυτά τα χρόνια και πλέον έχει σοβαρές και ισχυρές προβλέψεις υπέρ του περιβάλλοντος, των προστατευόμενων περιοχών, των βουνών, ποταμών, θαλασσών κ.λπ.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα, δηλαδή αυτό το σχέδιο καλύπτει ικανοποιητικά τις μεγάλες περιβαλλοντικές ανάγκες οι οποίες υπάρχουν στη χώρα μας; Γιατί αυτό ήταν, είναι και θα είναι το μεγάλο και πιο βασικό πρόβλημα για τη χώρα: η πραγματική προστασία του περιβάλλοντος ενός από τους σπουδαιότερους οικοσυστημικά τόπους του πλανήτη. Και το ερώτημα είναι αν μπορεί πραγματικά το νέο Χωροταξικό να αποτρέψει την περαιτέρω βιομηχανοποίηση του φυσικού χώρου της Ελλάδας. Συναφές με το ερώτημα: πόση ανάπτυξη μπορεί να αντέξει ένας τόπος χωρίς να χάσει αυτό που τον καθιστά μοναδικό;

Θεωρητικά το νέο ΕΧΠ/ΑΠΕ επιχειρεί να διορθώσει αρκετές από τις αδυναμίες του παρελθόντος. Εισάγει περισσότερες κατηγορίες αποκλεισμού, ενισχύει την προστασία περιοχών υψηλής περιβαλλοντικής αξίας, λαμβάνει υπόψη τη βιοποικιλότητα, το τοπίο, τους υδάτινους πόρους και την πολιτιστική κληρονομιά, και επιχειρεί να οργανώσει με μεγαλύτερη σαφήνεια τις ζώνες καταλληλότητας για διαφορετικές μορφές έργων ΑΠΕ. Βασικό όμως πρόβλημα του νέου χωροταξικού είναι ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη χώρα κυρίως ως έναν διαθέσιμο χώρο εγκατάστασης ενεργειακών έργων, και λιγότερο ως ένα σύνθετο σύνολο οικοσυστημάτων, τοπίων, πολιτιστικών αγαθών και τοπικών κοινωνιών με συγκεκριμένα όρια αντοχής. Στην πραγματικότητα, την προστασία του περιβάλλοντος τη θεωρεί περισσότερο ως περιορισμό της ανάπτυξης, παρά ως ισότιμη παράμετρο του χωροταξικού σχεδιασμού. Όμως η χωροταξία δεν είναι εργαλείο επιτάχυνσης των επενδύσεων, αλλά εργαλείο ισορροπίας μεταξύ διαφορετικών δημόσιων αγαθών.

Ας δούμε τις κυριότερες παραμέτρους του νέου ΕΧΠ/ΑΠΕ και ας κάνουμε μία σύντομη κριτική επ’ αυτών.

Η σημαντικότερη αδυναμία αφορά τη φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων. Αν και η έννοια αναφέρεται στο νέο πλαίσιο, δεν μετατρέπεται σε δεσμευτικό εργαλείο λήψης αποφάσεων. Στην πράξη εξακολουθεί να απουσιάζει μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση του πόσες ενεργειακές εγκαταστάσεις μπορεί να υποστηρίξει κάθε περιοχή χωρίς να αλλοιωθούν τα οικολογικά της χαρακτηριστικά ή η αναπτυξιακή της φυσιογνωμία. Κάθε οικοσύστημα, κάθε ορεινή περιοχή, κάθε νησί και κάθε παράκτιος χώρος διαθέτει συγκεκριμένα όρια αντοχής. Τα όρια αυτά δεν εξαρτώνται μόνο από την έκταση μιας περιοχής. αλλά και από τη βιοποικιλότητα, τη μορφολογία του εδάφους, τη λειτουργία των οικοσυστημάτων, τις ανθρώπινες δραστηριότητες και την ήδη υπάρχουσα επιβάρυνση. Το νέο χωροταξικό δεν απαντά με σαφήνεια στο ερώτημα: πότε μια περιοχή θεωρείται κορεσμένη; Για παράδειγμα, η Περ. Στ. Ελλάδας έχει εγκατεστημένα 2466 MW Αιολικής ενέργειας, δηλαδή ποσοστό 43,30% επί του συνόλου της χώρας (3). Είναι λογικό και δίκαιο να δεχθεί και άλλα; Δεν έχει φθάσει σε επίπεδο κορεσμού; Χωρίς αντικειμενικούς δείκτες κορεσμού, η έννοια της φέρουσας ικανότητας μετατρέπεται σε θεωρητική παράμετρο, χωρίς όμως επιχειρησιακή αξία και δυνατότητα εφαρμογής. Επιπλέον, οι περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις δεν μπορεί να πλήττουν δυσανάλογα ορισμένες περιοχές, ενώ άλλες παραμένουν σχεδόν ανεπηρέαστες. Ένας βιώσιμος χωροταξικός σχεδιασμός οφείλει να κατανέμει δίκαια τόσο τα οφέλη όσο και τα βάρη της ενεργειακής πολιτικής.

Εξίσου κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η αντιμετώπιση των σωρευτικών επιπτώσεων οι οποίες εξακολουθούν να υποεκτιμώνται. Οι σημαντικότερες περιβαλλοντικές πιέσεις δεν προέρχονται από τα μεμονωμένα έργα, αλλά από τη συγκέντρωση πολλών έργων στην ίδια γεωγραφική ενότητα (π.χ. Εύβοια – που δίνει το 23% της αιολικής ενέργειας της χώρας, Βοιωτία, Θράκη, Λακωνία κ.ά.). Αιολικά πάρκα, φωτοβολταϊκά, συστήματα αποθήκευσης, νέοι υποσταθμοί και γραμμές μεταφοράς δημιουργούν ένα βιομηχανικό σύμπλεγμα, το οποίο δεν μπορεί να αξιολογείται αποσπασματικά, με μεμονωμένες ΜΠΕ, ΕΟΑ κ.λπ. Θα έπρεπε επομένως το κάθε έργο να μην αξιολογείται μόνο ξεχωριστά, αλλά και στα πλαίσια της περιοχής που εντάσσεται. Το νέο χωροταξικό αναγνωρίζει θεωρητικά αυτήν την πραγματικότητα, αλλά δεν δημιουργεί έναν μηχανισμό που να υποχρεώνει στη συνολική αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων και σχεδιαζόμενων έργων πριν από νέες εγκρίσεις.

Αυτό που χρόνια υποφέρει από τις βΑΠΕ είναι το ελληνικό τοπίο, από τα σημαντικότερα διεθνώς. Το τοπίο δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό αγαθό, αλλά και σημαντικό αναπτυξιακό πόρο, καθώς συνδέεται άμεσα με τον τουρισμό, την ποιότητα ζωής, την τοπική οικονομία και την πολιτιστική ταυτότητα. Η εκτεταμένη εγκατάσταση βιομηχανικής κλίμακας ενεργειακών υποδομών μεταβάλλει οριστικά περιοχές με υψηλή αισθητική ή πολιτιστική αξία, ακόμη και όταν δεν βρίσκονται εντός αυστηρά προστατευόμενων ζωνών. Οι προσβολές που έχουμε δει μέχρι τώρα είναι συγκλονιστικές: Σαγιάς στη Μάνη, Καρυστία, Δελφοί, χωριά, νησιά και αρχαιότητες σε όλη την χώρα. Οι ρυθμίσεις του νέου ΕΠΧ/ΑΠΕ (το οποίο θεωρητικά αναγνωρίζει την αξία του τοπίου) είναι σχεδόν ταυτόσημες με του προγενέστερου, ανεπαρκείς, δύσκολες στην αντίληψη και την εφαρμογή, και ουσιαστικά ελλιπέστατες.

Το ίδιο ισχύει για τις περιοχές του δικτύου Natura 2000. Οι περιοχές Natura 2000 αποτελούν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη διατήρηση της φύσης. Το νέο πλαίσιο αναγνωρίζει την ανάγκη αυξημένης προστασίας τους, όμως η αποτελεσματικότητα των σχετικών διατάξεων έχει ήδη υπονομευθεί με ρυθμίσεις που προβλέπουν τις γνωστές εξαιρέσεις μετά από δήθεν ειδικές οικολογικές αξιολογήσεις, και φυσικά με την πρόφαση του δημοσίου συμφέροντος. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η προστασία των οικοσυστημάτων διασφαλίζεται μόνο με ειδικές απαγορεύσεις και συγκεκριμένες νομοθετικές ρυθμίσεις, χωρίς εξαιρέσεις και ψιλά γράμματα, και με συνολική και όχι αποσπασματική θεώρηση των πραγμάτων. Η Ελλάδα υστερεί εδώ και χρόνια στην ουσιαστική προστασία των περιοχών Natura, καθ’ ην στιγμήν το ενωσιακό δίκαιο επιδιώκει ουσιαστική προστασία όχι μόνο εντός αυτών των περιοχών, αλλά και στις εγγύς και πέριξ τους (προκύπτει από το α. 6 παρ. 3 της Οδηγίας για τους Οικότοπους 92/43/ΕΟΚ).

Εκεί όμως που το νέο Χωροταξικό κατορθώνει να μας προκαλέσει με ένα σκάνδαλο, είναι στις μεταβατικές διατάξεις και την πρόβλεψη ότι μεγάλος αριθμός έργων που έχουν ήδη προχωρήσει σε προηγούμενα στάδια αδειοδότησης μπορεί να συνεχίσει ανεξάρτητα από τις νέες ρυθμίσεις. Εάν μεγάλο μέρος των υφιστάμενων έργων εξαιρεθεί από τους νέους κανόνες, τότε η πραγματική αλλαγή θα είναι όχι απλώς μικρότερη από αυτήν που παρουσιάζεται, αλλά ουσιαστικά μια θεωρητική και μόνο κατάσταση του μέλλοντος (όταν μάλλον όμως δεν θα έχουν μείνει βουνά, κάμποι, ποτάμια…).

Και το μεγάλο ενεργειακό ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Πόσα ενεργειακά έργα χωρούν ή επιτρέπεται ή είναι ωφέλιμο να δημιουργηθούν σε αυτή τη μικρή σε μέγεθος και μεγάλη σε ποικιλία χώρα; (4) (ενδεικτικά δείτε το διάγραμμα με την τρέχουσα κατάσταση στα Φ/Β)

Η λεγόμενη ενεργειακή μετάβαση, η οποία αποτελεί πραγματικότητα (κατά την άποψή μας όχι και αναγκαιότητα), δεν μπορεί να εξετάζεται αποκλειστικά υπό το πρίσμα της αύξησης της εγκατεστημένης ισχύος. Το ζητούμενο είναι η επίτευξή της να γίνεται με τρόπο συμβατό προς τις αρχές της βιωσιμότητας και της αειφορίας και τη συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος. Η χωροθέτηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες του ηλεκτρικού συστήματος, την αποθήκευση ενέργειας, τις διασυνδέσεις, την ασφάλεια εφοδιασμού, αλλά και τη δίκαιη γεωγραφική κατανομή των περιβαλλοντικών βαρών. Η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ενεργειακών έργων σε συγκεκριμένες περιοχές δημιουργεί ζητήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Εδώ ανακύπτει και το ζήτημα της ουσιαστικής συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών. Απαιτείται διαφάνεια, πρόσβαση στην περιβαλλοντική και επιστημονική πληροφορία (δηλαδή σεβασμός στην ουσία της Σύμβασης του Άαρχους), ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων και όχι υποκριτικές δημόσιες διαβουλεύσεις στις οποίες σπανίως λαμβάνονται υπόψη οι έμπονες και κοπιώδεις καταθέσεις των απόψεων των πολιτών και περιβαλλοντικών φορέων.

Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο κινείται προς μία ελαφρώς ορθότερη κατεύθυνση εν σχέσει με το προηγούμενο, και βελτιώνει κάποια ζητήματα. Ευθύς εξ αρχής όμως έχει μετατραπεί (κυρίως) σε εικονικό εργαλείο χωροταξίας, αυτοδυναμιτιζόμενο, με τις άνευρες και περιορισμένες φιλοπεριβαλλοντικές ρυθμίσεις, τις μεταβατικές διατάξεις, τις συνήθεις εξαιρέσεις που διατηρεί, καθώς και την έλλειψη ουσιωδών προβλέψεων ως προς τον κορεσμό των περιοχών, τις σωρευτικές επιπτώσεις, την υποβαθμισμένη προστασία του τοπίου κ.λπ.

Το σημαντικότερο συμπέρασμα της δημόσιας διαβούλευσης είναι ότι η Ελλάδα, ακόμη και αν χρειάζεται περισσότερες ΑΠΕ, κυρίως όμως χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό και χωροταξικό συμβόλαιο για την ενεργειακή μετάβαση. Ένα συμβόλαιο στο οποίο η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος δεν θα αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο στην ανάπτυξη, αλλά ως προτεραιότητα για την ύπαρξη της χώρας και προϋπόθεση της ίδιας της ανάπτυξης. Για το συγκεκριμένο ζήτημα, αυτή θα είναι η κληρονομιά της γενιάς μας στο μέλλον του τόπου…

 * Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, επιμ/θείς στο ΕΚΠΑ στη Βιώσιμη Ανάπτυξη και το Περιβάλλον, Imperial College Clean Power Professional Certificate.

Παραπομπές

(1) Ενδεικτικά η άποψη του βουλευτή Φωκίδας και υφυπουργού Δικαιοσύνης κ. Μπούγα Ιωάννη, προσβάσιμη στο https://www.facebook.com/share/p/1Q8HySesqS/

(2) Για να ξέρει ο αναγνώστης πού κινείται ενεργειακά η χώρα: Σύμφωνα με την πλατφόρμα ENTSO E: Εγκατεστημένη ισχύς ανά πηγή (MW, για ολόκληρη την χώρα) Ηλιακή ενέργεια – 9.800 MW // Αιολική ενέργεια – 5.460 MW // Υδροηλεκτρικά – 3.414 MW // Βιομάζα/Βιοαέριο – 315 MW // Φυσικό αέριο – 6.680 MW // Λιγνίτης – 1.500 MW // Λοιπές πηγές – 315 MW (αποθήκευση, μικρές μονάδες).
Σύνολο εγκατεστημένης ισχύος: 27.169 MW (27,2 GW). Μερίδιο ΑΠΕ: 68,7%. Τα έργα υπό αδειοδότηση ξεπερνούν τα ανωτέρω μεγέθη των ήδη εγκατεστημένων.

(3) Πηγή: ΗWEA Wind Energy Statistics 2025 και ΕΛΕΤΑΕΝ.

(4) H συνολική ηλεκτροπαραγωγή στη χώρα το 2025 ανήλθε στις 51.9 TWh, με τις ΑΠΕ (26.9 TWh, άνω του 50%) και το φυσικό αέριο (23.9 TWh) να έχουν τη μεγαλύτερη συνεισφορά, πηγή ΙΕΝΕ: Ενεργειακές Τάσεις στην Ελλάδα 2026.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!