«Η οργή των μικρών ανθρώπων» της Λείας Βιτάλη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, είναι ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στην περίοδο της Επανάστασης του ’21 επικεντρώνοντας στον Κολοκοτρώνη.

Η διαφορά με άλλα ιστορικά μυθιστορήματα είναι πως καταφέρνει να μας κάνει ως αναγνώστες να δούμε την εποχή χωρίς φτιασίδια. Δεν μοιάζει σαν μια ανάγνωση των γεγονότων εκ των υστέρων, αλλά σαν η συγγραφέας να υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας.

Δεν είναι μια αγιογραφία. Τηρεί αυτό που κάποτε έγραψε η Πηνελόπη Δέλτα, πως θα έπρεπε οι ήρωες να παρουσιάζονται όπως ήταν: άνθρωποι της εποχής τους.

Νομίζω, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά σε δικά μου αναγνώσματα, πως μόνο ο Καραγάτσης στα βιβλία του για τον «Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου» ή ο Ακρίβος στο βιβλίο του για τον Καραϊσκάκη μας έδωσαν μια τέτοια προσέγγιση των ηρώων, που συμπυκνώνεται στον τίτλο του Ακρίβου: «Πότε άγγελος / πότε διάβολος». Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που μας βοηθά να κατανοήσουμε την εποχή.

Παράλληλα, αν κι έχει τη μορφή της μυθοπλασίας, απαντά με τον καλύτερο τρόπο σε κάτι ανιστόρητους ιστορικούς, θαυμαστές του Μαυροκορδάτου και της Μεγάλης Βρετανίας.

Οι «μικροί», οργισμένοι άνθρωποι είναι που έκαναν την Επανάσταση: Όταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἄρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε “ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλ”, ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας» (από τον λόγο του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα).

Ένα βιβλίο που αξίζει να βρει τη θέση του στη βιβλιοθήκη μας…

Ο Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης είμαι εγώ. Με αυτό θέλω να πω ότι πολλά βασικά του γνωρίσματα ταίριαξαν με δικές μου βαθύτερες πεποιθήσεις

Πώς γεννήθηκε η ιδέα γι’ αυτό το μυθιστόρημα;

Ζώντας στην σημερινή εποχή και νιώθοντας μέσα μου και γύρω μου την οργή να αυξάνεται διαρκώς, αποφάσισα να γυρίσω προς τα πίσω και να ανακαλύψω οργισμένους ανθρώπους σε άλλες εποχές και να διεισδύσω στις πράξεις τους.

Η οργή πάντα είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης και συνεχούς αδικίας, ενώ συγχρόνως η οργή μπορεί να ξεσπάσει και να εκτονωθεί μέσα από μία επανάσταση που μπορεί να είναι επιτυχημένη ή όχι.

Με αυτές τις σκέψεις και έχοντας γυρίσει στο μακρινό παρελθόν της χώρας βρέθηκα μπροστά στην ελληνική επανάσταση και εκεί συνάντησα τον πιο οργισμένο ίσως ήρωα της εποχής, τον Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη.

Ψάχνοντας τον αληθινό του εαυτό και θέλοντας να έχω ένα μυθιστόρημα όχι απλά ιστορικό αλλά ανθρωποκεντρικό, ανακάλυψα τις τρεις διαστάσεις ενός ιδιαίτερου ανθρώπου. Έτσι στο μυθιστόρημα παρουσιάζω τον οργισμένο και ατίθασο επαναστάτη, τον κατατρεγμένο και πονεμένο πατέρα που δολοφόνησαν τον γιο του, και τον γλεντοκόπο και ερωτικό άντρα.

Με όχημα τη δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη, του πρωτότοκου γιου του, περνάει η ιστορία της επανάστασης μέσα από την οπτική του Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη, καθώς με τη λογοτεχνική μου φαντασία δίνω στον πατέρα τη σκυτάλη να ξεκινήσει την οδύσσεια για την ανακάλυψη του δολοφόνου και των υπαιτίων αυτής της ύπουλης δολοφονίας που έγινε μέσα σε εμφύλιο, τον καιρό της επανάστασης.

Το μυθιστόρημα έχει μια δομή αστυνομική ενώ συγχρόνως είναι ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και έχει στοιχεία ντοκιμαντέρ που πιστεύω ότι αξίζει ο κόπος να τα διαβάσει κανείς, δεδομένου ότι ξεφεύγω από τον παραδοσιακό τρόπο γραφής του ιστορικού μυθιστορήματος.

Πού τελειώνει η μυθοπλασία και αρχίζει η Ιστορία;

Αυτά τα δυο προχωρούν μαζί. Τα ιστορικά γεγονότα είναι απόλυτα ακριβή, αλλά παρουσιάζονται με τη λογοτεχνική φαντασία όπου προσδίδει μαγεία και ανασυνθέτει την ατμόσφαιρα της εποχής. Αυτό πιστεύω βοηθά περισσότερο στην κατανόηση των γεγονότων, καθώς η ιστορία δεν είναι απλώς χρονολογίες και μάχες, αλλά στηρίζεται και απορρέει από τον ανθρώπινο παράγοντα.

Είναι πολύ δύσκολο να ζωντανέψει κανείς μια εποχή, χωρίς να παρεμβαίνει η ύστερα γνώση. Εσείς ποιον δρόμο ακολουθήσατε για να το πετύχετε;

Μελέτησα Έλληνες και ξένους ιστορικούς για να μπορέσω να αναστήσω την πραγματικότητα εκείνης της εποχής που ήταν βυθισμένη στην οργή, στη σκλαβιά, στην πείνα, στην απελπισία, στις δεισιδαιμονίες αλλά και στην πελατειακή σχέση, στις λαμογιές που έφερναν αντιμέτωπους όχι μόνο την εξουσία με τον κοσμάκη, αλλά και τους μικρούς ανθρώπους μεταξύ τους. Δεν ήταν εύκολο, γι’ αυτό όλη αυτή η δουλειά (έρευνα και συγγραφή) διήρκησε πέντε χρόνια. Αλλά ήταν μια υπέροχη περιπέτεια για μένα.

Με ποιον ήρωά σας θα λέγατε ότι ταυτίζεστε περισσότερο;

Θα μπορούσα να πω, όπως δήλωσε ο Φλομπέρ ότι «Η μαντάμ Μποβαρύ είναι εγώ», ότι ο Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης είμαι εγώ. Με αυτό θέλω να πω ότι πολλά βασικά του γνωρίσματα ταίριαξαν με δικές μου βαθύτερες πεποιθήσεις. Άλλωστε είναι γνωστό ότι η συγγραφή πάντα ενέχει βιώματα του συγγραφέα.

Η λογοτεχνία μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορία; Ποιες είναι οι πιθανές παγίδες;

Η λογοτεχνία μπορεί πράγματι να λειτουργήσει σαν «ζωντανή γέφυρα» προς την ιστορία. Δεν αντικαθιστά την ιστορική έρευνα, τη συμπληρώνει. Αν τη διαβάζουμε με κριτική σκέψη, μας δίνει αυτό που τα ιστορικά εγχειρίδια δεν προσφέρουν: την αίσθηση του «πώς ήταν να ζεις τότε». Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Μας βοηθά να κατανοήσουμε βαθύτερα το παρελθόν. Ένα ιστορικό μυθιστόρημα δεν μεταφέρει μόνο γεγονότα. Μεταφέρει ατμόσφαιρα, συναισθήματα, νοοτροπίες. Μας δείχνει πώς ένιωθαν οι άνθρωποι μιας εποχής, πώς αντιλαμβάνονταν τον κόσμο τους, τι τους φόβιζε ή τους κινητοποιούσε. Με αυτόν τον τρόπο, η ιστορία παύει να είναι απλώς ημερομηνίες και μάχες και γίνεται ανθρώπινη εμπειρία.

Ωστόσο, εδώ μπορεί να υπάρχουν κάποιες παγίδες στις οποίες ένας έμπειρος συγγραφέας είναι πολύ προσεκτικός.

Η πρώτη είναι η υποκειμενικότητα. Ο συγγραφέας επιλέγει τι θα δείξει και τι θα αποσιωπήσει. Μπορεί να φωτίσει μια πλευρά της ιστορίας και να αφήσει στο σκοτάδι μια άλλη. Το ίδιο όμως συμβαίνει και με την επίσημη ιστοριογραφία καθώς, όπως όλοι ξέρουμε, η ιστορία γράφεται από τους νικητές και τους δυνατούς αποσιωπώντας τις εκδοχές των «μικρών ανθρώπων». Αυτό ακριβώς εγώ ανέτρεψα στο βιβλίο μου κάνοντας πρωταγωνιστές τους μικρούς ανθρώπους.

Η δεύτερη μπορεί να είναι η ίδια η μυθοπλασία, η οποία προσθέτει διαλόγους, χαρακτήρες ή καταστάσεις που δεν αναφέρονται στην επίσημη ιστορία. Εδώ πρέπει ο αναγνώστης αποδεχόμενος τη σύμβαση της λογοτεχνίας, να μην θεωρήσει ότι το πιθανό μπορεί να είναι ιστορικά τεκμηριωμένο.

Τρίτη παγίδα είναι ο αναχρονισμός. Συχνά οι σύγχρονες αξίες και ιδέες «ντύνονται» με ιστορικά κοστούμια. Έτσι, ένας χαρακτήρας μπορεί να σκέφτεται πιο σύγχρονα απ’ ό,τι θα ήταν ρεαλιστικό για την εποχή του.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αποφυγή αυτών των παγίδων εξαρτάται από την εμπεριστατωμένη μελέτη των ιστορικών γεγονότων εκ μέρους του συγγραφέα ο οποίος, με το συνδυασμό αυτών των γεγονότων και την ορθολογιστική αντιμετώπισή τους, μπορεί να δώσει την ιστορία με μαγικό αλλά και τεκμηριωμένο τρόπο.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!