της Λίλιας Τσούβα

Το τρένο κατέβαζε ανθρώπους κάθε ηλικίας και φύλου. Τα βαγόνια ήταν γεμάτα. Ο πληθυσμός ανανεωνόταν συνεχώς. Άνδρες και γυναίκες πήγαιναν και έρχονταν σε μια πόλη με τη στιβαρή εικόνα φούρνων που κάπνιζαν, φωτογράφων που φωτογράφιζαν, ανθρώπων που εξέταζαν κεφάλια, μάτια, χέρια, όποιο σημείο σώματος τούς ενδιέφερε.

Στον σταθμό περίμενε ένας ωραίος χαμογελαστός άνδρας με ατσαλάκωτη στολή και καλογυαλισμένες μπότες που κρατούσε ένα δερμάτινο ραβδί. Κανένα βαγόνι δεν αποβίβαζε επιβάτες αν ο ίδιος δεν το ενέκρινε.

Ήταν Μάιος κι οι πεταλούδες είχαν αρχίσει να βγαίνουν απ’ τα κουκούλια. Η πόλη είχε γεμίσει στεναγμούς, αν και το βράδυ μοίραζε ποντικοπαγίδες, γιατί τα ποντίκια ανεβοκατέβαιναν σαν μεθυσμένα στους σκουπιδοτενεκέδες με τα αλεσμένα κόκκαλα, τη μυρωδιά που θύμιζε κρέας που ψήνονταν.

Οι εφτά μικροσκοπικοί άνθρωποι, πέντε γυναίκες και δύο άνδρες, κατέβηκαν από το τρένο πλημμυρισμένοι αφέλεια και πιασμένοι χέρι-χέρι. Φορούσαν κομψά ρούχα. Τα μακιγιαρισμένα πρόσωπά τους έδιναν την εντύπωση κούκλας.

Ο ωραίος χαμογελαστός άντρας έτριψε τα χέρια. Οι δίδυμοι, οι ερμαφρόδιτοι, οι τσιγγάνοι, οι νάνοι, οι με γιγαντισμό άνθρωποι ήταν η αδυναμία του.

«Τώρα έχω δουλειά» είπε μέσα του και άφησε να φανεί ένα χαμόγελο.

Οι εφτά άνθρωποι, περήφανοι για τον ραβίνο νάνο πατέρα τους που είχε παντρευτεί μια γυναίκα ψηλή και έκανε μαζί της εφτά παιδιά που δεν ψήλωσαν ποτέ, δεν ήξεραν τι να υποθέσουν βλέποντας τεφροδόχους να χρησιμεύουν για διακόσμηση, γυμναστήρια χωρίς παράθυρα, ανθρώπους γυμνούς πλάι σε μολυσμένους οχετούς και κλουβιά για κουνέλια, παρά το τσουχτερό κρύο. Η οικογένεια Όβιτζ με τα εφτά μέλη-νάνους ήταν διάσημη. Το θέατρο της Βουδαπέστης στο οποίο έδινε παραστάσεις, έσφυζε από θεατές κάθε βράδυ.

Στο ιατρείο η ατμόσφαιρα μύριζε μούχλα. Ο άνδρας με το ωραίο χαμόγελο έκανε μια βαθιά υπόκλιση σαν θεατρίνος. Η εικοσιπεντάχρονη Πέρλα, η νεότερη της οικογένειας, ρώτησε:

«Τι θα ήθελε από εμάς η τελειότητά σας;»

«Μια παρτίδα σκάκι» απάντησε με πλατύ χαμόγελο που άφηνε να φανούν δυο μεγάλοι κοφτεροί κυνόδοντες.

Πήρε από εκείνους αίμα, τούς υπέβαλε σε ακτινογραφίες, όμως δεν τους ξύρισε, όπως τους άλλους. Τους άφησε με τα κεντημένα τους φορέματα και το μέικαπ.

Λίγο μεγαλύτερος σε ηλικία από την Πέρλα, ο Τίμπι, ο τσιγγάνος, ακίνητος σ’ ένα βρώμικο κρεβάτι στον θάλαμο, ψιθύρισε αργότερα:

«Προσπαθεί να τελειοποιήσει την ανθρώπινη φυλή. Κάνει πειράματα αλλαγής χρώματος ματιών με σταγόνες. Να, ο φίλος από εδώ έχει χάσει τα δυο του μάτια. Οι σταγόνες αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές, και έδειξε έναν τυφλό απέναντι. Αφαιρεί εσωτερικά όργανα, μεταγγίζει αίμα από τον έναν δίδυμο στον άλλο, ερευνά αιμομικτικές εγκυμοσύνες. Η πρώτη επέμβαση που έκανε σε μένα πριν δύο μήνες στη σπονδυλική μου στήλη, με άφησε παράλυτο. Αυτές τις μέρες μού αφαίρεσε και τα γεννητικά όργανα. Συμμετέχει σε έναν διάλογο ανανεώνοντας την ιατρική επιστήμη με δικά του συμπεράσματα».

Οι εφτά άνθρωποι είδαν μια ολόκληρη αγέλη λύκων να ορμά καταπάνω τους. Τις επόμενες ημέρες υποβλήθηκαν σε τόσες πολλές αιμοληψίες που δεν μπορούσαν πια να πάρουν τα πόδια τους. Τούς έκαναν μετρήσεις για την ευφυΐα, έριξαν βραστό και παγωμένο νερό στ’ αυτιά τους για να διαπιστώσουν τι μπορεί να συμβεί με τις απότομες αλλαγές θερμοκρασίας, έκαναν επίμονες ερωτήσεις για τη σεξουαλική τους ζωή που έκαναν την Πέρλα να ντρέπεται.

Το μυαλό των εφτά μελών της οικογένειας Όβιτζ γέμισε σκαθάρια, φίδια και χάμστερ. Μια μόνιμη ανατριχίλα εγκαταστάθηκε στο σώμα τους. Όταν όμως πληροφορήθηκαν πως ο Δόκτωρ Θάνατος, όπως τον αποκαλούσαν οι άνθρωποι στους θαλάμους, είχε σκοπό να στείλει τα σώματά τους σε μουσείο στο Βερολίνο, έτσι είχε κάνει στο παρελθόν και με άλλους νάνους, αισθάνθηκαν πως κολυμπούσαν σε μια μπανιέρα· το νερό ήταν ξέχειλο και οι σωληνώσεις χαλασμένες. Οι αφροί των σφουγγαριών κόκκινοι από αίμα. Μπροστά τους παίζονταν ένα μαύρο θέατρο με ήρωες αποκεφαλισμένους νάνους και δίδυμες νύφες νεκρές, ανθρώπους διαφορετικής άποψης και φυλής τεμαχισμένους. Άγνωστης μυθοπλασίας φαντάσματα έπαιζαν ρόλους ανθρώπων με φιληδονία και χέρια που έτρεμαν από οίστρο. Απέναντί τους εκτυλισσόταν ένας χορός με αλυσοδεμένους σκελετούς που δεν αντάλλασσαν λέξη, που χόρευαν στους ήχους μιας πολυφωνικής φούγκας με lightmotive τη φράση «arbeitmachtfrei». (*)

Η οικογένεια Όβιτζ, προκειμένου να διασκεδάσει τους άνδρες με τα μαύρα μαστίγια και τις καλογυαλισμένες μπότες, ανέβασε τις επόμενες ημέρες μια παράσταση.

«Η τελειότητά σας» επαναλάμβαναν στον άνδρα με το αστραφτερό χαμόγελο και τους κοφτερούς κυνόδοντες.

Δύο ημέρες πριν οι εφτά άνθρωποι περάσουν στους θαλάμους αερίων, ο Δόκτωρ Θάνατος σταμάτησε την παρτίδα σκάκι που έπαιζε σε μια τεράστια σκακιέρα με αντίπαλο της αρεσκείας του. Τα άλογα είχαν αφηνιάσει. Οι πύργοι κατέρρευσαν, ο βασιλιάς είχε αναγκαστεί να αποχωρήσει μετά από κίνηση ματ των αντιπάλων. Ένα καράβι τον έβγαλε στη Βραζιλία. Στο μεταξύ τα ποτάμια άρχισαν να κατεβάζουν κατεστραμμένες σχεδίες με επιβάτες τους ελάχιστους ανθρώπους που επέστρεφαν στα σπίτια τους μετά το τέλος της παρτίδας.

Τα εφτά μέλη της οικογένειας Όβιτζ είχαν πλέον βεβαιωθεί πως τα καπρίτσια του Δόκτορα Θανάτου ανακαίνιζαν την επιστήμη όσο κι ένα ποτάμι με στεκούμενα νερά γεμάτο κροκόδειλους. Οι ίδιοι, μετά την παρτίδα, δεν ήξεραν αν ήταν νεκροί ή ζωντανοί.

* «Η εργασία απελευθερώνει».

Σας καλούμε να γίνετε συνοδοιπόροι στο λογοτεχνικό / πολιτικό ταξίδι. Τα κείμενά σας μπορείτε να τα στέλνετε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: [email protected] (Κώστας Στοφόρος)

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!