Πριν λίγες μέρες ολοκληρώθηκε το Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας, όπου είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε πολλές και σημαντικές εκδηλώσεις, καθώς και να γνωρίσουμε από κοντά σημαντικούς Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Πολλές και οι συζητήσεις πάνω στην αστυνομική λογοτεχνία.
Είχα την τύχη να συμμετέχω στο Debate: «Αστυνομική λογοτεχνία, γυναικεία ή ανδρική υπόθεση;» που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία της ΕΛΣΑΛ (Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας). Από τη μία μεριά οι: Έρικα Αθανασίου, Κωνσταντίνα Μόσχου και Αναστασία Μπαξεβάνη, στο πλευρό των ανδρών συγγραφέων. Από την άλλη: Λευτέρης Μπούρος, Άγγελος Χαριάτης και ο υπογράφων υπερασπιστήκαμε την τιμή των γυναικών. Συντόνισε η Έλενα Χουσνή. Το κοινό ψήφισε στο τέλος, δικαιώνοντας τις γυναίκες συγγραφείς.
Το γεγονός είναι πάντως πως μάθαμε πολλά και το αποτέλεσμα ήταν οριακό… Είχα αναλάβει να παρουσιάσω τη μοναδική Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995). Εδώ σας μεταφέρω κάποια πράγματα που ίσως σας οδηγήσουν να την ξαναδιαβάσετε ή να την ανακαλύψετε. Έγραψε:
– «Το πρώτο πρόσωπο που οφείλεις να τέρψεις γράφοντας ένα βιβλίο είσαι εσύ ο ίδιος. Αν καταφέρεις να μετατρέψεις το γράψιμο σε μια απολαυστική διαδικασία, θα παρασύρεις και τους εκδότες και τους αναγνώστες που έρχονται στη συνέχεια»
– «Αυτό κάνει και το γράψιμο μια τόσο έντονη και συναρπαστική ασχολία, το μόνιμα ανοιχτό ενδεχόμενο της αποτυχίας»
– «Επειδή κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, εναπόκειται αποκλειστικά στον ίδιο να εκφράσει τη διαφορετικότητά του, αυτό που εγώ αποκαλώ “διεύρυνση πνεύματος”…»
Γιατί όμως από όλους τους/τις συγγραφείς η Χάισμιθ; Οι περισσότεροι συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων είναι σαν να γράφουν συνεχώς παραλλαγές του ίδιου βιβλίου. Η Χάισμιθ δεν επαναπαύεται σε μια επιτυχία ή σε έναν ήρωα. Μπορεί να έχει γράψει μια σειρά βιβλίων για τον Ρίπλεϊ, όμως από εκεί και πέρα έρχονται απολύτως διαφορετικά βιβλία:
– Στην «Κάρολ» (αρχικός τίτλος «The price of salt»), που κυκλοφόρησε με το ψευδώνυμο Κλερ Μόργκαν το 1952, τολμά μέσα σε μια άκρως συντηρητική εποχή να γράψει για τον έρωτα δύο γυναικών, όπου όμως τονίζει και το ζήτημα των ταξικών διαφορών.
– Στις «Ιστορίες για μισογύνηδες», μεταβάλλει τους παραδοσιακούς ρόλους της γυναίκας σε μακάβριες καρικατούρες. Μέσα σε λίγες γραμμές και σε μια ατμόσφαιρα μακάβρια και στα όρια του παραλόγου, η Χάισμιθ κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: μαύρο χιούμορ. Έχει γραφτεί πως «Αυτές οι μικρές ιστορίες έχουν τρομερή πλάκα: μοιάζουν με λαμπερές χειροβομβίδες που μια σκασμένη στα γέλια Χάισμιθ, πετάει στους αναγνώστες της». Εδώ δείχνει πως μπορεί να μεγαλουργήσει και στο μικροδιήγημα.
– Η γνωστή αγάπη της για τα ζώα την οδήγησε και σε ένα άλλο βιβλίο: «Το εγχειρίδιο του κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους». Ποιος άντρας συγγραφές –γενικά ποιος άλλος συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας– έχει επιδείξει παρόμοιο ταλέντο, φαντασία και πρωτοτυπία; Πρωτοπόρος, γράφει για την εκδίκηση των ζώων σε εποχή που ελάχιστοι ασχολούνταν με τα δικαιώματά τους (το βιβλίο εκδόθηκε στα γερμανικά το 1975).
– Σε άλλο ύφος, με το «Αυτή η γλυκιά αρρώστια» μας παρουσιάζει έναν ήρωα που ζει μια διπλή ζωή, αλλά η δεύτερη είναι στη φαντασία του. Ένα ακόμη εντελώς διαφορετικό μυθιστόρημα που δείχνει και την εξαιρετική εμβάθυνση που κάνει στην ψυχολογία των χαρακτήρων της χωρίς να καταφεύγει σε απλοϊκές και εύκολες λύσεις.
– Στο «Γυάλινο κελί» ανοίγει τον δρόμο που αρκετοί ακολούθησαν, του άδικα φυλακισμένου ήρωα που αναζητά την ελευθερία αλλά και την εκδίκηση.
– Στα «Δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου» μια ακόμη εκπληκτική σύγκρουση χαρακτήρων, μια ακόμη απόδειξη του ταλέντου και της γνώσης της πάνω στην ψυχολογία.
– Στο «Ξένοι στο τρένο» συλλαμβάνει μια ακόμη ιδέα που αντιγράφηκε: Την ανταλλαγή φόνων!
– Στα «Βαθιά νερά» ένα ακόμη δείγμα άλλης οπτικής: Ο ερωτευμένος σύζυγος που δολοφονεί τους εραστές της γυναίκας του – με την ανοχή της!
Εδώ είναι το σημείο να πούμε πως και πάλι ξεχωρίζει από τους περισσότερους άντρες συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, που πολύ εύκολα καταφεύγουν στην ηθικολογία και την «πολιτική ορθότητα». Η Χάισμιθ αντιμετωπίζει τους «κακούς» από μέσα. Παρουσιάζοντάς μας με δεξιοτεχνία τα βαθύτερα κίνητρά τους, και ενίοτε με κατανόηση. Φοβάμαι πως καθώς ζούμε σε περίεργες εποχές, ίσως πολλά από τα βιβλία της να βρεθούν αντιμέτωπα εκ νέου με «προοδευτική» λογοκρισία.
Να μιλήσω ακόμη για τη μεταφορά βιβλίων της στον κινηματογράφο από κορυφαίους σκηνοθέτες. Πόσοι συγγραφείς είχαν τέτοια τύχη;
– 1951: ο Άλφρεντ Χίτσκοκ γυρίζει τον αριστουργηματικό «Άγνωστο του εξπρές» (Strangers on a train).
– 1960: ο Ρενέ Κλεμάν γυρίζει Το «Γυμνοί στον ήλιο», βασισμένο στο μυθιστόρημα «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» της Πατρίτσια Χάισμιθ, με τον Αλέν Ντελόν στον ομώνυμο ρόλο (και Μορίς Ρονέ, Μαρί Λαφορέ και Ρόμι Σνάιντερ).
– 1963: «Le meurtrier» / του Claude Autant-Lara με τους Marina Vlady, Robert Hossein, Maurice Ronet (βιβλίο The Blunderer).
– 1969: «Once You Kiss a Stranger», ριμέικ του Robert Sparr (Ξένοι στο τρένο).
– 1977: Ο Κλοντ Μιλέρ γυρίζει το «Αυτή η γλυκιά αρρώστια» με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ.
– 1977: Ο Βιμ Βέντερς γυρίζει το «Ένας Αμερικανός φίλος» με τον Μπρούνο Γκαντζ και τον Ντένις Χόπερ.
– 1978: «Το γυάλινο κελί», γερμανική ταινία από τον Hans W. Geißendörfer.
– 1999: «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» του Άντονι Μινγκέλα με Ματ Ντέιμον, Γκουίνεθ Πάλτροου, Τζουντ Λο, Κέιτ Μπλάνσετ και Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν.
– 2002: Το παιχνίδι του Ρίπλεϊ, με τον Τζον Μάλκοβιτς από τη Λιλιάνα Καβάνι.
– 2009: The Cry of the Owl του Jamie Thraves.
– 2014: Χουσείν Αμινί, «Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου», με Βίγκο Μόρτενσεν, Κίρστεν Ντανστ, Οσκαρ Άιζακ.
– 2015: «Κάρολ» από τον Τοντ Χέινς με την Κίτ Μπλάνσετ.
– 2016: «A Kind of Murder» τουου Andy Goddard (The Blunderer).
– 2022: «Τα βαθιά νερά» του Adrian Lyne, με τους Ben Affleck και Ana de Armas.
– 2024: ο Στίβεν Ζάλιαν γυρίζει την εκπληκτική σειρά «Ρίπλεϊ» για το Netflix, με τον Άντριου Σκοτ.
Οι κορυφαίοι σκηνοθέτες εμπνέονται από την Χάισμιθ. Πόσοι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας έχουν να επιδείξουν μια τέτοια κινηματογραφική πανδαισία;
Νομίζω πως αυτά αρκούν – προς το παρόν!






































































