Την περασμένη βδομάδα ο Economist επεσήμανε ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία ξεπέρασε σε διάρκεια τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η επισήμανση έχει σημασία, αν αναλογιστεί κανείς πώς φθάσαμε σε αυτό το σημείο, ποιες δυνάμεις τροφοδοτούν τον πόλεμο και τι σημαίνει για τις εμπλεκόμενες πλευρές. Βέβαια η μετάβαση από την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» του Φεβρουαρίου 2022 στην κλιμάκωση του τελευταίου διαστήματος δεν είναι εύκολη ή απλή υπόθεση. Έχει όμως σημασία να υπογραμμιστεί ότι η ανάγκη τροποποίησης της ρωσικής στρατηγικής δεν αποτελεί επιλογή σχεδιασμένη από το Κρεμλίνο: φαίνεται να προκύπτει ως συνέπεια «επιτυχιών» της ουκρανικής πλευράς χάρη στην αμέριστη συμπαράσταση δυνάμεων της Ε.Ε και του ΝΑΤΟ.

Η Ουκρανία κατάφερε το τελευταίο διάστημα, με δυτική στήριξη, να μεταφέρει τον πόλεμο στο εσωτερικό της Ρωσίας. Τα θεαματικά πλήγματα με drones και πυραύλους σε βάθος ως και 2.000 χιλιομέτρων στο ρωσικό έδαφος, με στόχο αστικά συγκροτήματα αλλά κυρίως στρατιωτικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, διυλιστήρια και εξαγωγικά λιμάνια, διαμορφώνουν νέα δεδομένα. Συνιστούν σοβαρά οικονομικά πλήγματα αλλά, κυρίως, διαψεύδουν παταγωδώς τη βεβαιότητα ότι η Ρωσία θα μπορούσε να διεξάγει έναν μακρόσυρτο πόλεμο στο έδαφος μιας γειτονικής χώρας χωρίς να τον βιώσουν οι πολίτες της. Στις συνέπειες της διάψευσης συγκαταλέγεται μια κρίση στο κέντρο αποφάσεων του Κρεμλίνου, με αρκετούς επώνυμους παράγοντες να σχολιάζουν την ανεπάρκεια των χειρισμών Πούτιν.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ της Ρωσίας είναι η κλιμάκωση των βομβαρδισμών βασικών πόλεων της Ουκρανίας, του Κιέβου συμπεριλαμβανομένου. Στο στόχο κέντρα στρατιωτικής διοίκησης, αποθήκες στρατιωτικού υλικού, ενεργειακές και στρατιωτικές υποδομές. Η αναπάντητη ερώτηση είναι αν αυτή η τακτική είναι αποτελεσματική, με δεδομένο ότι η στρατιωτική ικανότητα της Ουκρανίας στηρίζεται στη δυτική βοήθεια. Βασίζεται δηλαδή σε «υπηρεσίες» που δεν βρίσκονται στο εσωτερικό της. Όλα παραπέμπουν σε μια ιδιότυπη παγίδευση της Ρωσίας, που έχει βέβαια μια ιστορία. Η αδυναμία της να τελειώσει κεραυνοβόλα τον πόλεμο από τους πρώτους μήνες της επίθεσης «φορτώθηκε» στην εξαπάτηση που έστησε η Βρετανία στις συνομιλίες της Κωνσταντινούπολης.

Η «εξαπάτηση» όμως μιας δύναμης σαν τη Ρωσία σημαίνει ότι τότε υπήρχαν ψευδαισθήσεις πως ήταν δυνατή μια διευθέτηση χωρίς να τιναχθούν ολοκληρωτικά οι σχέσεις Ρωσίας-Δύσης. Οι «παγίδες» αυτές φαίνεται να υπάρχουν και σήμερα στις σκέψεις τμήματος της ρωσικής ελίτ, και ως επίδραση της επίμονης απαίτησης της Κίνας για αυτοσυγκράτηση. Έτσι η Ρωσία εκτέθηκε σοβαρά, παραβιάζοντας τις κόκκινες γραμμές που η ίδια έβαζε σε διάφορες φάσεις του πολέμου, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της ουκρανικής εισβολής στο έδαφός της. Υπερεκτίμησε τις δυνατότητες επιβολής της πολιτικής Τραμπ στις χώρες της Ε.Ε., και δεν διείδε ότι Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία και λοιποί «πρόθυμοι» προσανατολίστηκαν στην πυροδότηση της θυσίας των Ουκρανών προκειμένου να επιταχύνουν το δικό τους οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό, στηριγμένο στη στρατιωτικοποίηση τους.

ξΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ θυσίασαν ακόμα και τα προνόμια που απολάμβαναν από τη φθηνή ρωσική ενέργεια για χάρη ενός άλματος που, παρά τα σημερινά ουτοπικά του στοιχεία, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στη βάση ενός πολέμου χωρίς τέλος με τη Ρωσία – με θύμα σήμερα την Ουκρανία, αύριο τις χώρες της Βαλτικής ή του νότιου Καύκασου και της Κεντρικής Ασίας. Σε όλες αυτές τις περιοχές δραστηριοποιείται η ομάδα Ε3 (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία), πυροδοτώντας αντιθέσεις.

Είναι αλήθεια ότι η Ρωσία δεν κατέρρευσε οικονομικά από τις δυτικές κυρώσεις. Ίσως δεν θα καταρρεύσει ούτε με το νέο πακέτο που ετοιμάζει η Κομισιόν σε βάρος του τραπεζικού της συστήματος. Η υιοθέτηση όμως του σχεδίου περιορισμών και ελέγχων στη ρωσική ναυτιλία σε Μεσόγειο και Βαλτική με ναυτικές στρατιωτικές δυνάμεις από τις χώρες της Ε.Ε. ανεβάζει τον πήχη της αντιπαράθεσης σε πρωτοφανή σημεία, και δυσκολεύει τη ρωσική αντίδραση με τα ως τώρα δεδομένα.

Δεν μπορεί να προβλεφθεί το τι θα συμβεί. Όμως ο παρατεταμένος πόλεμος παγιδεύει σε μια κλιμάκωση, με φανερή την αδυναμία ελέγχου της από όλες τις πλευρές. Και αυτό από μόνο του είναι εξαιρετικά επικίνδυνο.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!