της Χριστίνας Πετροπούλου

Leo Luceri, Koscinìzo fonè / Κοσκινίζω φωνές / Setaccio voci
Εκδόσεις Κύφαντα, Αθήνα 2026.

Ο τίτλος «Κοσκινίζω φωνές» είναι, κατά τη γνώμη μου, ένας από τους πιο όμορφους τίτλους που θα μπορούσε να έχει μια ποιητική συλλογή. Γιατί το κοσκίνισμα είναι μια πράξη επιλογής, υπομονής. προσήλωσης: ξεχωρίζεις, κρατάς, διασώζεις. Και αυτό ακριβώς κάνει ο ποιητής. Ψάχνει μέσα στις μνήμες, στις λέξεις, στις αφηγήσεις των ανθρώπων και προσπαθεί να περισώσει «τα χαμένα μαργαριτάρια [που] ανθίζανε σαν ρόδα, πάνω στα χείλη τόσων ανθρώπων», όπως πολύ χαρακτηριστικά λέει.

Έτσι, ο τίτλος αποκτά μια ιδιαίτερη δύναμη. Οι φωνές που κοσκινίζονται είναι οι φωνές των παλιών ανθρώπων, των προγόνων, των αφηγήσεων, των τραγουδιών, των λέξεων που κάποτε ακούγονταν καθημερινά και σήμερα ακούγονται όλο και λιγότερο.

Μέσα από τα ποιήματά του ο Leo προσπαθεί να κρατήσει ζωντανές φωνές, λέξεις και μνήμες που κινδυνεύουν να χαθούν. Ο ίδιος ο ποιητής μάς δίνει από την αρχή το νόημα αυτής της προσπάθειας, όταν γράφει:

«Πεθαμένες λέξεις στη γροθιά μου βαστώ·
πιάσε, τις χαρίζω σ’ εκείνους που ξέρουν ν’ ακούνε».

Και λίγο πιο κάτω:

«Πάρε μία, ακόμα και την πιο σκληρή·
θα σου χρειαστεί να μην νιώθεις ξένος,
να ’χεις πάντα στο νου τ’ όνομά σου».

ΝΟΜΙΖΩ ότι μέσα σε αυτούς τους στίχους βρίσκεται ολόκληρη η ουσία του βιβλίου. Οι λέξεις δεν είναι απλώς λέξεις. Είναι φορείς μνήμης. Είναι τρόποι να θυμόμαστε ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και τι μας συνδέει με τους ανθρώπους που υπήρξαν πριν από εμάς.

Ο Leo Luceri κατάγεται από το Μαρτάνο, ένα από τα ελληνόφωνα χωριά του Σαλέντο, στη Νότια Ιταλία. Εκεί εξακολουθεί να ακούγεται το γκρίκο, μια γλώσσα με βαθιές ελληνικές ρίζες, που όμως σήμερα μιλιέται όλο και λιγότερο. Πρόκειται για μια γλώσσα που κουβαλά αιώνες ιστορίας, συναντήσεις πολιτισμών, μετακινήσεις πληθυσμών και μνήμες γενεών.

Για πολλά χρόνια, το γκρίκο θεωρήθηκε μια γλώσσα χωρίς ιδιαίτερο κύρος. Κι όμως, τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μια διαφορετική πορεία. Μέσα από πολιτιστικούς συλλόγους, από τοπικές πρωτοβουλίες και δράσεις, από τη μουσική, το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη γενικότερη αναγνώριση της αξίας των μειονοτικών γλωσσών στην Ευρώπη, το γκρίκο ανέκτησε ξανά την αξιοπρέπεια και το κοινωνικό του κύρος. Από γλώσσα που σήμαινε χαμηλή κοινωνική καταγωγή, τώρα λειτουργεί ως δείκτης γλωσσικής και κοινωνικής υπερηφάνειας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και την ποίηση του Leo Luceri, o οποίος γράφει σε μια γλώσσα που κουβαλά μια ολόκληρη ιστορία και που η ίδια η ύπαρξή της αποτελεί σήμερα μια μορφή πολιτισμικής αντίστασης.

Γι’ αυτό και η φράση «κοσκινίζω φωνές» αποκτά τόσο μεγάλη σημασία. Οι φωνές που κοσκινίζει ο ποιητής είναι οι φωνές των ανθρώπων του τόπου του, των προγόνων του, των λέξεων που έμειναν στις αφηγήσεις, στα τραγούδια, στις αναμνήσεις. Είναι φωνές που ίσως ακούγονται πιο αδύναμες σήμερα, αλλά δεν έχουν σβήσει. Ο ποιητής αναζητά μέσα σε αυτές ό,τι αξίζει να διασωθεί. Προσπαθεί να ανακτήσει «τα χαμένα μαργαριτάρια», λέξις που σήμερα κινδυνεύουν να χαθούν στη σιωπή και στη λήθη. Το κοσκίνισμα γίνεται έτσι μια πράξη μνήμης, μια προσπάθεια να διασωθεί κάτι πολύτιμο πριν χαθεί οριστικά.

ΣΕ ΜΙΑ εποχή όπου όλα τείνουν να γίνονται πιο ομοιόμορφα, η ποίηση του Leo Luceri υπερασπίζεται την αξία της ιδιαιτερότητας. Μας θυμίζει ότι κάθε γλώσσα κρύβει έναν μοναδικό τρόπο να ονομάζεις τον κόσμο και ότι κάθε φορά που μια γλώσσα σβήνει, χάνεται μαζί της και μια ξεχωριστή οπτική της ανθρώπινης εμπειρίας.

Το «Κοσκινίζω φωνές» είναι τελικά ένα βιβλίο όχι μόνο για τη μνήμη, αλλά και για τη συνέχεια. Για τη δυνατότητα να παραλαμβάνεις κάτι από το παρελθόν και να του δίνεις νέα πνοή. Επομένως, δεν είναι ένα βιβλίο για μια γλώσσα που πεθαίνει, αλλά ένα βιβλίο για τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και την ανθρώπινη ύπαρξη. Οι «πεθαμένες λέξεις» είναι στην πραγματικότητα ζωντανές, επειδή μεταφέρουν μνήμη, εμπειρία και ταυτότητα. Και ο ποιητής τις παραδίδει στον αναγνώστη σαν μια σκυτάλη: πάρε τες, κράτησέ τες, χρησιμοποίησέ τες, ώστε οι φωνές που τις γέννησαν να συνεχίσουν να ακούγονται. Ο ποιητής, επομένως. παρουσιάζει τις «πεθαμένες λέξεις» όχι ως άχρηστα απομεινάρια, αλλά ως πολύτιμη κληρονομιά που προσφέρει σε όσους μπορούν πραγματικά να ακούσουν.

Αυτό είναι ίσως και το πιο συγκινητικό στοιχείο της συλλογής. Δεν υπάρχει σε αυτήν μια νοσταλγία που κοιτά μόνο προς τα πίσω. Υπάρχει η πεποίθηση ότι η γλώσσα μπορεί ακόμη να μιλήσει στο παρόν. Ότι μπορεί να συνεχίσει να παράγει ποίηση, να εκφράζει συναισθήματα, να δημιουργεί νέες εικόνες και νέες εμπειρίες.

Άλλωστε, η ποίηση στη γλώσσα αυτή δεν ξεκινά σήμερα. Πίσω από τους σύγχρονους ποιητές υπάρχει μια σημαντική λογοτεχνική παράδοση, με κορυφαία μορφή τον Vito Domenico Palumbo. Ο Leo Luceri συνομιλεί με αυτήν την παράδοση, χωρίς όμως να μένει εγκλωβισμένος σε αυτήν. Τη συνεχίζει, τη μεταφέρει στο σήμερα και της δίνει νέα ζωή.

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ για τη μετάφραση: Η προσπάθεια δεν ήταν μόνο να μεταφερθεί το νόημα των ποιημάτων στα ελληνικά, αλλά και να αναδειχθούν οι γλωσσικές συγγένειες ανάμεσα στο γκρίκο και τη νέα ελληνική. Γι’ αυτό συναντάμε λέξεις που ίσως ακούγονται παλιές ή ξεχασμένες, όπως το «γιαίνω», το «νογάω» ή η «θυγατέρα», «ιδιάζω» και άλλες. Λέξεις που μας θυμίζουν ότι οι γλώσσες αλλάζουν, αλλά τα ίχνη της ιστορίας τους παραμένουν ζωντανά.

Παράλληλα, τα ποιήματα διατηρήθηκαν στην πρωτότυπη λατινική γραφή τους. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή, που σέβεται τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα αυτή γράφεται και μεταδίδεται σήμερα από τους ίδιους τους ομιλητές της. Έτσι ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να έρθει σε άμεση επαφή με την αυθεντική μορφή του γκρίκο.

Η συλλογή «Κοσκινίζω φωνές» δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τη γλώσσα ή τη λογοτεχνία των Ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας. Αφορά όλους μας. Γιατί μιλά για κάτι βαθιά ανθρώπινο: για την ανάγκη να θυμόμαστε, να διατηρούμε ζωντανές τις ρίζες μας και να ακούμε τις φωνές που έρχονται από το παρελθόν.

Ο Leo Luceri μάς θυμίζει ότι καμία γλώσσα δεν είναι μικρή όταν μπορεί ακόμη να εκφράσει την ανθρώπινη εμπειρία. Και ότι καμία λέξη δεν είναι πραγματικά πεθαμένη όσο υπάρχει κάποιος που την προφέρει, τη γράφει, την αγαπά και τη μεταφέρει στους επόμενους.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το βαθύτερο μήνυμα του βιβλίου: να μάθουμε να ακούμε. Να ακούμε τις λέξεις, τις μνήμες και τις φωνές που ο χρόνος προσπαθεί να σβήσει, αλλά που εξακολουθούν να μας μιλούν.

ΠΡΙΝ κλείσω, θέλω να πω ότι το βιβλίο αυτό, όπως λέει ο ποιητής, αποτελεί φόρο τιμής στους γονείς του, για τους οποίους το γκρίκο ήταν η μητρική τους γλώσσα, παράλληλα με τη σαλεντίνικη διάλεκτο, ενώ εκφράζονταν και στα ιταλικά με κάποια δυσκολία. Μέσα από αυτές τις σελίδες, ο ποιητής δεν τιμά μόνο την οικογενειακή του μνήμη, αλλά επεκτείνει την αναγνώρισή του σε όλους εκείνους που, με το πέρασμα του χρόνου, διαφύλαξαν και μετέδωσαν τα γκρίκο από γενιά σε γενιά. Το βιβλίο μετατρέπεται έτσι και σε μια πράξη ευγνωμοσύνης προς όσους εξακολουθούν να την καλλιεργούν, να την προστατεύουν και να τη διατηρούν ζωντανή: συγγραφείς, μεταφραστές, ερευνητές και φίλους της γλώσσας που αφιερώνουν σε αυτήν μια διαρκή και βαθιά ανθρώπινη προσπάθεια.

Και, όσο θα υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος πρόθυμος να της δώσει φωνή, η γλώσσα θα συνεχίσει να ζει.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!