Η είδηση ότι η κυβέρνηση Ερντογάν προτίθεται να αναβάλλει για το φθινόπωρο την ψήφιση του νόμου για τη «Γαλάζια Πατρίδα», προκάλεσε στην Αθήνα ανακούφιση και έδωσε αφορμή σε αρκετούς να μιλήσουν ακόμη και για «υποχώρηση» της Άγκυρας. Όμως μια πιο προσεκτική ανάγνωση οδηγεί σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα.

Πρώτα απ’ όλα, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η Τουρκία εγκαταλείπει τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα, το ίδιο το περιεχόμενο του νομοσχεδίου παραμένει στο τραπέζι και η πρόθεση νομοθέτησής του δεν έχει αποσυρθεί. Η αναβολή αφορά τον χρόνο και όχι την ουσία. Οι τουρκικές θέσεις περί «γκρίζων ζωνών», οι μονομερείς διεκδικήσεις για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, καθώς και η λογική των «ειδικών ζωνών» και των περιοχών τουρκικής ευθύνης εξακολουθούν να αποτελούν κεντρικά στοιχεία της στρατηγικής της Άγκυρας.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικές είναι οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας. Παρά τη σφοδρή πολιτική σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, το CHP, όχι μόνο δεν αμφισβητεί τον πυρήνα της «Γαλάζιας Πατρίδας», αλλά επικρίνει σφόδρα τον Ερντογάν από τη σκοπιά της πιο αποφασιστικής υπεράσπισης των τουρκικών συμφερόντων (όπως έκανε και τώρα κατηγορώντας τον ότι κάνει πίσω για να γίνει αρεστός στον Τράμπ). Αυτό δείχνει ότι δεν πρόκειται για κάποιο προσωπικό σχέδιο ή πολιτικό τέχνασμα του Τούρκου προέδρου, αλλά για μια βαθύτερη, διακομματική στρατηγική του τουρκικού κράτους.

Η πιθανότερη εξήγηση για την αναβολή βρίσκεται αλλού. Η Τουρκία φαίνεται να επιλέγει έναν διαφορετικό χρονισμό, πιθανότατα σε συνεννόηση με την Ουάσιγκτον. Με τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που φιλοξενεί η Άγκυρα να πλησιάζει, με ανοιχτές συζητήσεις για τα F-35 (παρά τις πρόσφατες παρεμβάσεις του Μάρκο Ρούμπιο που ρίχνουν πάγο στην υπόθεση) και τις προθέσεις των Δυτικών να καταδεικνύουν το ενδιαφέρον για τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας της ΝΑΤΟ, μια νέα ελληνοτουρκική κρίση δεν εξυπηρετεί κανέναν από τους βασικούς παίκτες. Η μετάθεση της ψήφισης μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο εκτόνωσης των αντιδράσεων χωρίς να θίγει τον στρατηγικό στόχο.

Το κρίσιμο ερώτημα αφορά την ελληνική πλευρά. Αν πράγματι υπάρχει μια περίοδος μερικών μηνών μέχρι την επαναφορά του νομοσχεδίου, αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει παράθυρο ευκαιρίας για τη δημιουργία διπλωματικών, νομικών και γεωπολιτικών αντιβάρων απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό. Ωστόσο, τα πρώτα δείγματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Ήδη κυριαρχούν δύο γνώριμες λογικές: Η επικοινωνιακή διαχείριση, σύμφωνα με την οποία «η Τουρκία έκανε πίσω επειδή αντιδράσαμε», και ο εφησυχασμός ότι «η Γαλάζια Πατρίδα αναβάλλεται».

Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει όμως κάτι διαφορετικό. Η Τουρκία σπάνια εγκαταλείπει έναν στρατηγικό στόχο επειδή τον μεταθέτει χρονικά. Και όταν η Αθήνα αντιμετωπίζει τις αναβολές ως λύσεις αντί ως προειδοποιήσεις, συνήθως διαπιστώνει αργότερα ότι τα τετελεσμένα στο πεδίο έχουν ήδη πολλαπλασιαστεί. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν ο νόμος θα ψηφιστεί τον Ιούνιο ή τον Οκτώβριο. Το ζήτημα είναι τι θα έχει κάνει η χώρα μας μέχρι τότε.

Ν.Τ.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!