Η σύντομη συνάντηση του Γιώργου Γεραπετρίτη με τον Χακάν Φιντάν στο περιθώριο της συνόδου της Διαδικασίας Συνεργασίας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (SEECP) στη Σόφια ήρθε να υπενθυμίσει ότι η περίοδος σχετικής ηρεμίας στα ελληνοτουρκικά δεν συνεπάγεται και εγκατάλειψη των πάγιων τουρκικών διεκδικήσεων. Αντίθετα, η Άγκυρα δια του ΥΠΕΞ κ. Φιντάν επισημοποιεί τα όσα εδώ και εβδομάδες διαρρέονται στον τουρκικό Τύπο, δηλώνοντας αποφασισμένη να προχωρήσει στην υλοποίηση του νομοθετικού πλαισίου για τις θαλάσσιες ζώνες. Αυτό ενσωματώνει τη λογική της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας» (των διεκδικήσεων της δηλαδή σε Αιγαίο και Ν.Α. Μεσόγειο), επιχειρώντας να προσδώσει εσωτερική νομιμοποίηση στις επεκτατικές της αξιώσεις.

Κατά τη συνάντηση, ο Έλληνας ΥΠΕΞ επανέλαβε τη θέση ότι μονομερείς ενέργειες δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα και δεν συμβάλλουν στη διατήρηση του ήρεμου κλίματος στις διμερείς σχέσεις. Υπογράμμισε επίσης ότι η μοναδική διαφορά που αναγνωρίζει η Ελλάδα είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Για να λάβει την απάντηση από τον Χακάν Φιντάν ότι το νομοσχέδιο αποτελεί ζήτημα εθνικής νομοθεσίας της Τουρκίας, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά την προώθησή του (άγνωστο πότε) στην τουρκική Εθνοσυνέλευση.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία επαναφέρει σταδιακά πρακτικές αμφισβήτησης στο πεδίο, με αυξημένες παραβιάσεις και διεκδικήσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Στόχος της δεν είναι απλώς η κατοχύρωση συγκεκριμένων θαλάσσιων ζωνών, αλλά η διαμόρφωση τετελεσμένων που θα της επιτρέπουν να έχει λόγο για κάθε ενεργειακή, αμυντική ή γεωπολιτική εξέλιξη στην περιοχή. Η «Γαλάζια Πατρίδα» παραμένει ο στρατηγικός χάρτης πάνω στον οποίο οικοδομείται αυτή η πολιτική.

Οι περιφερειακές φιλοδοξίες της Τουρκίας

Η αντιπαράθεση με την Ελλάδα αποτελεί μόνο ένα τμήμα μιας πολύ ευρύτερης τουρκικής στρατηγικής. Η Άγκυρα επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της σε όλα τα μεγάλα περιφερειακά μέτωπα, από τη Μαύρη Θάλασσα και την Ουκρανία έως τη Συρία, τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο.

Η προγραμματισμένη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις αρχές του Ιουλίου, και η πιθανή συνάντηση Τραμπ-Ερντογάν, αντιμετωπίζονται από την τουρκική ηγεσία ως ευκαιρία στρατηγικής αναβάθμισης. Η Τουρκία επιδιώκει να παρουσιαστεί ως αναντικατάστατος σύμμαχος της Δύσης, αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση αλλά και τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας. Παράλληλα, διεκδικεί ενεργό συμμετοχή στις αμυντικές και εφοδιαστικές αλυσίδες της Δύσης, προωθώντας την εγχώρια αμυντική της βιομηχανία, τα drones, τα πυρομαχικά και το μαχητικό ΚΑΑΝ. Η Άγκυρα επιθυμεί να καταστεί όχι μόνο καταναλωτής αλλά και προμηθευτής αμυντικών συστημάτων για ευρωπαϊκές και νατοϊκές χώρες.

Υπό αυτό το πρίσμα, η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν αποτελεί μια απομονωμένη ελληνοτουρκική διαφορά. Είναι τμήμα μιας συνολικής αναθεωρητικής στρατηγικής που φιλοδοξεί να μετατρέψει την Τουρκία σε περιφερειακή δύναμη με καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις της ευρύτερης περιοχής.

Η φουρτούνα και ο καπετάνιος

Απέναντι στις νέες τουρκικές κινήσεις, η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει προς το παρόν να υποβαθμίσει τη σημασία του υπό διαμόρφωση νομοσχεδίου. Η επίσημη θέση συνοψίζεται στη φράση του κ. Γεραπετρίτη, ότι «μονομερείς ενέργειες δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα», με την Αθήνα να επιμένει ότι κανένα τουρκικό νομοθέτημα δεν μπορεί να δημιουργήσει δικαιώματα εις βάρος της Ελλάδας. Το ίδιο θυμόμαστε να δηλώνουν όμως και για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, που ακόμη ταλαιπωρεί την ελληνική εξωτερική πολιτική. Αλλά το πάθημα δεν δείχνει να γίνεται μάθημα.

Την ίδια στιγμή, η ελληνική απάντηση εξαντλείται σε εξοπλιστικά προγράμματα μαμούθ (ο καλύτερος πελάτης ΗΠΑ, Γαλλίας και Ισραήλ), επιμένοντας πως η στρατηγική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ λειτουργεί ως παράγοντας αποτροπής. Ο ΥΠΕΞ κ. Γεραπετρίτης επιμένει στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα, θεωρώντας ότι η διαχείριση των κρίσεων απαιτεί συνεχή διπλωματική επαφή. Ο «σκληρός» υπουργός Άμυνας κ. Δένδιας, από την άλλη, υιοθετεί συχνά πιο αυστηρή ρητορική, εκφράζοντας ανοιχτά ανησυχίες για τις τουρκικές πρωτοβουλίες και τη «Γαλάζια Πατρίδα». Και ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης αυτοδιαφημίζεται σε συνεντεύξεις ως ο καλύτερος καπετάνιος στην φουρτούνα των Ελληνοτουρκικών, απαντώντας στην κριτική που του ασκούν οι πρώην πρωθυπουργοί Σαμαράς και Καραμανλής.

Το βαθύτερο πρόβλημα, ωστόσο, φαίνεται να είναι η αδυναμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική. Η υπερβολική προσήλωση στις διαθέσεις συμμάχων και «προστατών» συχνά υποκαθιστά τον αναγκαίο εθνικό σχεδιασμό, αφήνοντας την Ελλάδα να αντιδρά στις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει.


Η ανάγκη συνεκτικής πολιτικής κόντρα στον τουρκικό επεκτατισμό

Η υπόθεση του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» υπενθυμίζει ότι η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει ούτε τις αναθεωρητικές της βλέψεις, ούτε την επιδίωξη αναβάθμισης του ρόλου της σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Ακόμη και αν μετά από πιθανές πιέσεις των ΗΠΑ λειανθούν (προς ώρας) ορισμένες πλευρές του, η νομοθέτηση και μόνο για περιοχές του Αιγαίου, εκτός δηλαδή της τουρκικής επικράτειας, αποτελεί ουσιαστική αναβάθμιση της επεκτατικής πολιτικής της γείτονος.

Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, η Ελλάδα δεν αρκεί να επαναλαμβάνει τις πάγιες νομικές της θέσεις. Απαιτείται μια συνεκτική πολιτική που να συνδυάζει διπλωματία, αποτροπή, συμμαχίες και εθνικό σχεδιασμό με ορίζοντα δεκαετιών. Η επόμενη περίοδος ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η Άγκυρα επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τις διεθνείς ανακατατάξεις και να διευρύνει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα. Σε αυτό το περιβάλλον, είναι αναγκαία η διαρκής εγρήγορση θεσμικών οργάνων του κράτους και της κοινωνίας, της πολιτικής ηγεσίας και του λαού.

Και ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση να είναι ακριβώς αυτή. Να μην χαθεί η ουσία των εξελίξεων πίσω από ένα ολοένα και πιο αποπροσανατολιστικό και «καθησυχαστικό» προεκλογικό σκηνικό, την ώρα που οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή (και όλο τον πλανήτη) μεταβάλλονται βίαια και με ταχύτητα.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!