Πώς από διαφημιστές των «αγανακτισμένων πολιτών» έγιναν ορκισμένοι… πολέμιοι του φασισμού. Του Λεωνίδα Σακλαμπάνη

Ήταν 10 Δεκεμβρίου του 2008, μόλις τέσσερις μέρες μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγόροπουλου από τον Κορκονέα, στα Εξάρχεια, όταν ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής έκανε την (επαν)εμφάνισή του στα ΜΜΕ. Χρυσαυγίτες καλυπτόμενοι από την κουκούλα των «αγανακτισμένων κατοίκων» της Πάτρας έχουν βγει στον κεντρικό δρόμο της πόλης «για να προστατεύσουν την περιουσία τους» από τους γνωστούς-αγνώστους που έσπαγαν ό,τι έβρισκαν στο πέρασμά τους. Αυτόπτες μάρτυρες καταγγέλλουν ότι όχι μόνο δεν προστάτευαν περιουσίες αλλά βιαιοπραγούσαν, σπάζοντας οι ίδιοι βιτρίνες αλλά και μερικά κεφάλια. Ο Μιχαλολιάκος παρεμβαίνει στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ1 και αφού χαιρετίζει τους πολίτες που έχουν πάρει το νόμο στα χέρια τους για να προστατεύσουν την περιουσία τους, δηλώνει ότι οι συγκεκριμένοι πολίτες -παρά τις καταγγελίες- δεν είναι μέλη της Χρυσής Αυγής αλλά απλοί άνθρωποι «που αγανάκτησαν από την απουσία του κράτους το οποίο αδυνατεί να τους προστατεύσει». Σας θυμίζει κάτι η συγκεκριμένη φράση;
Είναι αλήθεια ότι, μέχρι τότε, σπάνια συναντούσε κάποιος τον ίδιο τον γ.γ. της Χρυσής Αυγής ή κάποια από τα λιγοστά μέλη της στα ΜΜΕ. Το κενό, άλλωστε, κάλυπτε με αρκετή επιτυχία το ακροδεξιό τηλεκόμμα ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη. Προφανώς και η παρουσία Μιχαλολιάκου δεν ήταν τυχαία εκείνες τις μέρες στα ΜΜΕ. Επρόκειτο για μια προσπάθεια απάντησης, για μια αντανακλαστική κίνηση απέναντι στις τεράστιες κοινωνικές κινητοποιήσεις, απέναντι στο φόβο για μια γενικευμένη εξέγερση.
Ήταν μια πρώτη πρόβα για όσα θα ακολουθούσαν; Αυτό θα το απαντήσει η ίδια η Ιστορία. Πάντως, από τότε μέχρι σήμερα, η Χρυσή Αυγή, βρέθηκε στο ελληνικό Κοινοβούλιο έχοντας στο πλευρό της έναν απρόσμενο σύμμαχο: Τα τηλεοπτικά ΜΜΕ πρώτης γραμμής με την υιοθέτηση ενός μεγάλου μέρους της ατζέντας της, το ξέπλυμα μέσω του lifestyle, μα κυρίως με την έντεχνη εξίσωση «των δύο άκρων», η οποία έφερε μια ναζιστική οργάνωση να εντάσσεται ομαλά στην πολιτική ζωή της χώρας.

«Η μάχη του Αγίου Παντελεήμονα»
Η κάμερα εστιάζει σε έναν 50χρονο με μαύρα γυαλιά: «Κάτοικοι είμαστε, τίποτα άλλο» λέει ο αγανακτισμένος, ενώ έχει προηγηθεί σύρραξη σε αντισυγκέντρωση στον Άγιο Παντελεήμονα λίγες μέρες πριν από τις δημοτικές εκλογές που έδωσαν την πρώτη ώθηση για τη γιγάντωση της Χρυσής Αυγής. Δίπλα του η κάμερα προβάλλει την Σκορδέλη με μια ντουντούκα στο χέρι να φωνάζει συνθήματα. «Αγανακτισμένη» (και αυτή) κάτοικος μέχρι πρόσφατα για τα ΜΜΕ, κατηγορούμενη σήμερα για σειρά αδικημάτων. Η περίπτωση της Σκορδέλη αλλά και του προέδρου στρατιωτικού συνδέσμου, Πιπίκιου, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές για τον τρόπο που τα Μέσα πληροφόρησης κάλυψαν για χρόνια μια εγκληματική συμμορία που βρήκε πρόσφορο έδαφος στο κέντρο της Αθήνας και στα τηλεοπτικά στούντιο. Και οι δύο ήταν πάντοτε καλεσμένοι ως… απλοί κάτοικοι για να «εξηγήσουν τα προβλήματα των συμπολιτών τους από τη λαθρομετανάστευση και την εγκληματικότητα». Συνεπικουρούμενοι, τις περισσότερες φορές, από τις αβανταδόρικες- λογικοφανείς ερωτήσεις-τοποθετήσεις των παρουσιαστών αλλά και των βουλευτών της σημερινής συγκυβέρνησης.
Η κόντρα «αγανακτισμένων»-αντιφασιστών στα πάνελ όχι μόνο «πουλούσε» αλλά εξυπηρετούσε κι ένα σχέδιο που βοηθούσε ακόμα πιο πολύ τη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας. Η δύναμη της εικόνας, με φτωχούς μετανάστες να βρίσκονται στα παγκάκια και στους δρόμους ή με συμμορίες να συγκρούονται στα στενά γειτονιών της Αθήνας ήταν αυτή που ήδη είχε βοηθήσει στο σπάσιμο του αβγού του φιδιού. Πλέον Σκορδέλη και Πιπίκιος και κάθε άλλος δήθεν ακομμάτιστος αγανακτισμένος κάτοικος δεν ήταν αρκετοί ούτε για να αντιπαρατεθούν ούτε για να «πουλήσουν». Η Υπατία φέρνει τον δεύτερο, εντονότερο και πιο ακραίο παροξυσμό στα ΜΜΕ. Οι απαντήσεις δύσκολες, το Μνημόνιο σε πλήρη εφαρμογή, τα Μίντια σε πλήρη ευθυγράμμιση με την κυβερνητική προπαγάνδα, δίνουν πλέον τον λόγο απευθείας στην Χρυσή Αυγή. Έτσι, τη θέση τους στα πάνελ και στις εφημερίδες παίρνουν οι Κασιδιάρης, ο Παναγιώταρος (θυμίζουμε την ίδρυση και την υπερπροβολή της ομάδας «Παρεμπόριο-stop»), ο Λαγός και στο τέλος ο ίδιος Μιχαλολιάκος.

Συνένοχοι… αντιφασίστες
Την αμφίδρομη σχέση κυβέρνησης-Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης παρακολουθούμε με αμείωτη ένταση τις τελευταίες ημέρες με αφορμή τις συλλήψεις των μελών της Χρυσής Αυγής. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, από τάγμα εφόδου της Χρυσής Αυγής, ήταν η αρχή που θα ξετύλιγε ακόμη ένα κουβάρι υποκρισίας από την πλευρά των ΜΜΕ. Αυτή τη φορά όμως, παρουσιαστές, ρεπόρτερ και αναλυτές δεν θα έπαιζαν με τα διλήμματα Μνημόνιο ή χρεοκοπία, με το ΔΝΤ και λίγο φαΐ ή πείνα και κρύο, αλλά με την ίδια την δημοκρατία και στη συνέχεια (μετά τις πρώτες αποφάσεις της Δικαιοσύνης) ακόμη και με την ίδια την Δικαιοσύνη!
Αίφνης, τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα, οι μεγαλύτερες σε κυκλοφορία εφημερίδες και τα ενημερωτικά ραδιόφωνα ανακάλυψαν την εγκληματική δράση της ναζιστικής συμμορίας, μας ενημέρωσαν για την ύπαρξη ταγμάτων εφόδου, εντόπισαν μέσα σε λίγα 24ωρα αυτόπτες μάρτυρες, έριξαν μια ματιά στο Διαδίκτυο και αναπαρήγαγαν βίντεο και φωτογραφίες που είχαν δημοσιευτεί εδώ και τουλάχιστον 4 χρόνια! Συμπτωματικά, όπως η κυβέρνηση ανακάλυψε τη δράση της Χρυσής Αυγής, όπως ο Δένδιας θυμήθηκε τις 31 υποθέσεις της εγκληματικής οργάνωσης που είχε στα συρτάρια του γραφείου του, έτσι και τα Μέσα Ενημέρωσης θυμήθηκαν ότι οι αγανακτισμένοι κάτοικοι του Αγίου Παντελεήμονα μπορεί, τελικά, να μην ήταν και τόσο… αγανακτισμένοι όσο τα ίδια τους παρουσίαζαν ακόμη και όταν ξεκάθαρα βιαιοπραγούσαν μπροστά στη κάμερα.
Εκατοντάδες ρεπορτάζ είχαν προβληθεί, χιλιάδες απόψεις είχαν γραφτεί προς υποστήριξη των «κατοίκων» που ζουν στο κέντρο. Από «Τα προσκοπάκια της Χρυσής Αυγής» στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα (1/4/2012) όπου με ένα πλαστό ρεπορτάζ παρουσίαζε μέλη της Χ.Α. να προστατεύουν ηλικιωμένες κυρίες που πραγματοποιούσαν ανάληψη από ATM, μέχρι το άρθρο του Στέφανου Κασσιμάτη στην Καθημερινή (16/9/2012) στο οποίο σημείωνε ότι «όσοι πιστεύουμε στη Δημοκρατία οφείλουμε ένα μεγάλο “ευχαριστώ” στην Χρυσή Αυγή – και σοβαρολογώ απολύτως…».
Πατώντας στα πραγματικά προβλήματα που βίωναν οι πολίτες, διαμόρφωσαν μια ακροδεξιά πλατφόρμα εννοιών και διαλόγου πάνω στην οποία στηρίχτηκε και εκκολάφτηκε το αβγό του φιδιού. Έναν χυδαίο λαϊκισμό, με στοιχεία εθνικισμού, ρατσισμού και σεξισμού, τα βασικά συστατικά δηλαδή για την προπαγάνδιση των θέσεων της Χρυσής Αυγής με τον πιο ύπουλο τρόπο: Χωρίς αυτή να αναφέρεται.

Βαμπίρ και κανίβαλοι
Κάπως έτσι φτάσαμε στα γεγονότα του περασμένου Σαββάτου. Από τις αβροφροσύνες μεταξύ «αγανακτισμένων» και παρουσιαστών στην… πρώτη γραμμή του αντιφασιστικού αγώνα. Από την αναγόρευσή τους σε ισότιμους συνομιλητές για το μεταναστευτικό, την εξωτερική πολιτική, την οικονομία και τη… σωτηρία της χώρας, σε κανίβαλους (που είναι). Μόνο που αυτοί οι κανίβαλοι, τόσα χρόνια, πήγαιναν χέρι-χέρι με τα βαμπίρ. Η πρωτοβουλία Σαμαρά έπρεπε να υπηρετηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ακόμη κι αν αυτός προσέβαλε τη νοημοσύνη των τηλεθεατών, των αναγνωστών ή των ακροατών –για κώδικα, βέβαια, δημοσιογραφικής δεοντολογίας δεν μιλάμε, αυτός έχει πάει προ πολλού… περίπατο. Τα ΜΜΕ, βασικός διαμορφωτής της ακροδεξιάς ατζέντας, το καλύτερο πλυντήριο ξεπλύματος των πράξεών τους, ξεκίνησαν έναν υποκριτικό μαραθώνιο δικάζοντας τους κατηγορημένους πριν ακόμη αυτοί περάσουν την είσοδο της Ευελπίδων, προσφέροντας -ακόμη περισσότερη- υπηρεσία στους ίδιους τους κατηγορούμενους και φυσικά στην Χρυσή Αυγή.
Η αναξιοπιστία με την οποία καλύπτονται τα γεγονότα, ειδικά τα τελευταία χρόνια, ο ολοκληρωτικός τρόπος μετάδοσης των ειδήσεων, η ανυπαρξία διασταύρωσης των ειδήσεων και η προπαγάνδιση μόνο των non paper που μοιράζουν υπουργοί και βουλευτές της συγκυβέρνησης προκάλεσαν σε ένα μεγάλο βαθμό τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που ίσως θα ήθελαν να πετύχουν. Ξεπατικώνοντας την δοκιμασμένη συνταγή, από την σύλληψη της 17Ν, μέχρι την πρόσφατη με τους νεαρούς κατηγορούμενους για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, αυτή του βομβαρδισμού ειδήσεων, τα ΜΜΕ αντιμετώπισαν την κοινωνία ως πειθήνια όντα που δεν έχουν κριτική σκέψη που ξεχνούν, που αγνοούν και που, τελικά, πρέπει να καταπιούν τη μοναδική αλήθεια τους.
«Το είπαμε και το επαναλαμβάνουμε: Οι άνθρωποι είναι εγκληματίες», μας ενημέρωναν τώρα οι τηλεπαραθυράτοι σχολιαστές κατά τη διάρκεια που τα μέλη της ναζιστικής εγκληματικής συμμορίας οδηγούνταν στην ΓΑΔΑ. «Το δήλωσε άλλωστε και ο υπουργός» συμπλήρωσε ο παρουσιαστής ξεχνώντας φαίνεται ότι βρίσκεται στον αέρα και ότι η Δικαιοσύνη είναι αυτή που πρέπει να κρίνει ή ότι ο ο τρίτος τηλεπαραθυράτος έχει φιλοξενήσει σε περισσότερες από τις μισές του εκπομπές τον πρώην πρόεδρο της ΕΠΕΝ, Μάκη Βορίδη, μια σειρά «αγανακτισμένων του κέντρου» αλλά και τον ίδιο τον Μιχαλολιάκο το 1995, όταν επί της ουσίας υπήρχε μόνο η… εφημερίδα Χρυσή Αυγή.
«Τι νομίζουν ότι είναι οι ανακριτές; Νηπιαγωγοί στο σχολείο; Είναι ακατανόητη η απόφαση ανακριτών και εισαγγελέα για Κασιδιάρη, Παναγιώταρο, Μίχο», σημείωναν σε άλλο ΜΜΕ περνώντας πλέον στην ευθεία αμφισβήτηση της απόφασης της Δικαιοσύνης, η οποία -επίσης- συμπτωματικά δεν άρεσε και στην κυβέρνηση Σαμαρά. «Χτες ο Κασιδιάρης έφτυσε τους δημοσιογράφους, σήμερα, μετά την απόφαση του ανακριτή χτύπησε δύο κάμεραμαν» συνέχισε, ξεχνώντας ότι αυτός ο άνθρωπος κυκλοφορούσε ελεύθερος έχοντας χτυπήσει (φανερά τουλάχιστον) τη βουλευτή του ΚΚΕ, Λιάνα Κανέλλη ολοκληρώνοντας τη χυδαία υποκρισία κυβέρνησης, αρμόδιων υπουργών και ΜΜΕ που τώρα καμώνονται ότι ανακάλυψαν την εγκληματική δράση της ναζιστικής-εγκληματικής οργάνωσης. Στο τέλος θα το πιστέψουμε: Ο Σαμαράς θα μας σώσει από την πείνα και τα ΜΜΕ από τον φασισμό.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!