Στο ένα μέτωπο, εκείνο της Μέσης Ανατολής (ΗΠΑ/Ισραήλ ενάντια στο Ιράν), φαίνεται να έχει λήξει ένας πρώτος γύρος πολέμου. Δεν πρόκειται για πλήρη λήξη, ούτε για μια κανονικότητα συνομιλιών με σκοπό κάποια μόνιμη ειρήνευση. Αφορά όμως την προς ώρας αποφυγή, από πλευράς ΗΠΑ, μιας γενικευμένης σύγκρουσης που δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν τα βάρη της και να ελέγξουν τις συνέπειές της. Αφορά και τη δύσκολη (και ταραχώδη) διαχείριση από μέρους τους των συνεπειών της αποτυχίας τους να επιβάλουν δια του πολέμου τη θέλησή τους.

Η επόμενη μέρα, που προκύπτει μ’ αυτούς τους όρους, γίνεται ήδη φανερό ότι ασκεί τις επιδράσεις της και στις εξελίξεις στο «ευρωπαϊκό μέτωπο σύγκρουσης» που έχει αρθρωθεί περί την Ουκρανία.

Σε τροχιά διαρκούς πολέμου με τη Ρωσία

Σχεδόν ταυτόχρονα με την αναγγελία του μνημονίου κατανόησης ΗΠΑ-Ιράν, οι Ευρωπαίοι μεγάλοι παίκτες –το τρίο Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία– επέστρεψαν με αναπτερωμένη ενεργητικότητα στη διπλή επιδίωξή τους:

α) Για ολοκληρωτικό πόλεμο κατά της Ρωσίας, με χαρακτηριστικά «τελικής λύσης» και μεγάλο χρονικό ορίζοντα, με σκοπό την πλήρη αποδυνάμωσή της και τελικά τον κατακερματισμό της και τον έλεγχο των επιμέρους κομματιών που θα προέκυπταν ως υποτελή κράτη. Αυτό είναι το λεγόμενο σχέδιο «αποαποικιοποίησης της Ρωσίας», όπως αναφέρεται από ιθύνοντες ευρωκρατικούς κύκλους!

β) Για τη δέσμευση των ΗΠΑ σε μόνιμη παρουσία τους στην Ευρώπη και για συμμετοχή τους σ’ έναν τέτοιο πόλεμο.

Η διπλή επιδίωξη είναι ενιαία και αδιαίρετη, εφόσον ο δεύτερος όρος της θεωρείται προϋπόθεση για τη δυνατότητα προχωρήματος του πρώτου. Οι σχετικές με τα προηγούμενα, πρόσφατες κινήσεις των Ευρωπαίων, δείχνουν να ποντάρουν στις συνέπειες που μπορεί να προσλάβει η αποτυχία των ΗΠΑ/Ισραήλ να επιβληθούν στο Ιράν (αν μάλιστα συνυπολογιστούν και τα όρια που φαίνεται να έχουν οι δυνατότητες των ΗΠΑ, απέναντι στη Ρωσία, στην Ουκρανία). Ειδικότερα, η εμφάνιση μεγάλων και κρίσιμων αδυναμιών των ΗΠΑ σχετικά με την αναπλήρωση των οπλικών συστημάτων, που «καταναλώνονται» με πολύ εντατικούς ρυθμούς τόσο στη σύγκρουση με το Ιράν όσο και στην Ουκρανία, φαίνεται ότι έχει ενισχύσει την πεποίθηση των ελίτ των τριών βασικών ευρωπαϊκών δυνάμεων ότι «πρέπει να καβαλήσουν εγκαίρως το κύμα» πολεμικής οικονομίας που (προσβλέπουν ότι) θα προκύψει σε όλη τη Δύση, με επίκεντρο τις ΗΠΑ – είτε υπό τον Τραμπ είτε μετά από παραμερισμό του.

Οι τέτοιες βλέψεις περιλαμβάνουν και την πιεστική ανάγκη για πολύ δραστικές αλλαγές ως προς τα είδη πολέμου που διεξάγονται. «Ουκρανία» και Ιράν έχουν δώσει πολύ υλικό ως προς αυτό. Αυτή η διάσταση θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει μεγάλες ορέξεις για νέους κύκλους των τεράστιων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη (αυτονομία ομάδων σύγκρουσης μέσω δικτύωσης, αυτοδιευθυνόμενα σμήνη ντρόουνς, συλλογή μεγα-δεδομένων από όλα τα μέτωπα, πολεμικά και μη, συσχέτιση αυτών των δεδομένων μέσω τεχνικών Τεχνητής Νοημοσύνης κ.ά.). Αν κρίνουμε από την προς ώρας προσχώρηση Τραμπ σε ένα ενιαίο μέτωπο γενικευμένης επιθετικότητας απέναντι στη Ρωσία, όπως αποτυπώθηκε στο κοινό ανακοινωθέν της πρόσφατης συνόδου των G7 στο Εβιάν της Γαλλίας, οι πιέσεις των ευρωατλαντιστών σε κάποιο βαθμό λειτουργούν.

Οι Ευρωπαίοι επιδιώκουν τη συμμετοχή των ΗΠΑ σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο κατά της Ρωσίας, με τελικό στόχο τον κατακερματισμό της. Από την άλλη, οι ρηγματώσεις εντός Δύσης και ειδικότερα εντός «Ευρώπης», θέτουν όρια

Αλλά η «Ευρώπη» είναι πολυρηγματωμένη

Δύο διαστάσεις παίζουν ωστόσο καθοριστικό ρόλο για την πορεία των εξελίξεων, και αποκαλύπτουν πιθανά όρια ως προς την εφικτότητα των Δυτικών επιδιώξεων.

Καταρχήν, οι όποιοι σχεδιασμοί γίνονται σε περιβάλλον πολυεπίπεδων ενδοδυτικών αλλά και ειδικότερα ενδοευρωπαϊκών ρηγματώσεων και μεγάλων ανταγωνισμών-συγκρούσεων. Γερμανία, Βρετανία και Γαλλία συμπλέουν μεν σε γραμμή πολέμου και πολεμικής οικονομίας, αλλά η καθεμιά τους προωθεί ιδιαίτερες επιδιώξεις. Πολύ χαρακτηριστικά, έχουν «αρχίσει ήδη τα όργανα» με την ακύρωση του πολυδιαφημισμένου κοινού γερμανογαλλικού πρότζεκτ για μαχητικό αεροσκάφος 6ης γενιάς. Και ακολουθούν μια σειρά από δηλώσεις Μερτς για την «ανάγκη ενίσχυσης των εθνικών βιομηχανιών». Η Ε.Ε. ως μόρφωμα υπερεθνικής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης βρίσκεται σε δομική κρίση αξεπέραστων διαστάσεων, και η κατάσταση αυτή δεν φαίνεται να μπορεί να αλλάξει χωρίς μεγάλες τεκτονικές ανακατατάξεις εντός του όλου Δυτικού στρατοπέδου. Ούτε η «Ευρώπη» ενεργεί ως μια, ούτε η «Αμερική». Και επιπλέον, τα κέντρα-ομαδοποιήσεις που αλληλοσυγκρούονται στο εσωτερικό τους δεν είναι ως επί το πλείστον σταθεροποιημένα και «ευανάγνωστα».

Πάντως στο πλαίσιο ενός προσωρινού «καταμερισμού εργασίας», η Βρετανία έχει αναλάβει το κύριο βάρος της στήριξης και οργάνωσης των πληγμάτων εντός Ρωσίας (και το διακηρύσσει ανοιχτά, όπως ο απερχόμενος Στάρμερ, ο οποίος καυχήθηκε για τους βρετανικούς πυραύλους που πρόσφατα έπληξαν το Βορόνεζ στη Ρωσία). Επιπλέον, μαζί με τη Γαλλία, οι Βρετανοί έχουν αναλάβει την πλαγιοκόπηση της ρωσικής ναυσιπλοΐας στις ανοιχτές θάλασσες. Η άλλη συνιστώσα, η Γερμανία, στρατιωτικοποιείται ταχύτατα. Παράλληλα βέβαια υπερχρεώνεται, και κάνει υπό την ηγεσία Μερτς κινήσεις υπερχρηματιστικοποίησης, που την οδηγούν σε αποβιομηχάνιση σε κρίσιμους τομείς. Όλες οι αντιθέσεις εξαπολυμένες μαζί! Τέλος, η Γαλλία «παίζει με τις πυρηνικές ομπρέλες» και επιδιώκει να κατοχυρώσει τη δική της πολεμική βιομηχανία, που βρίσκεται υπό υπαρξιακή πίεση.

Η Ρωσία αναπροσαρμόζει τη στάση της;

Μια σειρά επίσημων δηλώσεων της ρωσικής πλευράς δείχνουν ότι η ρωσική ηγεσία εκτιμά ότι οδεύει σε μακροχρόνιο πόλεμο με τη Δύση. Θεωρεί ότι η Δύση της έχει ήδη κηρύξει αυτόν τον πόλεμο, και ότι οι ΗΠΑ συμμετέχουν σ’ αυτόν και είναι μέρος του. Οι σχετικές πρόσφατες δηλώσεις Πούτιν σε ομιλία του σε νεαρούς αξιωματικούς της στρατιωτικής ακαδημίας έλεγαν με καθαρότητα ακριβώς αυτό. Επιπλέον, έχει ενδιαφέρον ότι τόσο ο άνθρωπος του Πούτιν επί των εξωτερικών, Ουσάκοφ, όσο και το ρωσικό ΥΠΕΞ δια του Λαβρόφ και άλλων, δίνουν το μήνυμα ότι «το πνεύμα του Άνκορατζ πρέπει να θεωρείται ως μη υφιστάμενο» λόγω της αμερικανικής στάσης. Και ότι η Ρωσία δεν θα συνεχίσει να δεσμεύεται πλέον απ’ αυτό, θέτοντας ως προτεραιότητα την εξασφάλιση της «νίκης της».

Το κρίσιμο θέμα που έχει προς αντιμετώπιση η Ρωσία είναι ότι η Δύση τής επιτίθεται ασύμμετρα (οχυρωμένη πίσω από την Ουκρανία), με διαρκώς κλιμακούμενα πλήγματα εντός της επικράτειάς της, και ανοίγοντας πολλαπλές εστίες πίεσης ή και σύγκρουσης στην περιφέρειά της: Βόρειος Ατλαντικός / πέρασμα Γροιλανδίας, προσπάθεια αποκλεισμού της από τη Βαλτική και πίεση στον θύλακα του Καλίνιγκραντ, Μολδαβία, Μαύρη Θάλασσα, Αρμενία και πλαγιοκοπήσεις στα νότια σύνορά της στην Κεντρική Ασία. Μια απάντηση της Ρωσίας σ’ αυτήν την επιθετικότητα θα ήταν πολύ δύσκολο να μην εξελιχθεί σε πλήρη πόλεμο Ρωσίας-ΝΑΤΟ. Το πρόβλημα είναι στρατηγικού χαρακτήρα. Και ως προς τον κίνδυνο υποτίμησης της κλίμακας των ενεργειών του αντιπάλου, και ως προς μια τυχόν υπεραντίδραση της Ρωσίας, η οποία θα προερχόταν από υπερεκτίμηση των Δυτικών δυνατοτήτων (που έχουν σημαντικότατα κενά ως προς τις οπλικές εφεδρείες, αλλά και ως προς τις πολιτικοοικονομικές αντοχές και προϋποθέσεις τους).

Η «εξασφάλιση χρόνου» εδώ, γίνεται αποφασιστικό ζήτημα. Και για τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!