Η συζήτηση για τη μεταλιγνιτική εποχή εγκλωβίζεται συνήθως σε ένα ψευδές δίλημμα συντήρησης-προόδου, που στην πράξη απαγορεύει κάθε σοβαρή συζήτηση. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα επιστρέψουμε στον λιγνίτη ή θα μεταβούμε πλήρως σε ΑΠΕ (η ασταθής λειτουργία των οποίων οδηγεί σε αύξηση της κατανάλωσης πανάκριβου φυσικού αερίου), αλλά αν μια χώρα σαν την Ελλάδα μπορεί να επιλέξει την ενεργειακή της πολιτική, παρακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις, χωρίς όμως να καταστρέψει ολοκληρωτικά τις παραγωγικές της δυνατότητες και τη βιομηχανική της κληρονομιά.
Η απολιγνιτοποίηση είναι μια πολιτική επιλογή. Όπως κάθε πολιτική επιλογή, μπορεί στο μέλλον να τροποποιηθεί, να αναθεωρηθεί ή να προσαρμοστεί σε νέες συνθήκες. Αυτό που δεν μπορεί να αναστραφεί είναι η φυσική καταστροφή των υποδομών. Ένας σταθμός που κατεδαφίστηκε, ένας εκσκαφέας που ανατινάχθηκε, μια τεχνογνωσία που χάθηκε, δεν επανέρχονται αν κάποια στιγμή στο μέλλον αλλάξουν οι ενεργειακές ή οι γεωπολιτικές συνθήκες.
Η ενεργειακή κρίση του 2022 έδειξε πόσο γρήγορα μπορούν να ανατραπούν βεβαιότητες δεκαετιών. Οι τιμές του φυσικού αερίου εκτινάχθηκαν, η ασφάλεια εφοδιασμού βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής, και πολλές χώρες επανέφεραν προσωρινά μονάδες άνθρακα για να αντιμετωπίσουν την κρίση. Μια σοβαρή ενεργειακή στρατηγική οφείλει να διατηρεί εφεδρείες, τεχνογνωσία και βαθμούς ελευθερίας απέναντι σε ένα αβέβαιο μέλλον.
Ταυτόχρονα, οι λιγνιτικές εγκαταστάσεις αποτελούν ένα μοναδικό κεφάλαιο της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Δεν είναι απλώς εγκαταλελειμμένα εργοστάσια. Είναι το μεγαλύτερο βιομηχανικό σύμπλεγμα που δημιούργησε η μεταπολεμική Ελλάδα. Είναι ο τόπος όπου αναπτύχθηκαν τεχνολογίες, εκπαιδεύτηκαν γενιές μηχανικών και τεχνιτών και οικοδομήθηκε η ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας για περισσότερα από εξήντα χρόνια. Η διατήρηση ενός αντιπροσωπευτικού τμήματος αυτής της υποδομής δεν αποτελεί πράξη νοσταλγίας, αλλά επένδυση στη συλλογική μνήμη και στην τεχνολογική συνέχεια.
Γι’ αυτό απαιτείται, πριν ολοκληρωθούν οι κατεδαφίσεις, μια εθνική πρωτοβουλία διάσωσης. Να ανασταλούν οι μη αναστρέψιμες επεμβάσεις σε εμβληματικές εγκαταστάσεις μέχρι να ολοκληρωθεί ανεξάρτητη αξιολόγηση. Να χαρακτηριστούν επιλεγμένα ορυχεία, εκσκαφείς, σταθμοί και καπνοδόχοι ως μνημεία βιομηχανικής κληρονομιάς. Να δημιουργηθεί στη Δυτική Μακεδονία ένα Εθνικό Κέντρο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Ιστορίας. Και, κυρίως, να εξεταστεί πώς ένα περιορισμένο αλλά λειτουργικό τμήμα του λιγνιτικού συστήματος μπορεί να διατηρηθεί ως στρατηγική εφεδρεία, επενδύοντας στον εκσυγχρονισμό του με βάση τις καλύτερες διαθέσιμες περιβαλλοντικές τεχνολογίες, ανοίγοντας τη συζήτηση για μια πραγματική εθνική πολιτική (που δεν θα ακολουθεί πειθήνια ό,τι ζητήσουν οι ισχυροί σύμμαχοι και τα συμφέροντα, που προωθούν τις ΑΠΕ ή το αμερικάνικο LNG).
Είναι κρίσιμο όσοι, είτε από θέση ευθύνης, είτε ως πολίτες της χώρας, αντιλαμβάνονται την ιστορική, τεχνολογική και στρατηγική αξία αυτών των υποδομών, να μην παραμείνουν σιωπηλοί μπροστά σε ένα έγκλημα που συντελείται μπροστά στα μάτια μας, και επιβάλλεται ως μονόδρομος. Είναι κρίσιμο να δράσουμε τώρα, επειδή σε λίγα χρόνια δεν θα συζητάμε για το αν πρέπει να σωθεί κάτι, αφού δεν θα έχει μείνει τίποτα πια να σωθεί.






































































