Δύο μεγάλες αστυνομικές επιχειρήσεις μέσα σε λίγες ώρες. Συλλήψεις για τη Marfin, συλλήψεις για τις επιθέσεις με εκρηκτικούς μηχανισμούς στη Θεσσαλονίκη. Η κυβέρνηση μιλά για αποφασιστικότητα απέναντι στην τρομοκρατία και τη βία. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν πρέπει να εξιχνιάζονται εγκλήματα κατά της ζωής. Αυτό είναι αυτονόητο. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: Γιατί τώρα και με ποια στοιχεία; Στην υπόθεση της Marfin, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η νέα έρευνα πυροδοτήθηκε από ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα. Αν πράγματι έτσι ξεκίνησε η διαδικασία, τότε η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει ποια είναι τα ανεξάρτητα αποδεικτικά στοιχεία που οδήγησαν στην έκδοση ενταλμάτων σύλληψης. Διότι το ανώνυμο e-mail μπορεί να αποτελεί αφορμή για έρευνα· δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την απόδειξη. Η ελληνική κοινωνία έχει λόγους να είναι επιφυλακτική. Δεν ξεχνά ότι η πρώτη δίκη για τη Marfin κατέληξε σε αθώωση, επειδή το δικαστήριο έκρινε πως τα στοιχεία δεν επαρκούσαν. Δεν ξεχνά επίσης ότι στο παρελθόν υποθέσεις που παρουσιάστηκαν ως μεγάλες επιτυχίες της Αντιτρομοκρατικής δεν επιβεβαιώθηκαν στο ακροατήριο ή κατέρρευσαν εν μέρει όταν ήρθε η ώρα της δικαστικής κρίσης. Η δημοσιότητα δεν είναι απόδειξη και οι συλλήψεις δεν είναι καταδίκες.
Την ίδια στιγμή, δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γίνονται αυτές οι κινήσεις. Η κυβέρνηση αναζητά επειγόντως πεδία στα οποία μπορεί να εμφανιστεί ισχυρή, αποτελεσματική και αποφασιστική. Το αφήγημα του «νόμου και της τάξης» αποτελεί διαχρονικά βασικό στοιχείο της πολιτικής της ταυτότητας και έναν από τους κύριους μηχανισμούς συσπείρωσης του δεξιού ακροατηρίου της. Κάθε μεγάλη αστυνομική επιχείρηση μετατρέπεται σχεδόν αυτομάτως σε επικοινωνιακό γεγονός. Δεν είναι τυχαίο ότι στο επίκεντρο βρίσκεται και πάλι ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης. Ελάχιστοι υπουργοί έχουν ταυτιστεί τόσο έντονα με τον κρατικό μηχανισμό ασφαλείας. Η πολιτική διαδρομή του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις υπηρεσίες ασφαλείας και την Αντιτρομοκρατική, γεγονός που του έχει προσδώσει διαχρονικά τον ρόλο του υπουργού που επιστρατεύεται όταν το Μέγαρο Μαξίμου θέλει να εκπέμψει μήνυμα πυγμής και αποτελεσματικότητας.
Όλα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι οι σημερινές συλλήψεις υπαγορεύονται από πολιτικές σκοπιμότητες. Αποτελούν όμως επαρκή λόγο για να τεθούν κρίσιμα ερωτήματα. Γιατί επιλέχθηκε αυτή η χρονική στιγμή; Ποια είναι τα νέα στοιχεία που δεν υπήρχαν πριν από δεκαέξι χρόνια; Γιατί η υπόθεση ανακινείται τώρα; Και, κυρίως, θα αντέξει το κατηγορητήριο στην αίθουσα του δικαστηρίου ή θα προστεθεί σε έναν κατάλογο υποθέσεων που αξιοποιήθηκαν επικοινωνιακά αλλά δεν επιβεβαιώθηκαν δικαστικά; Σε μια δημοκρατία, η αστυνομία δεν κρίνεται από τον αριθμό των συλλήψεων ούτε οι κυβερνήσεις από τις τηλεοπτικές εικόνες. Κρίνονται από την ποιότητα των αποδείξεων, τον σεβασμό στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Αν αυτά υπάρχουν, η αλήθεια θα αναδειχθεί. Αν όχι, τότε η επίκληση της ασφάλειας κινδυνεύει να λειτουργήσει ως ένα ακόμη εργαλείο πολιτικής διαχείρισης, την ώρα που η κοινωνία αναζητά απαντήσεις σε πολύ βαθύτερα αδιέξοδα.








































































