Ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του πρωθυπουργού, Θάνος Ντόκος, εξαπατήθηκε από δύο γνωστούς Ρώσους φαρσέρ. Αυτό είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός, όσο κι αν η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τη ζημιά διαβεβαιώνοντας ότι δεν διέρρευσαν απόρρητες πληροφορίες. Ακόμη κι αν δεχθεί κανείς αυτή τη δέσμευση ως αληθινή, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο. Πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος που έχει την ευθύνη της εθνικής ασφάλειας να μην καταφέρει να διαπιστώσει με ποιους συνομιλεί; Τα περί υβριδικής επίθεσης AI και άλλα παραμύθια με δράκους, δεν μπορούν να κρύψουν τις ευθύνες και τα κενά ασφαλείας.
Δεν μιλάμε για άγνωστους ανθρώπους. Οι Ρώσοι φαρσέρ Vovan και Lexus, είναι δύο πρόσωπα που εδώ και χρόνια έχουν παγιδεύσει προέδρους, πρωθυπουργούς και υπουργούς σε όλο τον κόσμο. Ακριβώς γι’ αυτό, οι μηχανισμοί ασφαλείας όφειλαν να είναι ακόμη πιο αυστηροί. Αν δεν μπορούν να προστατεύσουν ούτε τον ίδιο τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας, πώς προστατεύουν τη χώρα;
Το πιο αποκαλυπτικό, όμως, είναι όσα ακούγονται στη συνομιλία. Σε απόσπασμα που έχει δει το φως της δημοσιότητας, ο Θ. Ντόκος, νομίζοντας ότι συνομιλεί με τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του Β. Ζελένσκι, Ρ. Ουσμέροφ, εμφανίζεται να εκφράζει ανησυχία για το ενδεχόμενο νέας ουκρανικής επιχείρησης κοντά σε ελληνικά νησιά, όχι γιατί αυτό θα δημιουργούσε πρόβλημα ασφάλειας, όχι γιατί είναι απαράδεκτη η χρήση της ελληνικής επικράτειας για πολεμικές επιχειρήσεις τρίτων (άλλωστε όπως λέει «κατανοούμε τις ανάγκες του πολέμου»), αλλά επειδή βρισκόμαστε στην καρδιά της τουριστικής περιόδου και επειδή ένα τέτοιο περιστατικό θα προκαλούσε πολιτικό κόστος στην κυβέρνηση ενόψει εκλογών που έρχονται σε λίγους μήνες. Ο λαλίστατος Θ. Ντόκος τα λέει αυτά ανοιχτά σε έναν υποτιθέμενο ξένο αξιωματούχο, δείχνοντας έτσι ότι για την ελληνική κυβέρνηση το βασικό κριτήριο αξιολόγησης μιας κρίσης δεν είναι η εθνική ασφάλεια, αλλά οι πολιτικές συνέπειές της.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει το περιστατικό ως «υβριδική επίθεση». Όμως η υβριδική επίθεση δεν αναιρεί την ευθύνη εκείνου που εξαπατήθηκε. Αντίθετα, την καθιστά ακόμη μεγαλύτερη. Η δουλειά του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας είναι ακριβώς να προβλέπει και να αποτρέπει τέτοιου είδους επιχειρήσεις εξαπάτησης.
Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο ατόπημα. Έρχεται να προστεθεί σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση έχει ήδη μετατρέψει σε «σουρωτήρι» το απόρρητο των επικοινωνιών κρατικών αξιωματούχων (βλ. υπόθεση υποκλοπών). Η παραίτηση (όπως ζητά ήδη μέρος της αντιπολίτευσης) του Θ. Ντόκου είναι μονόδρομος και ελάχιστη ανάληψη της ευθύνης για τα κενά ασφαλείας που μπορεί σε άλλη περίπτωση να αποδειχθούν μοιραία.





































































