Τον Δεκέμβριο του 2018 ο Νικόλ Πασινιάν είχε σαρώσει τις κάλπες στην Αρμενία, παίρνοντας 70,4% και στέλνοντας στα αζήτητα το ακραία διεφθαρμένο πολιτικό κατεστημένο που κυβερνούσε τη χώρα από τη διάλυση της ΕΣΣΔ κι ύστερα. Στις εκλογές του 2021, παρά τη στρατιωτική ήττα από το Αζερμπαϊτζάν και μια οδυνηρή συνθηκολόγηση υπό ρωσική επιστασία, το κόμμα του Πασινιάν σημείωσε μεν σημαντικές απώλειες, αλλά παρέμεινε πλειοψηφικό, λαμβάνοντας 54%. Τόσο μεγάλη και διαχρονική ήταν η αναξιοπιστία της αντιπολίτευσης! Όμως το 2023, εγκαταλελειμμένη από τους πάντες, η Αρμενία υπέστη τον μεγαλύτερο ακρωτηριασμό στη σύγχρονη ιστορία της: την εθνοκάθαρση του Αρτσάχ (Ναγκόρνο Καραμπάχ), της ιστορικής κοιτίδας του αρμενικού έθνους. Οι Αζέροι –έχοντας την καθοριστική υποστήριξη Τουρκίας και Ισραήλ– έδιωξαν τους φτωχά εξοπλισμένους Αρμένιους, τερματίζοντας βίαια τη σχεδόν τρισχιλιετή αρμενική παρουσία στο Αρτσάχ…
Έκτοτε η κυβέρνηση Πασινιάν, εκφράζοντας πλέον και σημαντικό τμήμα της οικονομικής ελίτ, επισημοποίησε μια στροφή που είχε αρχίσει χρόνια πριν: να αποδεχθεί δηλαδή τα τετελεσμένα, και να αναζητήσει προστασία υπό τις φτερούγες της Δύσης, εγκαταλείποντας κάθε «ευρασιατικό» προσανατολισμό. Η κυνική αδιαφορία της Μόσχας για τις τύχες της Αρμενίας διευκόλυνε αυτή τη γεωπολιτική στροφή 180 μοιρών. Οι λαϊκές τάξεις, που ανέκαθεν θεωρούσαν τους Ρώσους «μεγάλους αδελφούς» και αυτονόητους προστάτες, συντετριμμένες από την ήττα και την εγκατάλειψη (μονάχα το Ιράν εξακολούθησε να υποστηρίζει την Αρμενία), δεν αντέδρασαν. Οι αλλεπάλληλες διαψεύσεις κάθε ελπίδας εκκόλαψαν ένα πνεύμα παραίτησης και μοιρολατρίας. Το γεγονός ότι όλα αυτά τα μαύρα χρόνια δεν αναδύθηκε καμία εναλλακτική πολιτική δύναμη με διαφορετικό σχέδιο επισφράγισε την απαισιόδοξη κατάσταση πνευμάτων.
ΔΥΣΤΥΧΩΣ, οι επιλογές των κυβερνώντων έφεραν και νέες ταπεινώσεις. Με εντολή του νέου «σωτήρα», του Τραμπ, ο Πασινιάν συναντήθηκε με τον Αζέρο δικτάτορα Αλίεφ και υπέγραψε όλα όσα ήθελε η Ουάσινγκτον. Δεν υπήρχε τίποτα για να γλυκάνει το πικρό χάπι των διαρκών παραχωρήσεων, περιλαμβανομένου ενός διαδρόμου που «πατά» πάνω στα σύνορα Ιράν-Αρμενίας και ενώνει την Τουρκία με το Αζερμπαϊτζάν. Η Άγκυρα και το Μπακού τον «διεκδικούσαν» από τη δεκαετία του 1990, ενώ βόλεψε και τις ΗΠΑ αφού εντείνει τον αποκλεισμό του Ιράν. Όπως πρωτύτερα η Ρωσία επέλεξε να μην κακοκαρδίσει το Αζερμπαϊτζάν και τους στενότερους συμμάχους του (την Τουρκία και το Ισραήλ), έτσι τώρα και οι ΗΠΑ έκαναν παρόμοιες επιλογές. Κι έχοντας διαπιστώσει ότι η Αρμενία του Πασινιάν είναι «δεδομένη», την υποχρέωσαν να σηκώσει μόνη της όλο το βάρος του αναδασμού. Πλέον και η τουρκική σκιά πέφτει βαριά πάνω στο Ερεβάν, που προτιμά να μην θυμάται τις «παλιές ιστορίες»… Τέλος, παρά τα μεγάλα λόγια του Μακρόν και τα σχέδια ένταξης της Αρμενίας στην Ε.Ε., ούτε οι Ευρωπαίοι πρόσφεραν κάποιο οξυγόνο.
Σε αυτό το κλίμα πάνε σήμερα οι Αρμένιοι στις κάλπες. Φυσικά το κόμμα του Πασινιάν δεν περιμένει να επαναληφθεί το «θαύμα» του 2021: όλες οι δημοσκοπήσεις του δίνουν κάτω από 40%. Όμως ο φιλοδυτικός πρωθυπουργός ελπίζει ότι θα συνεχίσει να κυβερνά, έστω και ως μονόφθαλμος μεταξύ τυφλών. Αν μη τι άλλο, προεκλογικά απόλαυσε την ανοιχτή, κραυγαλέα στήριξη της ευρωκρατίας, που μέρα-νύχτα τον διαφήμιζε ως τον μοναδικό υπεύθυνο και… επιτυχημένο πολιτικό της Αρμενίας. Τα τρία βασικά κόμματα της αντιπολίτευσης, όλα κατηγορούμενα ως φιλορωσικά, φαίνεται πως αδυνατούν να προσφέρουν ελπίδα διεξόδου. Η νοσταλγία, ιδίως σε συνδυασμό με την κραυγαλέα έλλειψη ενός πειστικού εναλλακτικού σχεδίου, δεν αρκεί ως ψυχοκινητική δύναμη. Γι’ αυτό και το άθροισμα των τριών αντιπολιτευόμενων κομμάτων, και στις πιο ευνοϊκές γι’ αυτά δημοσκοπήσεις, μετά βίας ξεπερνά το 30%. Ο αρμενικός λαός θα χρειαστεί να σκάψει με γυμνά χέρια για να ανοίξει ένα νέο δρόμο, που θα του επιτρέψει να υπάρχει ελεύθερος και κυρίαρχος. Οι «εύκολες λύσεις» εξαντλήθηκαν, και εκεί.






































































