Εξαιρετικό δείγμα κοινωνικού ρεαλισμού -σπάνιο πλέον είδος στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά- αποτελεί η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία «Μικρές ανάσες», της Αμέρισσας Μπάστα, που μέσα από το πορτρέτο μιας νεαρής γυναίκας, αποτυπώνει τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, όπως έχει διαμορφωθεί την τελευταία 15ετία, μετά την καταστροφική επέλαση των μνημονίων.

Η 20χρονη Λένα (Ελίνα Τσιορμπατζή), ταμίας σε σουπερμάρκετ με πενιχρό μισθό, αναζητά ένα μικρό και φτηνό διαμέρισμα, πασχίζοντας να απομακρυνθεί από τον πανικό της οικογενειακής εστίας, με έναν πατέρα (Αντώνης Τσοτσιόπουλος) που δεν καταφέρνει να καλύψει τους λογαριασμούς με το επίδομα ανεργίας, την κομμώτρια Αλβανή μητριά της Λούλη, και τον μικρότερο, μαθητή ακόμα, Ελληνοαλβανό ετεροθαλή αδερφό της Γιάννη. Το άπιαστο όνειρο της ανεξαρτησίας σύντομα κάνει φτερά, όταν απολύεται. Σ’ αυτή την ατυχή συγκυρία, η συνειδητοποίηση πως είναι έγκυος από μια περιστασιακή σχέση, μετατρέπεται σε δικαίωμα ακύρωσης της απόλυσης, σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο. Ωστόσο, αγνοεί πως αυτή η απόφαση ισοδυναμεί με πόλεμο με τη Διοίκηση, ένας αληθινός Γολγοθάς που αντιμετωπίζει με μοναδικό αποκούμπι τον κολλητό γκέι φίλο της Στέλιο (Τζέο Πακίτσας), ενώ ο χρόνος πιέζει, καθώς γνωρίζει πως αδυνατεί να μεγαλώσει μόνη της παιδί.

Έμπειρη και διακεκριμένη σκηνοθέτρια μικρού μήκους ταινιών η Μπάστα, με επιρροές από την κινηματογραφημένη ρεαλιστική αμεσότητα των αδερφών Νταρντέν, δημιουργεί μεστό κοινωνικό σινεμά, γεμάτο ασφυκτικά κάδρα και κοντινές λήψεις, με την κάμερα να ακολουθεί διαρκώς την πρωταγωνίστρια. Η σκηνοθέτρια επιμένει να αποτυπώσει τα αδιέξοδα της σημερινής κακοπληρωμένης νεολαίας -των παιδιών της κρίσης- που πνίγεται στην απόγνωση της ανεργίας και την εργασιακή αστάθεια, ανήμπορη να στεριώσει οικογένεια και τα δικά της όνειρα. Σε μικρότερους ρόλους συναντάμε τους Γιώργο Πυρπασόπουλο, Μαρία Καλλιμάνη, Βαγγελιώ Ανδρεάδακη, Δημήτρη Κίτσο, τον σκηνοθέτη Γιώργο Τσεμπερόπουλο, αλλά και την συγγραφέα Λένα Διβάνη.

Παράλληλα, αναδεικνύεται το δύσκολο θέμα ταμπού της έκτρωσης, τονίζοντας το δικαίωμα στην επιλογή, ενώ γίνεται αναφορά στην πρόσφατη στεγαστική κρίση και στην παντελή κατάρρευση των εργασιακών δικαιωμάτων, παρουσιάζοντας ομοιότητες με την ταινία «Δυο ημέρες, μια νύχτα» (2014/αδερφοί Νταρντέν), κυρίως για την ανάδειξη της εργασιακής ανασφάλειας, τη σύγκρουση με την εργοδοσία και τη διάλυση της συναδελφικής αλληλεγγύης, καθώς και με το γαλλικό κοινωνικό δράμα «Full Time» (2021/Ερίκ Γκραβέλ), όπου και εκεί, μια άνεργη πρωταγωνίστρια τρέχει διαρκώς με την ψυχή στο στόμα και την κάμερα κολλημένη πάνω της.

Διαμένοντας σ’ ένα μικρό διαμέρισμα κάπου στα Πατήσια, λαϊκή γειτονιά κοντά στο κέντρο, η οικογένεια της Λένας επιβιώνει ανάμεσα σε καθημερινούς καβγάδες. Οι επί μέρους χαρακτήρες, που πλαισιώνουν την πρωταγωνίστρια συνθέτουν το ετερόκλητο κοινωνικό αμάλγαμα μιας περίπλοκης συμβίωσης. Ο απερίσκεπτος κηφήνας χήρος πατέρας, η Αλβανίδα σύζυγός του, που ουσιαστικά συντηρεί το σπίτι ως κομμώτρια και ο ανήλικος γιος της, που δέχεται ρατσιστικές επιθέσεις στο σχολείο. Παράλληλα, από τον κολλητό της Λένας, έναν «φουλ παραδοσιακό» γκέι -όπως δηλώνει ο ίδιος- γεμάτο μπρίο και χιούμορ, ακούγονται τολμηρές αλήθειες και αιχμηρά σχόλια, ενώ ο εραστής της, ο επιπόλαιος Αργύρης -«ποιο προβλέψιμος πεθαίνω!», σύμφωνα με τον Στέλιο- της αποκρύβει σημαντικές προσωπικές λεπτομέρειες. Στο επίκεντρο τοποθετείται η Λένα, φιλότιμη και ετοιμόλογη, αυτή που πάντα «τσοντάρει» οικονομικά στο σπίτι και ρισκάρει, παλεύοντας να ανεξαρτητοποιηθεί, ενώ παράλληλα έχει αναλάβει τον ανήλικο αδερφό της, αυτή τον διαβάζει και αυτή είναι υπόλογη στο σχολείο.

Ακόμα κι αν η σκηνοθέτρια παίζει με τυποποιήσεις, καταφέρνει να αποδώσει πετυχημένα ένα ολοκληρωμένο κοινωνικό πορτρέτο. Δίνοντας έμφαση στη σεναριακή διατύπωση, μέσα από τους διαλόγους αποκαλύπτονται σταδιακά λεπτομέρειες που σμιλεύουν συναισθηματικά πολύπλοκους χαρακτήρες. Έτσι, η μητρική απώλεια της Λένας σε μικρή ηλικία, ίσως να σχετίζεται με την επιθυμία της να αποκτήσει δική της οικογένεια, η Λούλη ‒που όλοι υποτιμούν‒ δουλεύει σκληρά και κουβαλάει τη δική της πικρή ιστορία, ενώ τα σχόλια της 65άρας Ελληνίδας γειτόνισσας «παλιά η γειτονιά ήταν αλλιώς, πριν έρθουν οι ξένοι, από όλες τις φυλές του Ισραήλ», μεταφέρουν ενδόμυχο ρατσισμό.

Η μεταμνημονιακή εργασιακή ασυδοσία στηλιτεύεται και με τη χρήση αγγλικών όρων από την εργοδοσία, όπως «Μπραντ Εξέκιουτιβ Μάνατζερ», για να προσδώσει σοβαροφάνεια σε κοινότυπες θέσεις ιεραρχίας, υποστηρίζοντας την αξιολύπητη εσφαλμένη αυταπάτη, ότι βαφτίζοντας στα αγγλικά συνηθισμένους ελληνικούς όρους, αλλάζεις ταυτόχρονα και τάξη, σε μια προσπάθεια παραπλάνησης της ταξικής συνείδησης του πτωχοποιημένου νεοέλληνα.

Μεμονωμένες σκηνές περιγράφουν ανάγλυφα την κοινωνική κατάσταση, όπως όταν η Λένα παραβλέπει την κλοπή γάλατος για βρέφη από μια νεαρή μητέρα. Άλλες πάλι σκηνές έχουν επιμορφωτικό ρόλο, όπως όταν ο εργατολόγος εξηγεί στην κυοφορούσα πρωταγωνίστρια το νομικό πλαίσιο των εργασιακών δικαιωμάτων της, ενώ απεικονίζονται οι απανωτές απολύσεις, οι εκβιασμοί και οι μέθοδοι της εργοδοσίας για να ωθήσουν τους εργαζόμενους σε αλληλοσπαραγμό.

Συγκεκριμένα στοιχεία αποκαλύπτονται ακόμα και μέσα από μικρές χειρονομίες αγάπης, όπως η τρυφερή επιθυμία της στοργικής Λούλη να κουρέψει την Λένα πριν φύγει, όσο και η βαθύτερη ευγνωμοσύνη της Λένας, όταν την παρηγορεί, σε στιγμή απελπισίας.

 

Κάνοντας αναφορά και σε παλιότερες ταινίες νεανικών πορτρέτων της παράδοσης κοινωνικού ρεαλισμού του βρετανικού σινεμά, όπως «Γλυκά Δεκάξι» (2002/Κεν Λόουτς) και «Fish Tank» (2009 / Άντρεα Άρνολντ), η νεανική υπόσταση της πρωταγωνίστριας εδώ πλαισιώνεται από το γεμάτο γκράφιτι αθηναϊκό αστικό τοπίο και σύγχρονα ελληνόφωνα ραπ, χιπ-χοπ και ηλεκτρονική συνθ-ποπ μουσική, επιμελημένες επιλογές με έμφαση στους στίχους, ανάλογα με τη σκηνή που ακούγονται. Έτσι, η αναστάτωση της Λένας όταν περιπλανιέται σκεπτική στην πόλη, μαθαίνοντας ότι είναι έγκυος, εκφράζεται με το ραπ «Λέξεις» (mi55t) και τους εκλεπτυσμένους στίχους «Λέξεις -σε απουσία χρονικότητας, λέξεις- που κυοφορούν μια στιγμή, λέξεις -οδηγοί ρητορικής δεινότητας, χωρίς να το γνωρίζω πιέζω μια ουλή». Πάντα προβληματισμένη, φορώντας ακουστικά στην ταράτσα της πολυκατοικίας της, ακούει το μελαγχολικό συνθ-ποπ «Τρύπες» (Nalyssa Green) και με φόντο το ηλιοβασίλεμα κοιτά την πόλη από ψηλά, ενώ οι στίχοι «Είμαι μια τρύπα, μια έλλειψη, μια ανοιχτή πληγή που όλο ρουφάει, τίποτα από εκεί πια δεν θα βγει» υπογραμμίζουν το βαθύ αδιέξοδο, σε αντιστοιχία με το ηλεκτρο-ποπ «Αύριο θα φύγω» (Ηχοτοπία) που ακούει σκεπτική στο μπαρ, με στίχους «Θα έρθουν καλύτερες μέρες, που θα συναρμολογήσουμε τις διαλυμένες ατμομηχανές, που θα κολλήσουμε τις σχισμένες φωτογραφίες…». Η στιχουργική δεινότητα του ΛΕΞ στο «Πολυκατοικίες» «Χαλασμένα ασανσέρ και τοίχοι από χαρτί / κουτσομπόλες διαχειρίστριες, ρουφιάνοι θυρωροί / τρωκτικά μ’ ακουστικά ακούν τις συνομιλίες / μας χαζεύουν οι εξωγήινοι μέσα από το κουτί / κανένας ασφαλής μέσα στις πολυκατοικίες», Περιγράφουν εύστοχα την καθημερινή μιζέρια μιας βαλτωμένης κοινωνικής κατάστασης, μετά τη σκηνή επισκευής του νεροχύτη. Η έκβαση της τελικής απόφασης μεταφέρεται συνοπτικά, μέσω μοντάζ, σε σύνδεση με το συναισθηματικό «Κλωστή» (Παύλος Παυλίδης & Jan Van De Eneel) όπου «μια τεντωμένη κλωστή ενώνει τέλος κι αρχή…», ενώ στο τέλος, οι νέες προοπτικές που ξανοίγονται για την ηρωίδα επικυρώνονται με το αισιόδοξο «Τα παιδιά θέλουν χορό» (Παν Παν), με τον ξέφρενο χορό δυο αγαπημένων φίλων, τονίζοντας πως η συνειδητοποιημένη πρωταγωνίστρια δεν αντιμετωπίζει πλέον τη ζωή μονάχη, αλλά συλλογικά, αποδεχόμενη τη βοήθεια των άλλων.

 * Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!