Αντί του κανονικού σημειώματος, ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα της ομιλίας μου στην εκδήλωση παρουσίασης της σειράς 3 βιβλίων που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 26/5 στην αίθουσα της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, στην Αθήνα. 

Ένα μεγάλο ευχαριστώ και μία διευκρίνιση για τα 3 βιβλία

Ξεκινώ ευχαριστώντας όλους εσάς που βρίσκεστε απόψε εδώ. Νιώθω ότι συνομιλώ μαζί σας, και η παρουσία σας εδώ όχι μόνο συνεχίζει αυτή τη συνομιλία, αλλά είναι και πολύ σημαντική∙ επειδή χρειάζεται να συναντιόμαστε, να συνυπάρχουμε, να ξεπερνάμε τα εμπόδια που μας κρατάνε ξεκομμένους.

Θέλω να ευχαριστήσω πάρα πολύ τους ομιλητές για όσα είπανε και αναλύσανε. Δεν είπανε μόνο καλά λόγια, που είναι συνηθισμένα στις παρουσιάσεις, αλλά μπήκαν στον κόπο να δουν ποια σκέψη υπάρχει και τι λέγεται επί της ουσίας σ’ αυτά τα τρία βιβλία. Και φυσικά δεν θέλω να σας κρύψω ότι είχα ένα μεγάλο ενδιαφέρον να δω τι λένε αυτά τα τρία βιβλία σε έναν νέο άνθρωπο, τον Έκτορα Δεβελέκο. Γιατί δεν ακούμε τι σκέφτεται η νεολαία σήμερα. Δεν συνομιλούμε με τη νεολαία, και συνήθως της κουνάμε το δάχτυλο για αυτά που θα έπρεπε να κάνει, τονίζοντας αυτά που κάναμε εμείς όταν ήμασταν εμείς νέοι. Εντυπωσιάστηκα και συγκινήθηκα από το πώς υποδέχθηκε τα βιβλία τόσο θετικά ένας άνθρωπος 23 ετών.

Τα δύο πρώτα βιβλία είναι κείμενα του 2022. Νομίζω ότι τότε μπαίναμε σε μια νέα φάση της ανθρώπινης ιστορίας σε πολλαπλά επίπεδα και για πολλούς λόγους. Δεν είναι μόνο το ξεκίνημα των πολέμων, με αρχή αυτόν της Ουκρανίας. Είναι γιατί ο πόλεμος ήρθε σαν αποτέλεσμα μιας μεγάλης, βαθιάς πολυοργανικής κρίσης που μαστίζει το παγκόσμιο σύστημα. Είναι η κατάληξη ενός προθαλάμου που στήθηκε μέσα στα χρόνια της πανδημίας, η διαχείριση της οποίας είχε τα χαρακτηριστικά ενός παγκόσμιου πραξικοπήματος με την κατάργηση του δημόσιου χώρου, με χειρισμό παγκόσμιων πληθυσμών και δημιουργία του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και του φόβου και του τρόμου∙ με τη φρενήρη επέκταση της ψηφιοποίησης, την τηλεργασία, την τηλεκπαίδευση.

Το τρίτο βιβλίο είναι του 2026. Ήρθε δηλαδή μετά τη μεσολάβηση μιας διακριτής προσπάθειας που καταβάλαμε. Αναφέρομαι στα δύο Συνέδρια για το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας. Εκεί συναντηθήκαμε πιο ουσιαστικά οι περισσότεροι που βρισκόμαστε εδώ απόψε.

Δηλαδή ανάμεσα στο 2022 και το 2026 βρέθηκε ένας τρόπος να γίνεται με διαφορετικό τρόπο η πολιτική ανάλυση, η σύνθεση, η τεκμηρίωση, ο διάλογος και ο συντονισμός ανάμεσα στους ανθρώπους που αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει ένα κεντρικό πρόβλημα. Με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας διακριτός δημόσιος χώρος με διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Άρα το τρίτο βιβλίο «πατάει» σε κάτι που δεν υπήρχε το 2022.

Τι σημαίνει Υπαρξιακό Πρόβλημα στην τροχιά του 21ου αιώνα

Σήμερα σχεδόν όλοι μιλάνε για το Υπαρξιακό Πρόβλημα. Παραλείπουν όμως να δώσουν σημασία στο «τροχιά του 21ου αιώνα». Παραλείπουν να εξετάσουν τις αναδιαρθρώσεις και τις ραγδαίες αλλαγές που γίνονται. Δεν σκέφτονται τις σύγχρονες συνθήκες μέσα στις οποίες οξύνεται το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας. Παραλείπουν να τονίσουν τι συνέπειες έχουν αυτές οι αναδιαρθρώσεις στην ουσία και τη φύση του ανθρώπου.

Ζούμε στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Δεν μπορούμε να πάμε με τα σχήματα του 20ού αιώνα, ή των πρώτων τριών δεκαετιών του 20ού αιώνα, που έφερε μεγάλα ρήγματα σε αυτό που ήταν ο καπιταλισμός. Χρειαζόμαστε νέα θεωρία, νέα συνείδηση.

Δύο απαραίτητες επισημάνσεις

Ζούμε σε καταστάσεις όπου η ανθρωπότητα δεν έχει ορίζοντα προσδοκιών. Αυτό είναι πολύ μεγάλο ζήτημα. Δεν υπάρχει ένα όραμα, μια μεγάλη χειραφετητική ιδέα. Δεν υπάρχει ένα μεγάλο Παράδειγμα. Ζούμε σε περιβάλλον ήττας και χρεοκοπίας όσον αφορά τις μεγάλες εφόδους που έκαναν οι λαοί και οι τάξεις στον προηγούμενο αιώνα, και τα μεταβατικά εγχειρήματα.

Από αυτήν την άποψη, πρέπει αναρωτηθούμε αν μπορούμε να οικοδομήσουμε έναν ορίζοντα προσδοκιών και μια μεγάλη ελπίδα για τους λαούς, για την ανθρωπότητα ολόκληρη. Επειδή σήμερα μπαίνει –με πολλούς τρόπους– πρόβλημα ανθρωπότητας, επιβίωσης της ανθρωπότητας και της ζωής στον πλανήτη.

Λέγεται συχνά ότι οι διαχωρισμοί του παρελθόντος έχουν καταπέσει. Δεν είναι ακριβές. Για παράδειγμα ο «Έλληνας», αντικρίζοντας την ιστορία του και το παρόν του, ξέρει ότι δεν στάθηκαν όλα τα «τμήματά του» ενιαία. Σήμερα π.χ., από το 2020 μέχρι σήμερα, ένα τμήμα –πράγματι μειοψηφικό– πλούτισε, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία γνωρίζει τη φτωχοποίηση. Υπάρχουν δύο όχθες, υπάρχει μια βασική αντίθεση στο εσωτερικό της χώρας, άρα και μια σύγκρουση ανάμεσα στον οικονομικό και πολιτικό κόσμο του μεταπρατισμού και της πλειοψηφίας που ζει ή «φυτοζωεί» από την εργασία της.

Δύο μεγάλες εγκαταλείψεις

Περνώ σε δύο μεγάλες εγκαταλείψεις που πρέπει να τις καταλάβουμε βαθιά. Αλλιώς δεν μπορούμε να διαβάσουμε την πραγματικότητα.

Η πρώτη είναι η εγκατάλειψη της άποψης ότι η Ελλάδα είναι μια εξαρτημένη μεταπρατική καπιταλιστική χώρα. Δεν είναι σκέτα μια καπιταλιστική χώρα. Το στοιχείο του μεταπρατισμού και της εξάρτησης είναι δομικό, είναι κυρίαρχο, παίζει κεντρικό ρόλο σε όλες τις εξελίξεις στη χώρα.

Αυτό έχει εγκαταλειφθεί. Εγκαταλείφθηκε από όλο το πολιτικό σύστημα, έχει εγκαταλειφθεί και από όλη την Αριστερά, που θεωρεί σήμερα την Ελλάδα μια ιμπεριαλιστική χώρα η οποία μετέχει μαζί με τις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες στην καταλήστευση.

Η δεύτερη μεγάλη εγκατάλειψη είναι η εγκατάλειψη των λαϊκών στρωμάτων. Τα λαϊκά στρώματα, οι απλοί άνθρωποι, οι εργαζόμενοι, οι «αόρατοι», είναι εγκαταλελειμμένοι. Ο καθένας είναι μόνος του. Στην ουσία δεν έχει κάποιο αποκούμπι, δεν έχει μορφές οργάνωσης, δεν έχει φωνή, δεν έχει τίποτα.

Οποιοδήποτε πρόβλημα έχουμε, το αντιμετωπίζουμε ατομικά, μόνοι μας. Η πολιτική σφαίρα, το τι ψηφίζω, τι κάνω, αν θα πάω σε μια πορεία ή όχι, μοιάζει σαν κάτι άλλο. Αλλά το πώς θα λύσω το εργασιακό, πώς θα λύσω ένα πρόβλημα υγείας, τι γίνεται στη γειτονιά, στον δρόμο που μένω κ.λπ. – αυτά τα αντιμετωπίζει ο καθένας βασικά μόνος του.

Γενική αμφιθυμία και κοινωνική διαθεσιμότητα

Υπάρχει μια κατάσταση γενικής αμφιθυμίας. Η κοινωνία, τα στρώματα που αναφέραμε, κάποιες στιγμές εκφράζει τα θετικά και δίκαια «θέλω» με τρόπο εκρηκτικό. Μετά όμως αποσύρεται σε μία κατάσταση κατατονίας. Βιώνει συνέχεια ήττες, δεν βλέπει αποτελέσματα και βρίσκεται σήμερα σε μια κατάσταση γενικής αμφιθυμίας και δυσαρέσκειας. Η αμφιθυμία είναι κύριο χαρακτηριστικό, αν μιλήσουμε σοβαρά για την κοινωνική διαθεσιμότητα σήμερα.

Αυτή η μαζική έκφραση μιας πληγωμένης και γενικά ματαιωμένης λαϊκής ενέργειας, οδηγεί σε μια δυσκολία αντίληψης των πραγμάτων που συμβαίνουν, μια δυσκολία να βρει τη θέση της μπροστά σε αυτά που συμβαίνουν.

Για να συγκροτηθεί μια διάχυτη, σκόρπια κοινωνική συνείδηση προϋποθέτει μια λογική συστηματοποίηση, και κυρίως μια δυνατότητα κατανόησης της ζωής όπως αυτή εξελίσσεται.

Όλοι που συζητάμε εδώ έχουμε μια αμφιβολία αν μπορεί να αλλάξει η κατάσταση. Δεν είναι κακό αυτό. Άμα το παραδεχτούμε, είναι ήδη ένα βήμα –ποιοτικά διαφορετικό– από το να μην βλέπουμε καν αυτό το ζήτημα.

Πολιτική και αιχμές – Ορισμένα παραδείγματα

Κυριαρχεί η αντίληψη ότι πολιτική σημαίνει κόμματα, κυβέρνηση, εκλογές. Πρόκειται για μια περιοριστική αντίληψη. Η πολιτική είναι και άλλα πολλά πράγματα: δημόσιος χώρος και διάλογος, συμμετοχή και ενεργοποίηση των πολιτών∙ είναι διαμεσολάβηση∙ είναι όραμα, και ιδεολογία∙ είναι προσφορά απέναντι στην κοινωνία∙ είναι ιεραρχήσεις∙ είναι δημιουργία προϋποθέσεων∙ είναι αναγνώριση συσχετισμών, και τρόπος αλλαγής τους.

Η πολιτική –όμως– πρέπει να έχει αιχμές. Όχι γενικολογία, αλλά να ονοματίζει τις καταστάσεις. Μερικά παραδείγματα:

  • Το ειδικό καθεστώς που έχει επιβληθεί, δηλαδή το σύμπλεγμα: μεταπρατικό μοντέλο (Ελλάδα κόμβος-υπερτουρισμός-ορμητήριο), ολιγαρχικές ελίτ – καρτελοποιημένο Πολιτικό Σύστημα – Πρεσβείες, δεν θίγεται από κανένα κόμμα, δεν αναδεικνύεται και ως κεντρικό ζήτημα. Η αντιπαράθεση γίνεται «εντός» αυτού του πλαισίου και χωρίς αμφισβήτησή του.
  • Ζούμε σε μια χώρα όπου κυκλοφορούν ουκρανικά drones και δεν υπάρχει καμία διαμαρτυρία γι’ αυτό. Ζούμε σε μια χώρα όπου γίνονται ρεσάλτα ισραηλινά σε ελληνικές θάλασσες, δυτικά της Κρήτης, νότια της Πελοποννήσου, και στις θάλασσες της Κύπρου, και δεν υπάρχει καμία νύξη. Τα πολιτικά κόμματα ασχολούνται με άλλα…
  • Στις 15 Μαΐου ανατινάζονται τα φουγάρα και οι εγκαταστάσεις των λιγνιτωρυχείων στη Δυτική Μακεδονία για να γίνουν εκεί datacenters. Αυτό γίνεται και συμβολικά: να καταστραφούν οι παραγωγικές δυνατότητες μιας χώρας. Πρόκειται για εθνικό έγκλημα. Πόσος λόγος έγινε γι’ αυτό; Σιωπή από τα κόμματα και τις διακηρύξεις τους.
  • Το ίδιο γίνεται και με τον σφαγιασμό εκατοντάδων χιλιάδων ζώων, που είναι ο θάνατος της ελληνικής κτηνοτροφίας.
  • Η Δανία, αφού εφάρμοσε την ψηφιοποίηση στην εκπαίδευση, τώρα σπεύδει να γυρίσει στο βιβλίο, να περιορίσει την ψηφιοποίηση στην εκπαίδευση, γιατί η ζημιά που γίνεται είναι μεγάλη. Η είδηση αυτή θάφτηκε.
  • Από κανένα κίνημα δεν τίθεται το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης και τι δημιουργεί. Πόσο ενεργοβόρα είναι, πόσο καταστρέφει το περιβάλλον, τι προκαλεί στο μυαλό, στη γνώση. Αυτά θα έπρεπε να είναι θέματα των κινημάτων.
  • Σε άλλες χώρες και πόλεις έχουν ήδη αναπτυχθεί κινήματα ενάντια στον υπερτουρισμό. Εδώ καμαρώνουμε για τη «βαριά βιομηχανία» μας…
  • Όσον αφορά την εισβολή στη συνείδηση και την προσπάθεια διάλυσης της φύσης και της ουσίας του ίδιου του ανθρώπου σαν κοινωνικό και πολιτικό ον, αυτό το πράγμα προχωράει μεθοδευμένα.
  • Στο ΝΑΤΟ γίνεται συσκέψεις και ανακηρύσσουν τον άνθρωπο και το ανθρώπινο πνεύμα ως «έκτο τομέα επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ». Γίνεται πόλεμος στο «ανθρώπινο πεδίο».

Ακούτε κάτι για όλα αυτά στις διακηρύξεις, τον δημόσιο λόγο, τα κεντρικά συνθήματα των κομμάτων, παλιών και νέων; Βασιλεύει η γενικολογία και η ασάφεια. Σκόπιμα.

Ο πήχης – Υποβιβασμός του πολίτη σε ψηφοφόρο

Ακούγεται συχνά η έκφραση για τον «πήχη». Π.χ. βάζουμε ψηλά τον πήχη για την Ελλάδα του 2030. Αν πεις κάτι που ξεφεύγει από το υπάρχον πλαίσιο, μπορεί να σου ειπωθεί ότι «βάζεις πολύ ψηλά το πήχη». Ακόμα κι αν τον χαμηλώσουμε, υπάρχει η έκφραση «περνάς κάτω από πήχη». Τώρα φτάνουμε σε μια κατάσταση που, ενώ μιλάμε γενικά για τον πήχη, δεν υπάρχει καθόλου πήχης. Υπάρχει προσαρμογή, δεν υπάρχουν προσδοκίες. Υποβιβάζουμε εντελώς αυτά που θα έπρεπε να ζητάμε, να διεκδικούμε, να θέλουμε, να βλέπουμε σαν μια αλλαγή, σαν έναν άλλο ορίζοντα.

Αυτό πια είναι παράλυση. Και το λέω αυτό επειδή είμαστε σε προεκλογική περίοδο. Επειδή κανονικά θα πρέπει να δούμε με πιο ουσιαστικό τρόπο το πού βαδίζει η χώρα και τι θα ήταν αναγκαίο, το πού πρέπει να μπαίνει ο πήχης από ουσιαστική άποψη. Ο υποβιβασμός του πολίτη σε απλό ψηφοφόρο και τίποτα άλλο, είναι μια αστική αντίληψη, μια καθηλωτική αντίληψη, και βεβαίως έχουμε ταυτόχρονα το τεράστιο άδειασμα της δημοκρατίας. Δεν υπάρχει τίποτα από λαϊκή κυριαρχία. Αλλάζουν οι εκλογικές διαδικασίες και θέλουν να τις κάνουμε και ηλεκτρονικά ή σε ένα γύρο τις αυτοδιοικητικές, ή να μπορείς να ψηφίσεις ένα ψηφοδέλτιο, αλλά να βάλεις σταυρό και σε κάποιον άλλον, και μετά να βγει μια δημοτική αρχή με ένα περίεργο τρόπο. Σκέφτονται και αλλαγές του εκλογικού συστήματος, σκέφτονται και αποκλεισμούς από το εκλογικό σύστημα. Δεν μας το λύνει ο αλγόριθμος, να βάλουμε όλα τα δεδομένα μέσα και να μας βγάλει το αποτέλεσμα, να μην υπάρχει καμία διαδικασία ή να πατάμε ένα κουμπί και να λέμε ότι ψήφισα διαδικτυακά, σαν να κάνω ένα like. Όλα αυτά τα σκέφτονται και τα μεθοδεύουν.

Ριζοσπαστικός Ρεαλισμός – Συλλογικό «Εμείς» – Εναλλακτική

Μαζί με το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας, υπάρχει ένα τεράστιο «κενό υποκειμένου». Αυτά αλληλοτροφοδοτούνται. Πρέπει να απαντήσουμε στην ανάγκη να υπάρχει ένα υποκείμενο στη χώρα που να αγωνιστεί συνειδητά και πραγματικά για την αντιμετώπιση του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας. Ένα υποκείμενο γειωμένο, πολιτικοποιημένο, ενεργό, σύγχρονο. Με νόημα, με ταυτότητα, να ψάχνει έναν ελληνικό δρόμο, να αποτελεί εθνικό και κοινωνικό κίνημα μαζί. Να αντιστέκεται σε αυτά που συμβαίνουν, να φέρνει μια νέα σύνθεση, να δίνει ζωή σε πολλαπλά και ενδιαφέροντα εγχειρήματα. Από αυτήν την άποψη, ο κύριος λόγος που δεν συγκροτείται ένα τέτοιο υποκείμενο αυτή τη στιγμή οφείλεται στο ότι υπάρχει έλλειψη εναλλακτικής πρότασης. Αν το καταλάβουμε αυτό, θα πρέπει να κάνουμε μια διαφορετικού τύπου δουλειά ώστε να απαντηθεί αυτή η μεγάλη έλλειψη εναλλακτικής πρότασης.

Έτσι φτάνω στην πρότασή μου. Έχουμε ανάγκη από έναν Ριζοσπαστικό Ρεαλισμό. Πριν από καιρό ένας διανοητής είχε χαρακτηρίσει τον ριζοσπαστισμό σαν την τεράστια δίψα δικαιοσύνης και ισότητας. Και η έννοια του ριζοσπαστισμού λέει να πιάνουμε τα πράγματα στην ουσία, στις ρίζες τους.

Ο Ριζοσπαστικός Ρεαλισμός θέτει σαν πρώτο κεντρικό ζήτημα τη δημιουργία ενός υποκειμένου, δηλαδή ενός πολιτικού κοινωνικού κινήματος. Η χώρα έχει ζωτική ανάγκη ένα πολιτικό κοινωνικό κίνημα.

Είναι αναγκαίο να συγκροτηθεί ο λαός σε σώμα, να λυθεί το «πρόβλημα λαού», ώστε να μπουν οι βάσεις για τη θετική απάντηση του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας. Αυτή η πρόταση είναι απείρως πιο ρεαλιστική από όσα αεροκοπανιούνται από όλα τα κόμματα, τα ΜΜΕ, τα think tanks, τα ινστιτούτα και τους ειδικούς. Και θα το σηκώσουν στους ώμους τους αυτοί που συνειδητοποιούν την ανάγκη, αυτοί που θα επιχειρηματολογήσουν γι’ αυτό και θα πιστεύουν σε αυτό το στόχο. Και δεν θα κοιτάνε να βολέψουν την πάρτη τους μέσα από την πολιτική.

Ο Ριζοσπαστικός Ρεαλισμός ξεκινά από την πραγματικότητα. Δεν θα χαϊδεύει αυτιά. Θα λέει αλήθειες. Θεωρεί όμως ότι υπάρχουν δυνατότητες να πάμε αλλιώς. Καλεί με θαρραλέο και συνετό μαζί τρόπο, εφαρμόζοντας μια διαφορετική ποιοτικά μορφή σύνθεσης διαλόγου, εξέτασης, συνεννόησης, και μια άλλη Πολιτική, απευθυνόμενος σε πολύ ευρεία ακροατήρια στη χώρα. Επειδή σήμερα είναι αναγκαία μια πολύ μεγάλη ενότητα όλων των ανθρώπων που αντιστέκονται, αγωνίζονται, προσπαθούν, κινητοποιούνται. Υπάρχουν πολλά κινήματα που είναι σκόρπια, που πρέπει να ενωθούν. Υπάρχει «το μέρος και το όλον». Ως «όλον» πρέπει να εννοείται το μαζικό πολιτικό, κοινωνικό κίνημα απάντησης στο Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας. Το «μέρος» μπορεί να είναι συλλογικότητες, σωματεία, πολιτικές διαδικασίες, εγχειρήματα, αντιστάσεις, πρωτοβουλίες, άτομα, πολιτικοί οργανισμοί, απλοί άνθρωποι κ.ο.κ. που συνενώνονται μέσα από κοινούς στόχους, από κοινό όραμα και τον στόχο απάντησης του υπαρξιακού προβλήματος. Δηλαδή πρέπει να εργαστούμε για να οργανώσουμε μια «μεγάλη συνάντηση του λαού απέναντι στην ιστορία, στο παρόν και στο μέλλον αυτού του τόπου».

Αυτό το καθήκον πρέπει να σηκώσουμε στις πλάτες μας. Όσο δύσκολο και αν μας φαίνεται. Είναι αναγκαίο.

Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, η αυτονομία της γνώμης είναι ένα τεράστιο όπλο. Μας φιμώνουν, μας αποκλείουν, δεν ακούγεται η φωνή μας. Μας βάζουν να τσακωνόμαστε, μας κάνουν να μην μπορούμε να ενωθούμε, να μην βρίσκουμε τρόπους διαλόγου, σύνθεσης και ανάλυσης της πραγματικότητας. Και αυτό το πράγμα για να ξεπεραστεί χρειάζεται απόλυτος σεβασμός της αυτονομίας της γνώμης του καθένα.

Ο κανόνας του 3,5%

Τελειώνω με κάτι «προβοκατόρικο»: Αγωνίζομαι για ένα 3,5%.

Τι είναι ο «κανόνας του 3,5%»; Μία ομάδα επιστημόνων, μελετώντας την πείρα όλων των σημαντικών κινημάτων από το 1900 ως το 2006, κατέληξε στο ότι τα κινήματα μπόρεσαν να έχουν αποτελέσματα, τροποποιώντας την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα μιας χώρας, μόνο όταν ενεργοποιήθηκε σε αυτά το 3,5% του συνολικού πληθυσμού.

Το 3,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα σημαίνει 350.000 ενεργοποιημένους ανθρώπους γύρω από έναν κεντρικό στόχο. Η ενεργοποίηση μιας τέτοιας κλίμακας και αντιπροσωπευτικής σύνθεσης σημαίνει ένα πολιτικό κοινωνικό ρεύμα, ένα κίνημα που έχει ρίζες, επηρεάζει, κινητοποιεί μέσα από πολλές μορφές: διαμαρτυρίες, απεργίες, διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις, εκδόσεις, διαδίκτυο, πολιτιστικά δρώμενα, πανεθνικές και περιφερειακές συναντήσεις, γνώση, τεκμηρίωση, ποικιλία. Και δημιουργεί έτσι μια δύναμη που μπορεί να στρέψει την πορεία της χώρας διαφορετικά. Έχει δύναμη και ισχύ ώστε να τροποποιεί συσχετισμούς, να αλλάζει τα πράγματα.

Μπορεί να συγκροτηθεί ένα τέτοιο πολιτικό κοινωνικό κίνημα για να αντιμετωπίσει το Υπαρξιακό Πρόβλημα και να αλλάξει πορεία η χώρα; Να γίνει ένας μεγάλος και βαθύς εκδημοκρατισμός, να μπει φρένο στη φτωχοποίηση; Ναι, μπορεί.

Μέσα στην πρόσφατη δεκαπενταετία κινητοποιήθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι, οι οποίοι όμως δεν ενώθηκαν μετά, δεν ζυμώθηκαν, δεν πολιτικοποιήθηκαν όπως θα έπρεπε στο επίπεδο που χρειαζόταν ώστε να μονιμοποιηθεί ως μία κίνηση όλο αυτό το δυναμικό. Αλλά η πρόσφατη πείρα, από το 2010 έως σήμερα, δείχνει ότι υπάρχουν αυτές οι 350.000 χιλιάδες αγωνιζόμενων ανθρώπων στη χώρα, που πρέπει να ενωθούν σε στόχους, σε ένα διαφορετικό τρόπο πολιτικής, και να αισθανθούν ότι συγκροτούν ένα μεγάλο εγχείρημα, ένα μεγάλο κίνημα. Ότι αποτελούν ένα υποκείμενο μέσα στη χώρα. Πρόκειται για ένα μεγάλο και αναγκαίο εγχείρημα για το οποίο αξίζει να προσπαθήσουμε. Σας καλώ να το προσπαθήσουμε.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!