Στις 22/6 πήρα μέρος σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση που διοργάνωσε η αυτοδιοικητική κίνηση «Δράση στα Βριλήσσια», με θέμα «Η δύσκολη πολιτική προοπτική μέσα και μετά από τις εκλογές». Συνομιλητές ήταν οι καθηγητές Δημήτρης Καλτσώνης και Βασίλης Ασημακόπουλος (του οποίου την εισήγηση αναδημοσιεύουμε στις σελίδες 22-23 του παρόντος φύλλου). Ο Γιάννης Τσούτσιας, επικεφαλής της «Δράσης», αναφέρθηκε στην 20ετία από τη δημιουργία της κίνησης μέχρι τώρα –ήταν δηλαδή και μια επέτειος για τους παρευρισκόμενους στην εκδήλωση– αλλά και στα ποιοτικά στοιχεία που έχει δείξει στην πράξη σαν αυτοδιοικητικό ακηδεμόνευτο σχήμα.

Στην ομιλία μου χώρισα το ζήτημα σε δύο μέρη: α) τη δύσκολη πολιτική προοπτική για το σύστημα και το πολιτικό κομματικό σύστημα διακυβέρνησης, και β) τη δύσκολη πολιτική προοπτική για τον λαό, τη χώρα, το Υπαρξιακό της Πρόβλημα. Στο σημερινό σημείωμα θα αναφερθώ στα προβλήματα που έχει το ίδιο το πολιτικό σύστημα, και πώς προσπαθεί να τα αντιμετωπίσει. Ίσως σε επόμενο άρθρο να εξετάσω περισσότερο το τι σημαίνει η πολιτική προοπτική για τους «από κάτω», τους απλούς ανθρώπους.

Ένα πολιτικό σύστημα σε βαθιά κρίση

Με τον παραπάνω τίτλο δεν υπονοείται ότι το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του νοιώθει μια απειλή για την ίδια την υπόστασή του ή την κυριαρχία του. Δεν νοιώθει να υπάρχει ένα μεγάλο λαϊκό ρεύμα αλλαγής ή αντιπαράθεσης μαζί του, τέτοιο που να θέτει σε αμφισβήτηση βασικές επιλογές και συσχετισμούς. Κι όμως, συναντά τεράστια προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει σχετικά άμεσα:

– Πρώτα απ’ όλα, τελεί υπό γενική ανυποληψία και «πλέει» μέσα σε πελάγη δυσαρέσκειας, βουβής ή ηχηρής. Είναι εκτεταμένη η κρίση εκπροσώπησης και η αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική διαδικασία, έτσι όπως αυτή συντελείται.

– Δεύτερον, υπάρχει και δεν μπορεί να κρυφθεί μια φθορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Τα πεπραγμένα της, τα διαρκή σκάνδαλα, ο πολύ μεγάλος αριθμός υποδίκων μέσα στην κοινοβουλευτική ομάδα, και κυρίως η διαφθορά, έχουν πάρει διαστάσεις πρωτόγνωρες, και πιθανά μη αντιστρέψιμες.

– Τρίτον, είναι καταγεγραμμένη η δυσφορία ολιγαρχικών ομίλων στην Ελλάδα για τον τρόπο που το καθεστώς Μαξίμου υπό τον Κ. Μητσοτάκη «διαχειρίζεται» όλους τους πόρους, τις αναθέσεις, τις ροές χρήματος. Η δυσφορία έχει πάρει διαστάσεις, και βασικοί πυλώνες του συστήματος κατανοούν ότι πρέπει να γίνει άλλου τύπου διαχείριση και λειτουργία του πολιτικού σκηνικού. Αυτά όλα έχουν την αντανάκλασή τους και στο εσωτερικό της Ν.Δ. Προετοιμάζονται κινήσεις διαδοχής και πλασαρίσματα για μια μετα-Μητσοτάκη εποχή, και ψάχνονται τρόποι για «εξυγίανση» της Ν.Δ. από το «καθεστώς».

– Τέταρτον, και ίσως πιο αποφασιστικό για ενεργοποίηση σχεδίων και σεναρίων, είναι το γεγονός ότι δεν θα υπάρχει αυτοδυναμία για κανένα κόμμα στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Πρόκειται για στοιχείο που αξιολογείται από όλους, και στη βάση του θα καθοριστούν πολιτικές, συνθήματα και τακτικές.

– Πέμπτον, συνολικά το πολιτικό σκηνικό εμφανίζει ανισομέρεια μέχρι τώρα ανάμεσα στο πρώτο κόμμα και όλα τα υπόλοιπα, αλλά έτσι κι αλλιώς είναι κατακερματισμένο. Αυτή η κατάσταση δυσκολεύει μια πιο εύρυθμη λειτουργία του ίδιου του συστήματος.

– Έκτον, υπάρχουν ισχυρές πιέσεις για τη μετατροπή της χώρας σε «κόμβο» (ενεργειακό, υπηρεσιών, τουριστικό, στρατιωτικό κ.λπ.), και πιθανά να πρέπει να μπουν υπογραφές σε συμφωνίες γεωπολιτικού χαρακτήρα με σημαντικές υποχωρήσεις προς την πλευρά της Τουρκίας.

Αν συνυπολογιστούν όλοι αυτοί οι όροι, εύκολα συνάγεται ότι υπάρχει πρόβλημα για τους ισχυρούς κύκλους του συστήματος – την ίδια στιγμή που η ρευστότητα και η αβεβαιότητα δημιουργούν προβλήματα, και κάνουν το τοπίο ακόμα πιο ασταθές σε σχέση με μια σχετικά ομαλή διακυβέρνηση. Το πόσο θα διαρκέσει η κατάσταση της ρευστότητας και του κατακερματισμού, το τι θα παραχθεί μέσα από κυβερνητικά σχήματα συνεργασίας και σε ποια ισορροπία ή κυριαρχία κάποιας μερίδας θα οδηγηθούμε, δεν έχει διαφανεί.

Εμπειρικά όμως και πολιτικά κρίνοντας, γίνονται ήδη προεργασίες για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Εννοώ κάποιες γενικές τάσεις και σχεδιασμούς που θα τροποποιηθούν και μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες (αλλά όχι μόνο από αυτές ή αποκλειστικά από αυτές).

Προσπάθεια αναστήλωσης-επανασταθεροποίησης του συστήματος

Η «ανωμαλία» που περιγράψαμε, η ρευστότητα που επιφέρει, καθώς και ο απόκρυφος ή ανοικτός ανταγωνισμός μερίδων και ομάδων των ελίτ για μια επαναδιευθέτηση, ορίζουν ένα σκηνικό με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μια γραμμή «άμυνας» και σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος έτσι κι αλλιώς γέρνει προς τα «δεξιά» (εννοώ πολιτικά, κι όχι προς την κεντροδεξιά παράταξη), ενώ το γενικό κλίμα δυσαρέσκειας θα ήθελε έναν τόνο πιο «κοινωνικό», πιο φιλολαϊκό, πιο ανακουφιστικό. Από αυτή τη σκοπιά, τα προεκλογικά προγράμματα και οι υποσχέσεις όλων των κομμάτων πιθανά να δράσουν σαν μια ασφαλιστική δικλείδα εκτόνωσης της δυσαρέσκειας, όπως και μια απομάκρυνση του Μητσοτάκη μπορεί να λειτουργήσει προς τέτοια κατεύθυνση – χωρίς να αλλάξει σε τίποτα ουσιώδες το γενικό «πλαίσιο» του μεταπρατικού μοντέλου.

Η κύρια άγουσα όμως των σχεδιασμών θα ήταν να επιχειρηθεί μια αναστήλωση κάποιας μορφής δικομματισμού, που να είναι ικανός να μαντρώσει ένα σημαντικό δυναμικό μέσα στα όρια της «κανονικότητας» και των ρυθμίσεων που ήδη έχουν εγκαθιδρυθεί, χωρίς σημαντικές αλλαγές πορείας. Κανονικά, συστημικά, χωρίς «λαϊκισμούς», χωρίς «υπερβολές», να λειτουργήσει ένα πολιτικό σύστημα χωρίς την έντονη αμφισβήτηση και τις δυσλειτουργίες που υπάρχουν σήμερα. Ας πούμε δύο πόλοι, ένας κεντροδεξιός με βασική δύναμη μια Ν.Δ. απαλλαγμένη από τον Μητσοτάκη, και ένας κεντροαριστερός με βασικό εκπρόσωπο τον Τσίπρα. Ο οποίος τώρα είναι «οικείος», «ώριμος», «αλλιώτικος», χωρίς βαρίδια, και βασικά «σπρωχτός» και δεδομένος.

Επομένως ο βασικός σχεδιασμός περνά μέσα από μια αναστήλωση ενός δικομματισμού με απούσα την κοινωνία και τα προβλήματά της, και με περιθωριοποίηση κάθε κινηματικής ή διάθεσης πραγματικής αλλαγής.

Όποιος κινηθεί στο πεδίο που συνδιαμορφώνεται από τις συστημικές δυνάμεις, και συμμορφωθεί με τους «κανόνες» που αυτές θέτουν, το πιο πιθανό είναι να απορροφηθεί από τα κόλπα και τη μικροπολιτική, καθιστώντας κραυγαλέα τη μεγάλη έλλειψη Πολιτικής απέναντι στο κεντρικό ζήτημα – δηλαδή το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας

Έχει σημασία να τονίσουμε πως από το 2010 και ύστερα ο κλασικός δικομματισμός (Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ) γκρεμίστηκε (με το αντιμνημόνιο), οι επόμενες μορφές του (ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ.) δεν είχαν σταθερότητα στον χρόνο, και ήδη είχε γίνει η μνημονιακή καθεστωτική αλλαγή που υπηρέτησαν όλοι. Στη συνέχεια η Ν.Δ. προχώρησε χωρίς αντίπαλο, δηλαδή χωρίς αντιπολίτευση. Αλλά το «μονοπώλιο» που δημιούργησε άρχισε να μπάζει νερά, και τώρα αναζητιέται μια αναστήλωση ενός τύπου δικομματισμού. Δηλαδή δύο κύριοι σχηματισμοί να έχουν την ικανότητα να συσπειρώνουν ποσοστά άνω του 50-60% των ψηφοφόρων. Η σημερινή εικόνα απέχει από κάτι τέτοιο, όμως αυτό επιδιώκεται ως «λύση».

Ποια είναι τα σημεία ή οι σκόπελοι μέσα από τους οποίους θα περάσει αναγκαστικά ένας τέτοιος σχεδιασμός; Πρώτα απ’ όλα το σκορ που θα καταγράψουν τα κόμματα στις επόμενες εκλογές. Τι θα πάρει η Ν.Δ., τι ο Τσίπρας, ποιο θα είναι το άθροισμά τους; Αυτά θα καθορίσουν και τις τακτικές που θα ακολουθήσουν. Μια μεγάλη αποτυχία του Μητσοτάκη θα σημάνει ραγδαίες εσωτερικές ανακατατάξεις μέσα στη Ν.Δ., και νέα ηγεσία. Αν η διαφορά είναι μεγάλη ανάμεσα σε Ν.Δ. και Τσίπρα, τότε ο Μητσοτάκης μπορεί να εκβιάσει εξελίξεις. Μια άλλη πηγή δυσκολιών στην πορεία αναστήλωσης ενός δικομματισμού (όπως τον περιγράψαμε) είναι η ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας ή ειδικού σκοπού. Ποιοι θα συνεργαστούν με ποιους, τι θα γίνει αν γίνουν και δεύτερες εκλογές, τι αν χρειαστούν και τρίτες;

Μέσα σε αυτό το «μεσοβασίλειο» ρευστότητας, ανταγωνισμού, σχεδιασμών και αποπειρών θα επιδιωχθούν πρώτα η σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος συνολικά, και δεύτερον (και αυτό έχει σημασία) το χαμήλωμα των προσδοκιών.

Ας τα δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα.

Σταθεροποίηση πολιτικού συστήματος – Χαμήλωμα λαϊκών προσδοκιών

Πρόκειται για διπλή επιδίωξη των βασικών συντελεστών του συστήματος. Να συμμαζευτεί η κατάσταση σε πολιτικό επίπεδο, π.χ. «ανωμαλία» Μητσοτάκη, πιο εύρυθμη λειτουργία και μοιρασιά ανάμεσα σε ομίλους ολιγαρχών, δικομματική διαχείριση της δυσαρέσκειας εντός του μεταπρατικού πλαισίου, εξοστρακισμός κάθε σημαντικής λαϊκής παρουσίας και διεκδίκησης-αμφισβήτησης. Δηλαδή Στουρνάρας στην Τράπεζα της Ελλάδος, Παναγόπουλος ισόβιος στη ΓΣΕΕ, Παπαδοπούλου μόνιμη στο Υπουργείο Εξωτερικών, καμία αναφορά σε κεντρικά ζητήματα (π.χ. ανατινάξεις λιγνιτωρυχείων, περιοδεία ουκρανικών drones στις ελληνικές ακτές, πλήρης συμμόρφωση σε όσα θέλουν ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-Ισραήλ-Ε.Ε. κ.λπ.). Και στη βάση αυτή, αναστήλωση μιας εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα μέσω μιας λελογισμένης εξυγίανσης.

Ο ειδικός ρόλος του κεντροαριστερού πόλου (Τσίπρας) θα είναι το σχεδιασμένο χαμήλωμα των προσδοκιών, να τεθεί δηλαδή το όριο μιας «ρεαλιστικής» εναλλακτικής κυβερνητικής (υποσχέσεις για φορολογία, ακρίβεια κ.λπ.) και τίποτα για τα κρίσιμα: Δημοκρατία, Δικαιοσύνη, καρτέλ όλων των ειδών, καταστροφή παραγωγικών δυνατοτήτων, ιδιωτικοποίηση και διάλυση οτιδήποτε δημόσιου (Παιδεία, Υγεία, ταμεία κ.λπ.). Σε όλα αυτά καμία δέσμευση. Ακόμα κι αν κινηθεί κάτι για αυτά, ξέρουμε: «ετερόκλητος όχλος», «ψεκασμένοι», «ακροδεξιοί» κ.ο.κ.

Ποιους και γιατί πιέζει αυτή η τάση;

Το ενδιαφέρον επομένως των συστημικών κύκλων στρέφεται προς δύο κόμματα κυρίως. Τις εξελίξεις και τις επιδόσεις της Ν.Δ. από τη μια πλευρά, και το να κατοχυρωθεί ο Τσίπρας ως άλλος αδιαμφισβήτητος κεντροαριστερός πόλος από την άλλη. Το σκηνικό που στήνουν οι δημοσκοπικές εταιρίες είναι εντυπωσιακό: Τα ποσοστά που δίνουν τόσο στη Ν.Δ. όσο και στον Τσίπρα είναι ιδιαίτερα φουσκωμένα. Προσπαθούν να φτιάξουν κλίμα και να πιέσουν άλλους σχηματισμούς.

Ο πρώτος «παθών» είναι το ΠΑΣΟΚ, που φαίνεται ότι δεν είναι εντελώς συμβατό με τον σχεδιασμό που επιχειρείται, και όχι εντελώς δεδομένο για Αιγαίο, εθνικά, πλήρη υποταγή σε ΗΠΑ (ισχυρότερη εξάρτηση από ευρωπαϊκούς κύκλους). Φαίνεται ότι του ασκείται μια πίεση και από τις δύο πλευρές (Ν.Δ. και Τσίπρα), η οποία έχει και εσωτερικό αντίκρισμα στα πρόσωπα των Διαμαντοπούλου και Δούκα. Η πίεση μπορεί να ενταθεί ακόμα περισσότερο, επειδή θέλουν να καταστήσουν το ΠΑΣΟΚ έναν πλήρως ελεγχόμενο οργανισμό υπό το δίπολο, ή σε πλήρη εξάρτηση από μία από τις δύο πλευρές του εκκολαπτόμενου διπολισμού. Η κρίση εντός του ΠΑΣΟΚ μπορεί να φθάσει μέχρι και σε διασπάσεις.

Όλα τα άλλα κόμματα που βρίσκονται στη Βουλή νοιώθουν μια μεγάλη πίεση και δείχνουν αμήχανα να αντιπαρατεθούν πιο ουσιαστικά ή να παίξουν κάποιο ρόλο, να εκφράσουν μια δυναμική. Η Ελληνική Λύση, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, το ΚΚΕ κ.λπ. αρκούνται σε μια προσπάθεια να μην χάσουν ψήφους. Κυρίως, δεν μπορούν να ανατρέψουν το σκηνικό που στήνεται, και ακόμα περισσότερο να θέσουν μια σοβαρή ατζέντα με κάποια απήχηση. Αν τώρα εμφανιστεί κόμμα Σαμαρά, θα πιεστούν σχηματισμοί δεξιού προσανατολισμού, ενώ ήδη αρκετά κόμματα νοιώθουν πίεση από την εμφάνιση του κόμματος Καρυστιανού. Γιατί, παρ’ όλη την προδιάθεση που έχει ο κόσμος της δυσαρέσκειας να τιμωρήσει τις συστημικές δυνάμεις, δεν είναι δεδομένο ότι θα πειστεί να ψηφίσει και κάτι από αυτά που του προσφέρονται ως «αντιπολίτευση». Σχετικά με το κόμμα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», μένει να φανεί η πολιτική στάση που θα έχει κι αν θα μπορέσει να εκφράσει ή συνομιλήσει με τη δυσαρέσκεια. Διότι ήδη φαίνονται πολλές πολιτικές ανεπάρκειες και εσωτερικές τριβές («διαδρομισμός»).

Όποιος θελήσει να κινηθεί στο πεδίο που συνδιαμορφώνεται από τις συστημικές δυνάμεις ως πλαίσιο πολιτικής κονίστρας και συμπεριφοράς, όποιος συμμορφωθεί με τους «κανόνες» που θέτουν αυτές οι δυνάμεις, το πιο πιθανό είναι να απορροφηθεί από την επικοινωνία, τα κόλπα, τη μικροπολιτική. Και έτσι θα καταστεί κραυγαλέα η μεγάλη έλλειψη Πολιτικής απέναντι στο κεντρικό ζήτημα, δηλαδή το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας.

Τα ζητήματα αυτά θα παίξουν ρόλο, επειδή είναι δεδομένο πως αν πάμε για δεύτερες εκλογές, αφού στις πρώτες δεν θα σχηματίζεται κυβέρνηση, εκεί θα καταγραφεί μια διαφορετική «γεωγραφία» των κομματικών δυνάμεων. Τα μικρά ίσως να γίνουν μικρότερα. Σχηματισμοί που μόλις μπήκαν στις πρώτες εκλογές μπορεί να μην τα καταφέρουν στις δεύτερες κ.ο.κ.

***

Αν κάποιος ήθελε και προσπαθούσε να επιχειρήσει μια έξοδο από το σκηνικό και το πλαίσιο που στήνεται, θα έπρεπε να έχει την ικανότητα να βάλει δική του ατζέντα θεμάτων και να καλέσει το λαό, τον κόσμο, να αγωνιστεί για αυτά. Θα έπρεπε να έχει επιχειρήματα και να δείξει πώς ανοίγει ένας δρόμος.

Αν απλά παραμείνει κανείς στο έδαφος του «εγώ θα κυβερνήσω», «εγώ θα νικήσω», «εγώ θα βγω πρώτος», «δεν θα συνεργαστώ με κανέναν», «αφού εκλεγώ θα νομοθετήσω» και άλλα τέτοια που μας διατυμπανίζουν σχεδόν όλοι, το πιθανότερο είναι να προχωρήσει ο σχεδιασμός που επιχειρείται (επανασταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος, κυρίως μέσω ενός διπολισμού), και κάτω από εκβιαστικά διλήμματα περί σταθερότητας και κυβερνησιμότητας (επειδή θα χρειαστεί και ο προθάλαμος των κυβερνήσεων συνεργασίας).

Βέβαια όλα αυτά με δεδομένο ότι σήμερα δεν υπάρχει μια δυναμική όπως ήταν το αντιμνημονιακό κίνημα, ενώ και η δυναμική του κινήματος των Τεμπών έμεινε μετέωρη και αρκετά εγκαταλελειμμένη λόγω της επιλογής «κόμμα» προσωποκεντρικό…

Τέλος, να μην αποκλείσουμε την επενέργεια στο όλο πολιτικό σκηνικό των γεωπολιτικών εξελίξεων, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, και το τι πιθανά θα συμβεί στο Αιγαίο και τη Ν.Α. Μεσόγειο. Θα ήταν παράλογο να σχεδιάσει ή περιγράψει κανείς τις εξελίξεις κάνοντας μια αυθαίρετη αφαίρεση αυτών των κρισιμότατων παραγόντων.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!