Πρόσφατα, σε μια ανάρτησή μου στο f/b σχετικά με μια «ομολογία» του Αλέξη Τσίπρα για το πώς βλέπει την «ισορροπία του πολιτικού συστήματος» και πώς θέλει να συμβάλει θετικά σε αυτό, δέχτηκα ορισμένες κριτικές. Κατά τη γνώμη μου οι κριτικές αυτές δεν μπορούν να αντιληφθούν το πρόβλημα που έχει το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, και δεν βλέπουν καθαρά τις εξελίξεις που κυοφορούνται.
Ας τα βάλουμε όμως σε μία τάξη. Τι είπε ο Αλέξης Τσίπρας σε ανοικτή εκδήλωση στο Περιστέρι (9/7/2026); «Είμαστε εδώ για να δώσουμε ισορροπία στο πολιτικό σύστημα. Το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς δύο πόλους. Που θα ανταγωνίζονται και, όταν ο ένας θα είναι στην διακυβέρνηση, ό άλλος θα ασκεί ισχυρή αντιπολίτευση. Σήμερα, η αλαζονεία του Μητσοτάκη οφείλεται σε αυτό το κενό». Είναι μια σχετικά σπάνια ομολογία ενός σχεδιασμού που συζητείται μέσα στους κύκλους του συστήματος. Πριμοδοτείται η δημιουργία, η ανασύνταξη ενός διπολικού-δικομματικού συστήματος ως το προσφορότερο για την εύρυθμη λειτουργία του. Πίσω από τις ρητορικές και τις σικέ αντιπαραθέσεις εντός του πλαισίου του μεταπρατικού εξαρτημένου μοντέλου, επιχειρείται μια αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, τέτοια που να ξεπεραστεί η σημερινή του κρίση.
Οι κριτικές που δέχτηκα (μπορείτε να ανατρέξετε στα σχόλια στην ανάρτησή μου):
Η επισήμανσή μου (για ομολογία του σχεδιασμού από τον Τσίπρα) θεωρήθηκε «πολύ ρηχή», αφού «αυτό συμβαίνει στην αστική Δημοκρατία» και «ο διπολισμός στα πολιτικά συστήματα της Δύσης είναι δεδομένος». Μάλιστα μου χρεώθηκε πως «με τόσα χρόνια θητεία στο εξωκοινοβούλιο κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τη λειτουργία του εσωκοινοβουλίου». Πιο σοβαρά λέχθηκε και ότι «το υπερεθνικό κεφάλαιο για τον πειθαναγκασμό των λαών της Ευρώπης ωθεί το υπάρχον πολιτικό σύστημα στον “διπολισμό” –πλησίον του αμερικάνικου συστήματος– δηλαδή την κυριαρχία της λεγόμενης “κεντροαριστεράς” και “κεντροδεξιάς”, που άλλωστε συγκυβερνούν σε ευρωπαϊκές πολλές χώρες, και θα συμβεί και στην Ελλάδα…».
Ο Τσίπρας και οι λοιπές συστημικές δυνάμεις πιο κοντά στην πραγματικότητα: Γνωρίζουν ότι το πολιτικό σύστημα νοσεί
Ας παραδεχτούμε πως ένα δικομματικό ή διπολικό σύστημα όπως το περιγράφει ο Τσίπρας είναι μια φυσιολογική κατάσταση εύρυθμης λειτουργίας του παρόντος συστήματος. Η ίδια η ιστορική πείρα της μεταπολίτευσης δείχνει περιόδους όπου ο δικομματισμός ήταν πανίσχυρος. Μάλιστα επί δεκαετίες τα δύο μεγάλα κόμματα, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, συγκέντρωναν ποσοστά πάνω από 80%.
Ο πίνακας Ι δείχνει πώς για 28 χρόνια –και παρά τις κρίσεις που διαπέρασαν το πολιτικό σύστημα σε ιδιαίτερες στιγμές– ο δικομματισμός λειτουργούσε σχετικά αποτελεσματικά. Ακόμα περισσότερο, η εναλλαγή επέτρεπε να προκύπτουν αυτοδύναμες κυβερνήσεις παρά τα όποια τραντάγματα (γιατί υπήρξαν και αυτά σε οξυμένες φάσεις). Πάντως ο δικομματισμός λειτουργούσε. Όποιος είναι πιο απαιτητικός, θα πρέπει να διακρίνει ότι υπήρξε και ένας άλλος πόλος, που είτε στήριξε τη μία πλευρά του διπολισμού (και εννοώ την πολιτική ουράς της επίσημης Αριστεράς κυρίως απέναντι στο ΠΑΣΟΚ), αλλά και όταν χρειάστηκε έδωσε όλη τη συνδρομή του στη αναστήλωση του διπολισμού – μη διστάζοντας να συμμαχήσει ακόμα και με τη Ν.Δ. την περίοδο 1989-90.
Από το 2009 και μετά έχουμε μια διαφορετική εικόνα. Ποιο είναι το βασικό της στοιχείο; Με τη Χρεοκοπία της χώρας και την είσοδο στο καθεστώς των μνημονίων, καταρρέει ο δικομματισμός. Καταρρέει κάτω από τη λαϊκή δυσφορία και το αντιμνημονιακό κίνημα. Τα κόμματα του πανίσχυρου δικομματισμού της προ κρίσης εποχής γνωρίζουν πολύ μεγάλους κλυδωνισμούς. Η Ν.Δ. θα δει τα ποσοστά της να πέφτουν στο 28%, και βεβαίως το ΠΑΣΟΚ θα γκρεμιστεί μέσα σε λίγα χρόνια από 44% σε 4.5%, για να φθάσει έπειτα σε ένα «ταβάνι» του 11%. Το χαμηλότερο σύνολο Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ υπήρξε τον Μάϊο του 2012 (32.03%).
Σε όλη την περίοδο μετά την κρίση τα ποσοστά των κομμάτων δεν έχουν πιάσει πάνω από 40%, σε αντίθεση με ό,τι γίνονταν μέχρι το 2009. Τα παιχνίδια με τον εκλογικό νόμο δείχνουν τι ρόλο έπαιζε και παίζει το μπόνους για το πρώτο κόμμα. Ενώ τα ποσοστά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος μπορεί να μην απέχουν πολύ, η διαφορά σε επίπεδο εδρών είναι πολύ μεγάλη.
Ο ασταθής δικομματισμός και η «δύναμη» του συστημικού «τρικομματισμού»
Η πορεία του πολιτικού συστήματος μέσα στα μνημόνια και την εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ είχε ορισμένα αποτελέσματα, αλλά από τη φύση του ήταν ένας ιδιαίτερα ασταθής δικομματισμός. Από τον πίνακα ΙΙ, που ακολουθεί, μπορούν να συναχθούν ορισμένα συμπεράσματα: Ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίζει τις εκλογές τον Ιανουάριο του 2015 και μαζί με τους ΑΝΕΛ σχηματίζει κυβέρνηση. Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνουν μαζί μόνο 32%! Τον Σεπτέμβριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ξανακερδίζει τις εκλογές. Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνουν πάλι 32%. Στην πραγματικότητα δεν λειτουργεί ένα δικομματικό σύστημα με μικρότερη επιρροή (αν προσθέσουμε το άθροισμα των δύο πρώτων ή και των 3 συστημικών κομμάτων, πάλι βρισκόμαστε σε πολύ χαμηλά επίπεδα από αυτά που καταγράφονταν στις καλές εποχές του «καλού δικομματισμού» Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ).
Στην ουσία –και δεν πρέπει να το ξεχνάμε– τη χώρα τη διεύθυνε απευθείας η τρόικα. Τα τρία κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ) υπερψήφισαν μαζί το 3ο μνημόνιο στη Βουλή τον Αύγουστο του 2015, και η πραγματική κυβέρνηση εγκαταστάθηκε στο Χίλτον. Το πολιτικό σύστημα είχε «ανατιναχθεί». Μόνο που η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και το σοκ της ήττας του αντιμνημονιακού κινήματος πρόσφεραν μια περίοδο χωρίς κινητοποιήσεις και ένταση, με αποτέλεσμα να ανοίξει ο δρόμος στην άνοδο της Ν.Δ. και τον ερχομό της με αυτοδυναμία στη διακυβέρνηση. Ο πόλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να αντέξει είτε τη μνημονιακή διαχείριση είτε την απουσία κάθε αντιπολίτευσης την περίοδο 2019-2023. Έτσι μπήκε σε κρίση και πορεία διάλυσης (που τη ζούμε σήμερα). Ασταθής «δικομματισμός» ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ. που εφαρμόζει μνημόνια και ανοίγει τον δρόμο για την «Ελλάδα-Κόμβος».
Τα στοιχεία δείχνουν τον Ιανουάριο 2015: ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ. 64.24%, και ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ 68.92%. Τον Σεπτέμβριο 2015: ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ. 63.55%, και ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ 69.84%. Τον Ιούλιο 2019: Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ 71.38%, και Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ+ΠΑΣΟΚ 79.48%. Και τον Ιούνιο 2023: Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ 58.3%, λόγω του καταποντισμού του ΣΥΡΙΖΑ, και Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ+ΠΑΣΟΚ 70.23%.
Από το 2023 μέχρι σήμερα έχουμε μια ιδιόμορφη κατάσταση
Παρά το σοκ του 41% της Ν.Δ., η φθορά του πολιτικού συστήματος συνεχίστηκε ραγδαία. Στις ευρωεκλογές του 2024 καταγράφηκε η μεγαλύτερη αποχή ολόκληρης της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Τα τελευταία χρόνια η αποχή αυξήθηκε με σοβαρούς ρυθμούς, για να φθάσουμε σε ένα ρεκόρ αποχής στις ευρωεκλογές του 2024, όπου «σχεδόν 7 στους 10 ψηφοφόρους της νέας αποχής είχαν υποστηρίξει στις βουλευτικές του Μαΐου 2023 τη Ν.Δ., τον ΣΥΡΙΖΑ ή το ΠΑΣΟΚ», αποκαλύπτοντας έτσι «με βίαιο τρόπο την ανοικτή κρίση που διέρχεται το ελληνικό κομματικό σύστημα της μεταμνημονιακής εποχής», με αποτέλεσμα «ο μετασχηματισμός του κομματικού συστήματος [να] εισέρχεται σε μια νέα φάση, άγνωστης κατάληξης και διάρκειας» [1].
Μέχρι το 2009 το ποσοστό της αποχής κυμαινόταν στο 20% με 25%. Από τη χρονιά αυτή έχουμε τη διόγκωση της αποχής, όπως δείχνει και ο πίνακας ΙΙΙ:

Ο Γιάννης Μαυρής, με μεγάλη πείρα στα ζητήματα αυτά, θα σημειώσει:
«Τα αίτια της κρίσης είναι βαθύτερα και σχετίζονται άμεσα με σύγκλιση των κομμάτων εξουσίας, την ολοένα και μεγαλύτερη απομάκρυνσή τους από την εκπροσώπηση της κοινωνίας. Η εσωτερίκευση της κρίσης στους κομματικούς μηχανισμούς θα εντείνει –αναπόφευκτα– την φατριοποίησή τους… Είναι η χαμηλότερη συμμετοχή, με μεγάλη διαφορά, ανάμεσα σε 40 εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης: 20 βουλευτικές, 10 ευρωεκλογικές, 4 Νομαρχιακές, 4 Περιφερειακές και 2 δημοψηφίσματα. Και όχι μόνον αυτό. Η σημερινή συμμετοχή υστερεί ακόμη και σε σύγκριση με την προδικτατορική περίοδο. Συγκεκριμένα, είναι χαμηλότερη ακόμη και από τις τρεις εκλογές της δεκαετίας του 1960 (1961, 1963, 1964), όπου είχαν ψηφίσει περισσότεροι από 4,6 εκατ. ψηφοφόροι. Και φυσικά, ο τότε νόμιμος πληθυσμός της χώρας, βάσει της απογραφής του 1961, ανερχόταν σε 8.409.603 άτομα ενώ σήμερα, βάσει της απογραφής του 2021, ανέρχεται σε 9.716.889» [2].
Στην πράξη όμως έχουμε μια ανισομετρία στο πολιτικό σύστημα, με ένα πρώτο κόμμα (Ν.Δ.) να απέχει πολλές μονάδες από το δεύτερο κόμμα, να μονοπωλεί ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, να σπαράσσεται από σκάνδαλα και βόλεμα ημετέρων, να φέρει την ευθύνη για μεγάλα συστημικά εγκλήματα (Τέμπη), να γίνεται συνώνυμο της διαπλοκής και της διαφθοράς. Η φθορά της είναι δεδομένη, οι δημοσκόποι με ιδρώτα (είναι αλήθεια) της χαρίζουν ένα 30%, ενώ είναι αναγκασμένοι να δηλώνουν πως η Ν.Δ. σχεδόν αποκλείεται να έχει την αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές. Παράλληλα το όλον πολιτικό-κομματικό σύστημα είναι πολυδιασπασμένο και κατακερματισμένο, ενώ έχουν παρουσιαστεί δύο νέα κόμματα (Τσίπρας, Καρυστιανού) και αναμένεται να εμφανιστεί και το κόμμα Σαμαρά.
Οι επόμενες εκλογές δεν θα δώσουν κυβέρνηση, και θα χρειαστεί είτε να συνεργαστούν κόμματα για να στήσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας, είτε να πάμε σε νέες εκλογές (που είναι και το πιθανότερο). Το ίδιο πιθανό είναι να υπάρξουν ανακατατάξεις στο χώρο της Ν.Δ., ακόμα και με αλλαγή ηγεσίας, ενώ κανένα (ξανά: κανένα) κόμμα δεν έχει ρεύμα, δεν παρουσιάζει τάσεις ανόδου ή δυνατότητα να δημιουργήσει την έκπληξη. Μετρήστε τη δύναμη που δίνουν στα τρία συστημικά κόμματα όλες οι σφυγμομετρήσεις: θα δείτε ότι δεν ανατέλλει ένας δικομματισμός όπως τον περιγράφει ο Τσίπρας (ομολογώντας τον σχεδιασμό που έχουν συστημικοί κύκλοι –ολιγάρχες και πρεσβείες– στη χώρα μας). Τα δύο πρώτα κόμματα (Ν.Δ.+ΤσιπροΕΛΑΣ) ζήτημα είναι αν θα συγκεντρώσουν 50% αθροιζόμενα. Τη λύση δεν θα τη δώσουν (για το σύστημα) οι επόμενες εκλογές. Οι συγκυβερνήσεις χρειάζονται προετοιμασία. και ήδη τα κόμματα, τα ΜΜΕ και «συμβουλευτικές» εταιρείες κάνουν το απαραίτητο «μασάζ» στην κοινωνία.
Τα βασικά συμπτώματα της «νόσου»
- Κλονισμός Εμπιστοσύνης: Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης για την εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση, το κοινοβούλιο, τα πολιτικά κόμματα και τους θεσμούς δείχνουν μια διαχρονική πτωτική τάση σε αυτούς τους δείκτες, και είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά «συμπτώματα». Ορισμένοι πρόσφατοι αριθμοί: Εμπιστοσύνη στους θεσμούς – Κόμματα 15%, ΜΜΕ 17%, Δημόσια διοίκηση 24%, Κοινοβούλιο 25%, Αυτοδιοίκηση 29%, Δικαιοσύνη 39%.
- Εκλογική Συμπεριφορά: Η συνεχής αύξηση της αποχής από τις εκλογές, η ενίσχυση «αντισυστημικών» κομμάτων και εντεινόμενη ρευστότητα του εκλογικού σώματος (μεγάλα ποσοστά αναποφάσιστων ή απότομες μετακινήσεις ψήφων) υποδηλώνουν τη ρήξη μεταξύ πολιτών και πολιτικού συστήματος.
- Κοινωνική Δυσφορία: Η διάχυτη απαισιοδοξία για το μέλλον της χώρας, η αίσθηση ότι το σύστημα εξυπηρετεί συμφέροντα ολιγαρχών (οικονομικά ή κομματικά), και η εδραιωμένη αίσθηση ότι η διαφθορά είναι ανεξέλεγκτη, τεκμηριώνουν ακόμα περισσότερο την απονομιμοποίηση.
Μια ακόμα παρατήρηση
Το πολιτικό σύστημα νοσεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, ακόμα και στις ΗΠΑ. Δεν λειτουργεί ο δικομματισμός όπως κάποτε. Αλλά και οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν είναι τόσο αποτελεσματικές, και υπάρχουν μεγάλες πολιτικές κρίσεις σε πολλές και σημαίνουσες χώρες. Άρα οι κριτικές που ανέφερα δεν έχουν κατανοήσει καθόλου το τι συμβαίνει πραγματικά.
Υπάρχουν δύο μεγάλα κενά. Πρώτο, το κενό αντιπολίτευσης, αφού τα συστημικά κόμματα συγκλίνουν στα βασικά ζητήματα. Αυτό το κενό σε πολλές περιπτώσεις το καλύπτουν και εκλογικά διάφοροι ακροδεξιοί σχηματισμοί. Το παράδειγμα του Τραμπ δείχνει κι άλλα πράγματα: πώς μια ομάδα δημιουργεί ένα κίνημα (στηριγμένη στην υπαρκτή δυσαρέσκεια), ανατρέπει κομματικές επετηρίδες (στον χώρο των Ρεπουμπλικάνων), νικά κατά κράτος το Δημοκρατικό Κόμμα, ενώ τώρα ο Τραμπ περιδινίζεται στην κρίση μιας ήττας σε έναν πόλεμο που πιθανά να του κοστίσει πολύ εσωτερικά.
Το δεύτερο κενό, πραγματικό κενό, που οδηγεί σε μεγαλύτερη κρίση το πολιτικό σύστημα, έγκειται στο ότι μέσα σε 16 χρόνια, από τη Χρεοκοπία έως σήμερα, δεν γεννήθηκε ένα μεγάλο εγχείρημα το οποίο να είναι σε θέση να εκφράσει πολιτικά και κοινωνικά την τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια και κινητικότητα που έδειξε ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Τόσο το αντιμνημονιακό κίνημα όσο και το κίνημα των Τεμπών δεν έδωσαν αυτά που χρειάζονταν ο Τόπος. Δεν μπόρεσαν να διεμβολίσουν την πολιτική ζωή με ένα αυθεντικό, μεγάλο και ανθεκτικό Πολιτικό Εγχείρημα που θα έδινε φωνή και υπόσταση στον λαϊκό ριζοσπαστισμό. Η διαχείριση αυτών των κινημάτων, είτε μέσω της ανάθεσης σε ένα κόμμα (περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρα), είτε μέσω ενός ακόμη προσωποπαγούς κόμματος το οποίο ξεκόπηκε από τη βάση που το γέννησε (το κίνημα των Τεμπών), αρνήθηκε να ανοίξει διαδικασίες κινήματος σε όποιο επίπεδο, και κινείται στις γνωστές ράγες των κομμάτων και των επικοινωνιακών τρικ, είναι λογικό να ξεκόβεται από ένα μεγάλο ρεύμα που συγκλόνισε τη χώρα τα τελευταία χρόνια.
Τι χρειάζεται λοιπόν;
- Πρώτα απ’ όλα, αναγνώριση της κατάστασης. Αναγνώριση ότι το πολιτικό σύστημα νοσεί και θα καταβληθούν προσπάθειες να «επιδιορθωθεί» σε μια κατεύθυνση υπερσυντηρητική-καθεστωτική-συστημική. Η Ελλάδα-Κόμβος, η Ελλάδα Πόρτο Γκρέκο, πρέπει να κυβερνηθεί με αυτές τις προδιαγραφές, και με εκτοπισμένο τον λαϊκό παράγοντα, με διαλυμένες και χαμηλωμένες προσδοκίες, με αυταπάτες που πάλι θα διαψευστούν.
- Δεύτερον, χρειάζεται να βγουν σωστά και σοβαρά συμπεράσματα, τόσο για την κατάσταση αλλά και για το γιατί βρεθήκαμε σε αυτό το σημείο.
- Τρίτον, πρέπει το ταχύτερο να τεθούν οι βάσεις μιας διαφορετικής πορείας, πραγματικά σε αντίθεση συνολικά με το Μεταπρατικό Εξαρτημένο Μοντέλο, τις γεωπολιτικές πιέσεις και αναδασμούς. Και φυσικά να τεθεί ανοικτά ότι πρέπει να δημιουργηθεί μια δύναμη, ένα εγχείρημα, ένα πολιτικό-κοινωνικό-πολιτιστικό κίνημα τουλάχιστον 350.000 ενεργών πολιτών, που να θέσει στο επίκεντρο το ζήτημα του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας και την απαίτηση του Εκδημοκρατισμού σε βάθος, και σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.
[1] Γιάννης Μαυρής: «Το κομματικό σύστημα σε ανοικτή κρίση» (ΕφΣυν, 15-16/6/2024). Ολόκληρο το άρθρο, με πολλά και ενδιαφέρονται στοιχεία, εδώ: www.mavris.gr
[2] Όπ.π.






































































