Η δημόσια συζήτηση για την απολιγνιτοποίηση παρουσιάστηκε επί χρόνια ως μια σχεδόν αυτονόητη περιβαλλοντική επιλογή. Από τη μία ο λιγνίτης, από την άλλη η πράσινη ενέργεια. Από τη μία το παρελθόν, από την άλλη το μέλλον. Ωστόσο, αυτή η απλουστευμένη εικόνα κρύβει το ουσιαστικό διακύβευμα: η απολιγνιτοποίηση δεν άλλαξε μόνο το καύσιμο με το οποίο παράγεται ο ηλεκτρισμός, αλλά ταυτόχρονα αναδιαμόρφωσε τον ίδιο τον ενεργειακό χάρτη της χώρας, άλλαξε τον ρόλο της ΔΕΗ, ανακατένειμε οικονομικά συμφέροντα, και επηρέασε καθοριστικά την παραγωγική φυσιογνωμία της Δυτικής Μακεδονίας και άλλων περιοχών. Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για μια τεχνολογική/ενεργειακή μετάβαση. Πρόκειται για μια βαθιά οικονομική, κοινωνική και γεωπολιτική αναδιάρθρωση.

Από τον δημόσιο ενεργειακό πυλώνα στη νέα αγορά

Για περισσότερες από έξι δεκαετίες, το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα στηρίχθηκε σε έναν σχετικά απλό πυλώνα: τον εγχώριο λιγνίτη, τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα και μια ισχυρή δημόσια ΔΕΗ που είχε την ευθύνη του ενεργειακού σχεδιασμού. Το μοντέλο αυτό είχε σοβαρό περιβαλλοντικό κόστος, αλλά ταυτόχρονα εξασφάλιζε έναν βαθμό ενεργειακής αυτονομίας, σταθερότητα εφοδιασμού και τη δυνατότητα του κράτους να παρεμβαίνει άμεσα σε έναν στρατηγικό τομέα.

Σήμερα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μεταφέρεται σταδιακά στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και στο φυσικό αέριο, η αγορά λειτουργεί μέσω του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, ενώ δεκάδες ιδιωτικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην παραγωγή, την προμήθεια, την αποθήκευση και το εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας.

Αυτή η αλλαγή δημιουργεί νέες αγορές, νέα πεδία επενδύσεων και νέες μορφές κερδοφορίας (και μαζί περισσότερες ευκαιρίες για μίζες και σπατάλη κρατικού χρήματος). Ταυτόχρονα μεταβάλλει τη σχέση του Δημοσίου με τον ενεργειακό τομέα, και περιορίζει τον άμεσο ρόλο του στη χάραξη ενεργειακής πολιτικής.

Ισχυρίζονται ότι κάθε συζήτηση στον λιγνίτη μας γυρνά στο παρελθόν. Ας δεχτούμε πως αυτό έχει μια δόση αλήθειας. Σε καμία περίπτωση όμως δεν περιγράφει όλη την εικόνα. Η λιγνιτοπαραγωγή κορυφώθηκε στη χώρα μας μόλις στις αρχές του τρέχοντος αιώνα. Μπορεί πολλές εγκαταστάσεις να είναι παλιές, πολλές τεχνολογίες πλέον παρωχημένες, υπάρχουν όμως και υποδομές νεότερες – η εγκατάλειψη και ο μη εκσυγχρονισμός των οποίων ήταν πολιτική επιλογή και όχι μονόδρομος

Η νέα ΔΕΗ

Ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά την ίδια τη ΔΕΗ. Η επιχείρηση που ιδρύθηκε για να εξηλεκτρίσει τη χώρα και να αξιοποιήσει τους εγχώριους ενεργειακούς πόρους μετασχηματίζεται πλέον σε έναν διεθνή ενεργειακό όμιλο. Η ΔΕΗ δεν ήταν απλά μια ακόμη ΔΕΚΟ. Ήταν το εργαλείο μέσω του οποίου το ελληνικό κράτος σχεδίαζε, παρήγαγε και διένειμε ηλεκτρική ενέργεια, αξιοποιώντας κυρίως εγχώριους πόρους.

Η σημερινή μετάβαση δεν αλλάζει μόνο τις τεχνολογίες παραγωγής. Αλλάζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ενεργειακή πολιτική της χώρας. Οι επενδύσεις της πλέον επικεντρώνονται στις ΑΠΕ, στην αποθήκευση ενέργειας, στα δίκτυα, στις τηλεπικοινωνιακές υποδομές, στα μεγάλα Data Centers και στις δραστηριότητες εκτός Ελλάδας. Δεν πρόκειται απλώς για αλλαγή επιχειρηματικού σχεδίου. Πρόκειται για αλλαγή ταυτότητας. Η ΔΕΗ απομακρύνεται από τον ρόλο του δημόσιου ενεργειακού πυλώνα και λειτουργεί ολοένα περισσότερο ως μια διεθνοποιημένη εταιρεία που ανταγωνίζεται στις νέες αγορές της ενέργειας και των ψηφιακών υποδομών.

Η Δυτική Μακεδονία πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα

Καμία άλλη περιοχή της χώρας δεν βίωσε τόσο έντονα τις συνέπειες της μετάβασης όσο η Δυτική Μακεδονία. Για δεκαετίες η τοπική οικονομία οργανώθηκε γύρω από τη ΔΕΗ και τα ορυχεία. Οι σταθμοί παραγωγής, οι εργολαβίες, οι προμηθευτές, οι μεταφορές, τα καταστήματα και χιλιάδες θέσεις εργασίας συγκροτούσαν ένα ενιαίο παραγωγικό οικοσύστημα.

Σήμερα αυτό το οικοσύστημα έχει διαρραγεί. Οι λιγνιτικές μονάδες έκλεισαν, τα ορυχεία σταμάτησαν να λειτουργούν, και ένα σημαντικό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας χάθηκε. Η «Δίκαιη Μετάβαση» υποσχέθηκε ότι οι νέες επενδύσεις θα δημιουργούσαν ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Μέχρι στιγμής, όμως, η εικόνα παραμένει αποκαρδιωτική. Τα μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα και οι νέες ενεργειακές εγκαταστάσεις δημιουργούν σημαντικές επενδύσεις κεφαλαίου, αλλά πολύ περιορισμένες μόνιμες θέσεις εργασίας. Η περιοχή εξακολουθεί να ερημώνει και να αναζητά το νέο της παραγωγικό βηματισμό.

Από την ενεργειακή αυτάρκεια στη νέα εξάρτηση

Η Ελλάδα εγκαταλείπει βίαια τον μοναδικό μεγάλο εγχώριο ενεργειακό της πόρο. Στη θέση του εισέρχονται το εισαγόμενο φυσικό αέριο, το εισαγόμενο LNG, οι εισαγόμενες τεχνολογίες ΑΠΕ, οι μπαταρίες και ο εξοπλισμός που παράγεται κατά κύριο λόγο εκτός χώρας. Για να απεξαρτηθούμε από τον ρυπογόνο λιγνίτη, βρεθήκαμε εξαρτημένοι ενεργειακά, εξαρτημένοι από τεχνογνωσία άλλων, εξαρτημένοι από τις διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές καυσίμων και πρώτων υλών. Ήταν αυτή μια ακόμη σημαντική απόφαση για τη μετατροπή της Ελλάδας σε κόμβο (ενέργειας, logistics, ψηφιακών δεδομένων), που υπονομεύει κάθε δυνατότητα ανάκτησης βαθμών οικονομικής, ενεργειακής, παραγωγικής και σε τελική ανάλυση εθνικής κυριαρχίας.

Το πραγματικό ερώτημα της μετάβασης

Η απολιγνιτοποίηση αποτελεί τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση του ελληνικού ενεργειακού τομέα από την ίδρυση της ΔΕΗ. Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο δίλημμα «λιγνίτης ή ΑΠΕ». Αυτό που κρίνεται είναι ποιος διαμορφώνει το νέο ενεργειακό τοπίο και προς όφελος ποιου. Ποιος ελέγχει τις νέες ενεργειακές υποδομές; Ποιος καρπώνεται τις επενδύσεις που δημιουργεί η ενεργειακή μετάβαση; Ποιος αποφασίζει για τον στρατηγικό σχεδιασμό ενός τόσο κρίσιμου τομέα; Και, τελικά, ποιο παραγωγικό μοντέλο προκύπτει για τη χώρα;

Από τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα η απολιγνιτοποίηση θα μείνει στην ιστορία, όχι απλά ως μια αναγκαία οικολογική μετάβαση που συνοδεύτηκε από παραγωγική ανασυγκρότηση, αλλά ως μια διαδικασία που –μαζί με τον λιγνίτη– αποξήλωσε σημαντικότατα τμήματα της παραγωγικής βάσης, της ενεργειακής αυτονομίας και της δημόσιας παρουσίας στον στρατηγικό τομέα της ενέργειας.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!