Αγωνία
Του μαύρου, αντικρυνού βουνού
ασάλευτη η σκιά δαγκάνει,
ένας καημός θα με πεθάνει:
το πλάτος του γλαυκού ουρανού.
Αποχαιρετισμοί πικροί,
καθημερνές πληγές στα χείλη,
ο κόσμος όλος σαν κοχύλι,
κι η ζήση μας τόσο μικρή…
Όνειρο της χρυσής αυγής
ποια μυστική γητειά σε δένει
κι αφήνεις την καρδιά σφιγμένη
στα βρόχια μιας υποταγής;
Δυό ζωές όμοιες και παράλληλες
Έχω έναν φίλο σαν κι’ εμέ κι’ ακόμα πιο καλό,
πούχει διαβάσει εντατικά ιστορία και το χάρτη
της Γης τον ξέρει υπέροχα και μόλις τον καλώ
βρίσκεται πάντα πρόθυμος μ’ εμέ ταξίδι νάρτει.
Και ξεκινούμε. Αθομπσιόν ο πρώτος μας σταθμός,
ύστερα περιπλάνηση στις θάλασσες του Νότου,
σ’ ένα νησί του Ειρηνικού μικρός αναπαημός,
με περιπέτειες άξιες μοντέρνου Δον Κιχώτου.
Τίποτα δε μας συγκρατεί, κι’ ακόμα τις πηγές
του θρυλικού Αμαζόνιου κινούμε για να βρούμε,
το Μάττο-Γκρόσσο σκίζοντας, γεμάτοι από πληγές
δεν σταματούμε πουθενά, μα πάντα προχωρούμε.
…Έχω έναν φίλο σαν κι’ εμέ, που τον περιγελώ
το τέλος του προβλέποντας κει κάτω στη Σαγκάη,
μ’ένα στιλέτο στα πλευρά, απ’ όπιο τρελό,
για μιας Ινδής τον έρωτα φριχτά να ξεψυχάει.
Όμως αυτός τα λόγια μου τ’ακούει σιωπηλά,
τα μάτια του βυθίζοντας θλιμμένα στα δικά μου,
σα να διαβάζει μέσα κει τη μοίρα μου καλά:
Να ζω μονάχα στο χαρτί τους χτύπους της καρδιάς μου.
Εκδρομή στη Χαλκίδα
Στον αγαπημένο φίλο ποιητή
και λογοτέχνη Γιάννη Σκαρίμπα
Έχει χαλάσει, φαίνεται, το φρένο
και στέλνοντας σφυρίγματα στο σύμπαν
μας τρέχει προς τον φίλτατο Σκαρίμπαν
το τραίνο.
Τ’ήθελα με τους άλλους κι’ εγώ νάμπω;
Να με κερνούν οι αποστάσεις τρόμους
και να θωρώ από μακρυά τους δρόμους,
τον κάμπο…
Τόσο κοντά οι γραμμές των οριζόντων
νάναι, που να μ’αγγίζουνε το στήθος,
νάμαι νεκρός ανάμεσα στο πλήθος
των ζώντων…
Τα δέντρα να χορεύουνε κι’ οι βράχοι
στη μουσική του τραίνου που διαβαίνει,
καμμιά εντύπωσή μου να μη μένει
μονάχη.
Μα να μου τη σκεπάζουνε οι όγκοι,
τα πέρατα να στάζουνε λαχτάρες,
να φεύγουν των πραγμάτων οι κατάρες
κι’ οι βόγγοι…
Και να προβαίνει, τέλος, η Χαλκίδα,
στα μεθυσμένα μάτια, μεθυσμένη,
στη θάλασσα, σαν αναδυομένη
Βακχίδα.
Ωραία, σαν ονείρου πολιτεία,
πούναι μικρός στα κάλλη της ο στίχος
κι’ όλους μας έχει μαγεμένους δίχως
αιτία…
Ωραία, που μπροστά της ξεψυχάει
το τραίνο κι’ ό,τι έχουμ’ απαντήσει
γίνεται μουσική να την υμνήσει
στα χάη…





































































