Σε μια εκδήλωση που δεν είχε τον χαρακτήρα μιας τυπικής παρουσίασης βιβλίων, αλλά περισσότερο μιας συλλογικής άσκησης προσανατολισμού σε μια ιδιαίτερη στιγμή, παρουσιάστηκε η τριλογία του Ρούντι Ρινάλντι, με αφορμή τα τρία πρόσφατα βιβλία του: «Γυμνή Μετάβαση», «Είναι δυνατή μια νέα κοινωνική διαθεσιμότητα;» και «Ο ορίζοντας της Ελλάδας που θέλουμε». Από την αρχή έγινε σαφές πως το ζητούμενο δεν ήταν απλώς η βιβλιοκριτική. Το ερώτημα που διαπερνούσε την αίθουσα ήταν βαθύτερο: Πού βρισκόμαστε, πώς φτάσαμε ως εδώ και αν υπάρχει ακόμη δυνατότητα μιας απελευθερωτικής προοπτικής για την κοινωνία και τη χώρα.

Την εισαγωγή έκανε ο συντονιστής της εκδήλωσης Κώστας Δημητριάδης, εκ μέρους των εκδόσεων Α/συνεχεια, επισημαίνοντας ότι ζούμε σε μια στιγμή βαθιάς μετάβασης, αποπροσανατολισμού και αδιεξόδου. Μίλησε για την ανάγκη να πάμε πέρα από τα συμπτώματα της κρίσης και να αναζητήσουμε τον χαρακτήρα της κατάστασης που βιώνουμε: Τη λεγόμενη «γυμνή μετάβαση», τη λαϊκή διαθεσιμότητα, αλλά και τα πολιτικά και κοινωνικά υποκείμενα που θα μπορούσαν να ανοίξουν έναν άλλο δρόμο. Υπογράμμισε επίσης ότι στη χώρα δεν λείπουν τα αυθόρμητα ριζοσπαστικά ξεσπάσματα· λείπει όμως, όπως είπε, το απαιτούμενο σώμα ιδεών και πολιτικής που θα μπορούσε να στηρίξει μια αυτόνομη θέση της Ελλάδας σε μια δύσκολη περιοχή και σε ακόμη δυσκολότερες διεθνείς περιστάσεις. Κατόπιν πήραν τον λόγο οι ομιλητές Μαρία Καραμανώφ, Σωτήρης Καραμεσίνης, Σωτήρης Μητραλέξης, συνέχισαν με τις παρεμβάσεις τους ο Λαοκράτης Βάσσης και ο Έκτορας Δεβελέκος αλλά και ο συγγραφέας Ρούντι Ρινάλντι (αποσπάσματα της ομιλίας του μπορείτε να βρείτε στις σελίδες 4-5). Παρακάτω δημοσιεύουμε μικρά αποσπάσματα από τις ομιλίες και τις παρεμβάσεις αλλά και ολόκληρη την παρέμβαση του Λαοκράτη Βάσση. Στο επόμενο φύλλο μας θα δημοσιεύσουμε ολόκληρες τις ομιλίες και τις παρεμβάσεις από τις οποίες δημοσιεύονται αποσπάσματα.

Μαρία Καραμανώφ: «Μια Ελλάδα όχι κόμβος εξάρτησης, αλλά χώρα με κυριαρχία, πολιτισμό και μέλλον»

Πρώτη πήρε τον λόγο η Μαρία Καραμανώφ, επίτιμη αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας. Όπως σημείωσε, τα τρία βιβλία του Ρούντι Ρινάλντι, παρότι αποτελούνται από αυτοτελή άρθρα, «και τα τρία μαζί αποτελούν μία τριλογία με εσωτερική συνοχή και λογική αλληλουχία». Κατά την ίδια, τρία είναι τα βασικά ερωτήματα που τα διαπερνούν: «Πού βρισκόμαστε ακριβώς σε παγκόσμιο και εθνικό επίπεδο; Πώς και γιατί φτάσαμε ως εδώ; Υπάρχει στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας το περιθώριο ή οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για να γεννηθεί μία νέα συνείδηση;».

Αναφερόμενη στη «Γυμνή Μετάβαση», περιέγραψε την πορεία ενός καπιταλισμού που «εξαπλώθηκε με την αποικιοκρατία», «τράφηκε από τα σπλάχνα της γης» και σήμερα, «αφού κατέφαγε και την ύλη και το πνεύμα ως νέος Ερυσίχθων, αναζητεί καταφύγιο στο άυλο, στο πλασματικό, στο ανύπαρκτο». Στάθηκε ιδιαίτερα στην εμπορευματοποίηση της φύσης –«το νερό, τον αέρα, την ελεύθερη γη»– αλλά και στην «καταλήστευση της πνευματικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας μέσω της τεχνητής νοημοσύνης».

Η ίδια τόνισε πως «το χάσμα ανάμεσα στους αμύθητα πλούσιους και στους απελπιστικά φτωχούς βαθαίνει συνέχεια», ενώ «όλο και περισσότερες χώρες και λαοί γίνονται πλέον απόβλητα, χωματερές στην κυριολεξία». Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στο ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας, η οποία –όπως είπε– «από κατάκτηση και εγγύηση χρησιμοποιήθηκε για την ανάπτυξη του καπιταλισμού και τώρα πια που δεν τον εξυπηρετεί κηρύχθηκε λήξασα μέσω της παγκοσμιοποίησης».

Στο δεύτερο βιβλίο είδε την αναζήτηση μιας διεξόδου όχι στους επαγγελματίες της πολιτικής αλλά «στη βάση των ενεργών πολιτών». Το αντιπροσωπευτικό σύστημα, υπογράμμισε, έχει νόημα μόνο όταν οι πολίτες «μπορούν να αρθρώσουν λόγο που εισακούεται» και «δεν χειραγωγούνται από τα μέσα και από το διαδίκτυο».

Κλείνοντας, στάθηκε στο όραμα μιας διαφορετικής Ελλάδας: όχι μιας χώρας-«κόμβου logistics, ενέργειας και ΝΑΤΟ», αλλά μιας χώρας με παραγωγή, ταυτότητα, περιβάλλον και πολιτισμό.

Σωτήρης Καραμεσίνης: «Ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να επιβιώνει ακρωτηριασμένος»

Ακολούθησε ο Σωτήρης Καραμεσίνης, σκηνοθέτης, θεατρολόγος και ερευνητής, ο οποίος μίλησε όχι μόνο ως αναγνώστης των βιβλίων του Ρούντι Ρινάλντι, αλλά και ως άνθρωπος που έχει βιώσει από κοντά κοινωνίες ακραίας ανισότητας. Όπως είπε, γνώρισε πρώτα τον Ρ. Ρινάλντι «μέσα από τα γραπτά του» και πολύ αργότερα προσωπικά, ενώ περιέγραψε πως σε δύσκολες στιγμές «ένιωθα ότι είμαι λιγότερο μόνος» διαβάζοντας τα κείμενά του.

Μεγάλο μέρος της παρέμβασής του αφιερώθηκε στη δεκαετή εμπειρία του στη Βραζιλία και ειδικά στο Ρίο ντε Τζανέιρο, «μία πόλη συγκλονιστικής ομορφιάς και ακραίας κοινωνικής ανισότητας και αδικίας». Εκεί –όπως είπε– είδε «στο πετσί του» όλα όσα περιγράφονται στα βιβλία: «τη φαβελοποίηση, την απουσία του κράτους, τη βία, το οργανωμένο έγκλημα και την καθημερινή ανασφάλεια εκατομμυρίων ανθρώπων».

«Όταν λέμε φαβέλες δεν μιλάμε απλώς για φτώχεια», υπογράμμισε. «Μιλάμε για περιοχές όπου το κράτος είναι σχεδόν απών, όπου η βία και η ανασφάλεια καθορίζουν τη ζωή». Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το θέατρο –όπως τόνισε– δεν ήταν «μία καριέρα καλλιτεχνική», αλλά «ένας τρόπος να ανοίξουν μικρά μονοπάτια ζωής για παιδιά και νέους που γεννήθηκαν μέσα στην απόγνωση».

Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στο Θέατρο των Καταπιεσμένων του Αουγκούστο Μποάλ, στην παιδαγωγική του Πάουλο Φρέιρε και στη Θεολογία της Απελευθέρωσης, μέσα από τα οποία αναγνώρισε στο έργο του Ρ. Ρινάλντι «ένα ιδιαίτερο ήθος ανθρώπου που δεν αντιμετωπίζει την πολιτική ως επάγγελμα ή ως διανοητική άσκηση, αλλά ως μορφή ευθύνης απέναντι στον συνάνθρωπο και απέναντι στην κοινωνία».

Κεντρική θέση στην ομιλία του είχε η έννοια των «αόρατων ανθρώπων». Πρόκειται –όπως είπε– για εκείνους «που ό,τι και να γίνει με τα πακέτα τα ευρωπαϊκά, ό,τι και να γίνει με το ψηφιακό κράτος, η ζωή τους δεν αλλάζει». Είναι οι άνθρωποι «που παραμένουν γκρίζοι και περιθωριοποιημένοι» και των οποίων το ποσοστό «μεγαλώνει παγκοσμίως ραγδαία».

Στον πυρήνα των βιβλίων του Ρ Ρινάλντι, υποστήριξε, βρίσκεται η υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας: «Ο άνθρωπος όχι ως καταναλωτής, όχι ως αριθμός, όχι ως ψηφιακό δεδομένο, όχι cyborg, αλλά πρόσωπο». Γι’ αυτό και, όπως είπε, η σκέψη του συγγραφέα συγκρούεται με «τον τεχνοκρατικό ολοκληρωτισμό» και «την τεχνοφεουδαρχία», που διαλύουν την κοινωνία «σε μονάδες απομονωμένων ατόμων».

«Χωρίς κοινότητες, χωρίς συλλογικότητα, χωρίς πολιτισμό και ιστορική μνήμη, ο άνθρωπος γίνεται εύκολα χειραγωγήσιμος και τελικά ακρωτηριασμένος», σημείωσε χαρακτηριστικά, για να καταλήξει πως «ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να επιβιώνει ακρωτηριασμένος, αλλά για να ζει με αξιοπρέπεια, νόημα και συμμετοχή σε έναν κόσμο που να τους χωράει όλους».

Σωτήρης Μητραλέξης: «Η Ελλάδα κινδυνεύει να πάψει να είναι χώρα και να μετατραπεί σε χώρο»

Τρίτος ομιλητής ήταν ο Σωτήρης Μητραλέξης, διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, ο οποίος χαρακτήρισε τα τρία βιβλία του Ρούντι Ρινάλντι «απολύτως απαραίτητες ψηφίδες ενός απολύτως επείγοντος διαλόγου». Όπως υπογράμμισε, πρόκειται για μια συζήτηση που «θα έπρεπε να διεξάγεται σε πανελλαδική κλίμακα», αλλά στην πραγματικότητα «δεν διεξάγεται σχεδόν πουθενά». Μέσα σε αυτή τη σιωπή, το έργο του Ρ. Ρινάλντι –όπως είπε– έρχεται «να συμβάλει αυτόκλητα και επίμονα σε μια αναγκαία εθνική και κοινωνική αυτοσυνειδησία».

Στην καρδιά της παρέμβασής του έθεσε το ζήτημα της ίδιας της υπόστασης της χώρας. «Η Ελλάδα κινδυνεύει να πάψει να είναι χώρα και να μετατραπεί σε χώρο», σημείωσε χαρακτηριστικά. Έναν χώρο «διαμετακόμισης, logistics, ενέργειας, υγροποιημένου φυσικού αερίου και ΝΑΤΟϊκών σχεδιασμών», χωρίς πραγματική παραγωγική βάση, χωρίς αυτάρκεια και χωρίς κοινωνική συνοχή.

Ο Σ. Μητραλέξης στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη υπέρβασης του ψευδούς διλήμματος «έθνος ή λαός». Όπως είπε, «δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική απελευθέρωση χωρίς εθνική κυριαρχία», αλλά ταυτόχρονα «δεν μπορεί να σταθεί καμία εθνική κυριαρχία χωρίς κοινωνική συνοχή». Μέσα σε αυτή τη διπλή ανάγκη εντόπισε και τη σημασία μιας «εθνοκοινωνικής συμμαχίας», δηλαδή μιας σύνδεσης του κοινωνικού ζητήματος με το εθνικό και δημοκρατικό ζήτημα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στο έγκλημα των Τεμπών, το οποίο χαρακτήρισε «ενεργό ρήγμα στη συλλογική ψυχή της κοινωνίας». Όπως επισήμανε, μπορεί να υπήρξαν και άλλα σκάνδαλα «πρώτου μεγέθους», όπως η υπόθεση Predator, όμως στα Τέμπη συνέβη κάτι βαθύτερο και καθολικό: «ο κάθε άνθρωπος αισθάνθηκε ότι αυτό θα μπορούσε να αφορά τον ίδιο, το παιδί του, τον αδελφό του, τους φίλους του».

Αυτός ήταν και ο λόγος –κατά τον ίδιο– που η υπόθεση προκάλεσε «τη μεγαλύτερη κοινωνική κινητοποίηση της πρόσφατης περιόδου». Δεν επρόκειτο μόνο για αγανάκτηση απέναντι σε ένα δυστύχημα, αλλά για μια στιγμιαία αποκάλυψη της συνολικής αποσύνθεσης: «της εγκατάλειψης, της ανευθυνότητας και της απαξίωσης της ίδιας της ανθρώπινης ζωής».

Κλείνοντας, ο Σ. Μητραλέξης υπογράμμισε ότι τα βιβλία του Ρ. Ρινάλντι δεν περιορίζονται σε μια διαπίστωση παρακμής, αλλά αναζητούν επίμονα «όρους ανασυγκρότησης, υποκείμενα και δυνατότητες εξόδου», επαναφέροντας στο δημόσιο πεδίο τη συζήτηση για μια Ελλάδα με κοινωνία, κυριαρχία και ιστορική συνέχεια.

Έκτορας Δεβελέκος: «Δεν αρκεί η οργή· χρειάζεται γνώση, συνείδηση και οργάνωση»

Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχε και η βιντεοσκοπημένη παρέμβαση του νεαρού Έκτορα Δεβελέκου από τη συλλογικότητα «Μέχρι Τέλους», ο οποίος έδωσε έναν ιδιαίτερα άμεσο και βιωματικό τόνο στη συζήτηση. Μιλώντας από τη σκοπιά μιας νεότερης γενιάς που μεγάλωσε μέσα στην κρίση, την ανασφάλεια και τη διάψευση προσδοκιών, περιέγραψε την επαφή του με τα βιβλία του Ρούντι Ρινάλντι ως μια διαδικασία «επανεκμάθησης της πραγματικότητας».

Όπως ανέφερε, η τριλογία δεν λειτούργησε απλώς ως πολιτική ανάλυση, αλλά ως ένας τρόπος να ξαναδεί συνολικά την κοινωνία, την Ελλάδα και τη θέση της νέας γενιάς μέσα σε αυτήν. «Σαν να αρχίζεις να καταλαβαίνεις πώς συνδέονται πράγματα που μέχρι χθες έμοιαζαν ασύνδετα», σημείωσε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την πορεία των βιβλίων ως ένα ταξίδι «από τη διάγνωση του αδιεξόδου μέχρι την αναζήτηση μιας διαφορετικής δυνατότητας για τη χώρα».

Ιδιαίτερα στάθηκε στην ανάγκη να υπάρξει ένα νέο συλλογικό ήθος, απέναντι στην απογοήτευση, την παραίτηση και την αποσύνθεση της κοινωνικής ζωής. Όπως είπε, η γενιά του έχει μεγαλώσει «μέσα σε μια διαρκή αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει», όμως ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται μια διαφορετική στάση: όχι μόνο αγανάκτηση, αλλά επίγνωση και ευθύνη.

Σημαντική ήταν και η αναφορά του στην ανάγκη ενός κινήματος που να μην εξαντλείται στο ξέσπασμα της στιγμής. «Δεν αρκεί μόνο η οργή», τόνισε. «Χρειάζεται γνώση, μελέτη, συνειδητή οργάνωση και διάρκεια». Για τον ίδιο, το κεντρικό διακύβευμα είναι να μπορέσει να συγκροτηθεί ξανά μια κοινωνία ανθρώπων που σκέφτονται συλλογικά, συζητούν, μορφώνονται και δρουν με ιστορική συνείδηση και προοπτική.

Ψηλαφώντας κοινούς τόπους

Καθώς η βραδιά προχωρούσε, γινόταν όλο και πιο σαφές ότι αυτό που είχε συμβεί στην αίθουσα δεν ήταν μια συνηθισμένη παρουσίαση βιβλίων. Οι τοποθετήσεις των ομιλητών δεν κινήθηκαν γύρω από φιλολογικά σχόλια ή απλές πολιτικές διαπιστώσεις. Αντίθετα, λειτούργησαν σαν απόπειρες να ονομαστούν πλευρές μιας βαθιάς συλλογικής αγωνίας: η αίσθηση απώλειας προσανατολισμού, η διάχυτη κοινωνική ματαίωση, η αποσύνδεση των ανθρώπων μεταξύ τους, αλλά και η ανάγκη να ξαναβρεθεί μια κοινή γλώσσα για το μέλλον.

Αυτό που έμενε τελικά από τη συζήτηση δεν ήταν μόνο οι επιμέρους αναλύσεις για την κρίση, την κυριαρχία, την τεχνολογία ή την κοινωνική αποσύνθεση. Ήταν κυρίως η επιμονή ότι, ακόμη και μέσα σε μια εποχή γενικευμένης παραίτησης, εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη –και δυνατότητα– για συλλογικό νόημα, πολιτική συμμετοχή και ιστορική συνείδηση.

Και ίσως αυτό να ήταν και το πραγματικό νήμα που ένωνε όλες τις παρεμβάσεις της βραδιάς: Η αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει αν οι άνθρωποι δεν ξανασυναντηθούν, αν δεν ξαναμιλήσουν μεταξύ τους και αν δεν επιχειρήσουν να συγκροτήσουν, μέσα σε έναν κόσμο αποδιάρθρωσης, ένα νέο συλλογικό «εμείς».

Τις επόμενες μέρες το βίντεο της εκδήλωσης θα δημοσιευτούν στο κανάλι του Δρόμου στο youtube (@edromos1), στην ιστοσελίδα της εφημερίδας μας (www.edromos.gr) και στην ιστοσελίδα των εκδόσεων Α/συνεχεια (www.asynechia.gr).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!