Βρισκόμαστε ήδη σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο άδηλης διάρκειας. Ο Μητσοτάκης πιέζεται από πολλές πλευρές. Παίζει με το χρόνο προκήρυξης των εκλογών –πρόσφατα άφησε να διαρρέει ότι θα τις προκαλούσε τον Ιούνιο (;) είτε το αργότερο τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο– έχοντας να συνυπολογίσει τη διευρυνόμενη φθορά του μέσα στην κοινωνία, τις πιέσεις που του ασκούν διάφορα συστημικά κέντρα με μοχλό τα ατελείωτα σκάνδαλα και τη διαφθορά που γεννά το καθεστώς που έχει στήσει, αλλά και τις κακοτοπιές που φέρνει όλο και πιο κοντά η διεθνής κρισιακή κατάσταση.

Το πολιτικό τοπίο είναι ιδιαίτερα πνιγηρό και δηλητηριώδες. Η κατάσταση επιβαρύνεται από τα πλήγματα που έχει δεχθεί η ελπίδα για μιαν άλλη προοπτική. Η σημερινή κατάσταση φέρνει τη σφραγίδα των επάλληλων συστημικών χειρισμών όλων των τελευταίων χρόνων (της μνημονιακής μετάλλαξης αλλά και της περιόδου της πανδημίας, των πολέμων κ.λπ.). Ο κατακερματισμός των πολιτικών δυνάμεων που επικρατεί σήμερα μαζί με μια γενικευμένη κατάσταση αδυναμίας και συστημικής τους ενσωμάτωσης, ρίχνουν τη σκιά τους και στις διαθέσεις και στο φρόνημα του κοινωνικού σώματος.

Τα δύο νέα κόμματα που έκαναν εν τέλει την εμφάνισή τους τούτες τις μέρες –της Μ. Καρυστιανού και αμέσως μετά εκείνο του Τσίπρα– έρχονται να επιτείνουν αυτό τον κατακερματισμό. Ανεξάρτητα απ’ το γεγονός ότι για προφανείς λόγους που δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε εδώ, ξεκινούν με πολύ διαφορετικά αποθέματα αξιοπιστίας μέσα στην κοινωνία, η φθορά και η αδυναμία τους να αποκτήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων είναι ορατή και για τα δύο ήδη από την αφετηρία. Ακόμη και η εξαγγελία τους άλλωστε φάνηκε να προκρίθηκε τη δεδομένη στιγμή, υπό το κράτος ενδεχόμενου εκλογικού αιφνιδιασμού από πλευράς Μητσοτάκη. Εν τω μεταξύ μάλλον ετοιμάζεται και κόμμα Σαμαρά, με κύρια στόχευση την αλλαγή ηγεσίας της Ν.Δ.

Πολιτικό σύστημα υπό αναδιάταξη (πολύ αμφίβολης ουσίας)

Στη Ν.Δ. συσσωρεύονται οι εντάσεις. Η κατάσταση δείχνει ότι έχουν ληφθεί τα μηνύματα ότι έχει δρομολογηθεί αλλαγή ηγεσίας. Η κοινωνική δυσφορία απέναντι στο καθεστώς Μητσοτάκη και η υπολογίσιμη φθορά που του προκαλεί, έρχονται να συνδυαστούν με τις επιλογές συστημικών κέντρων, εγχώριων και εξωχώριων που δείχνουν ότι τον θεωρούν πλέον «πολιτικά ασύμφορο». Αν και τα κίνητρά τους παραμένουν ετερογενή και κατά το πλείστον δυσανάγνωστα.

Μέσα στην επικρατούσα αβεβαιότητα πάντως, μερικά πράγματα παραμένουν αρκετά σαφή. Ο Μητσοτάκης πιέζεται μέχρις ώρας κυρίως από τα δεξιά του (από το εσωτερικό της Ν.Δ. και από τον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς) ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης στο σύνολό τους, τον αφήνουν επί της ουσίας ανενόχλητο. Παρά το γεγονός ότι δεν πρέπει να υποτιμηθούν τα στηρίγματα και τα «όπλα» που διαθέτει για να διαπραγματευτεί την παράταση της πολιτικής του παρουσίας όπως και την ασυλία του ακραία αμαρτωλού του συστήματος, η αλλαγή κυβερνητικής λύσης φαίνεται ότι προετοιμάζεται με επιταχυνόμενους ρυθμούς. Είτε μετά από μια είτε μετά από δύο διαδοχικές κάλπες και το πιθανότερο σαν κυβερνητικό σχήμα πολυκομματικής στήριξης καθόσον η αυτοδυναμία φαίνεται πολύ δύσκολη. Ίσως και ως κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» αν πρόκειται να αντιμετωπιστεί μια κρίση ή η ανάγκη λήψης πολιτικά επαχθών αποφάσεων. Άλλωστε βασικός παράγοντας ενισχυτικός της συνέχειας του πολιτικού συστήματος, είναι η «σημιτική» πτέρυγα που ασκεί επί του παρόντος ρόλο βασικού κυβερνητικού συνεταίρου ενώ ταυτόχρονα είναι πανταχού παρούσα σε όλα τα κόμματα της κεντροαριστεράς και σε άλλους κρίσιμους αρμούς διαμόρφωσης πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ, ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, ΜΜΕ) και πρόκειται (εκτός απροόπτου που θα μπορούσε να προκύψει μόνο από μια εξωσυστημική δυναμική εμφάνιση του κοινωνικολαϊκού παράγοντα) να διατηρήσει (ίσως και επαυξημένη) την επιρροή της στο μετεκλογικό σκηνικό.

Στο χώρο της κεντροαριστεράς οι χειρισμοί αναδιάταξης είναι κι’ εδώ επίμονοι. Ο Τσίπρας, σημαντική επιλογή από μεριάς των γνωστών πρεσβειών, επιπλέον προωθείται εντατικά και από τα ΜΜΕ που ελέγχονται από τα συμφέροντα του Β. Μαρινάκη και του Δ. Μελισσανίδη. Παρά τη στάμπα του αναξιόπιστου που τον συνοδεύει και τον εμποδίζει να αποκτήσει σημαντικό ρεύμα μέσα στην κοινωνία. Στην παρούσα φάση, οι ξένες και ντόπιες επιρροές πάντως δεν ποντάρουν σε κανένα «άλογο» κατ’ αποκλειστικότητα. Σπρώχνουν πολλούς σχετικά αδύναμους παίκτες (και τον Τσίπρα αλλά σε κάποιο βαθμό και το ΠΑΣΟΚ κι ας φαίνεται η ηγεσία του Ν. Ανδρουλάκη, λίγη και βραχυκυκλωμένη) προκειμένου να αφήσουν το τοπίο να ξεκαθαρίσει μετά τον πρώτο γύρο των εκλογών.

Η περίπτωση του κόμματος της Μ. Καρυστιανού παραμένει επί του παρόντος πιο ακατάτακτη μέσα στο πολιτικό σύστημα. Όμως η επιλογή που έγινε για δημιουργία κόμματος, προσωποπαγούς μάλιστα, και χωρίς διαδικασίες που να ενεργοποιούν / συγκροτούν την κοινωνία (που απ’ ό,τι φαίνεται της επιφυλάσσεται μόνο ο ρόλος του ψηφοφόρου), αφήνει το εγχείρημα έκθετο σε όλο το ρεπερτόριο χειρισμών προς ενσωμάτωσή του. Η υποβάθμιση του πολιτικού παράγοντα «κίνημα των Τεμπών» που αφέθηκε αμαχητί να αποσαθρωθεί πλήρως εν μέσω αλλεπάλληλων χειρισμών τόσο κυβερνητικών όσο και από πλευράς ΚΚΕ που έφερε εν πολλοίς στα μέτρα του τον Σύλλογο των συγγενών των θυμάτων, είναι καταλυτικής σημασίας και ουσιαστικά προδιαγράφει την πορεία του ιδρυθέντος κόμματος. Ακόμη περισσότερο, που γίνεται εμφανές ότι έχει επιλεγεί η υιοθέτηση πολύ στρογγυλεμένων προγραμματικών στόχων με αποφυγή ουσιαστικών αιχμών που θα είχαν να πουν κάτι ισχυρό (ριζοσπαστικό και ταυτόχρονα ρεαλιστικό) για κάποιες πλευρές έστω, του υπαρξιακού προβλήματος της χώρας και να κινητοποιήσουν για τη δημιουργία κοινωνικού ρεύματος.

Κατάσταση «μειωμένων προσδοκιών»

Είναι σήμερα κεντρικό θέμα προς κατανόηση και αντιμετώπιση. Μια χοντρική έστω σύγκριση με το 2015 είναι διαφωτιστική. Οι τότε διαθέσεις (έστω και με τη ρηχότητά τους που επέτρεψε τη γνωστή κατάληξη) έκφραζαν τη μαζική αντίθεση στα μνημόνια, την ανάγκη απαλλαγής απ’ αυτά και από το πολιτικό σύστημα που τα προκάλεσε κ.λπ. Σήμερα αν και η δυσφορία δεν παύει να διευρύνεται και να αποκτά νέα καύσιμα, έχουν εξαερωθεί με πρωτοφανή ταχύτητα προηγούμενα πολιτικά σημεία στήριξης της κοινωνίας, η αγανάκτηση του κόσμου συνυπάρχει με την αδυναμία και οδηγεί σε καταστάσεις έντονης αμφιθυμίας. Για πολύ κόσμο, πλειοψηφικό αλλά και πολύ κατακερματισμένο, ο ορίζοντας στις παρούσες συνθήκες, υπάρχει δυσκολία να υπερβεί την (υπαρκτότατη σε κάθε περίπτωση) ανάγκη να «φύγει ο Μητσοτάκης». Χάνεται από το οπτικό πεδίο, η «επόμενη μέρα» της συστημικότατης συνέχειας που προετοιμάζεται, αξιοποιώντας τα «κεκτημένα» που πλασσάρει ως «κανονικότητα» η παρούσα κυβέρνηση (με τις χείρες βοηθείας που της παρέχουν όλοι μαζί οι «συμπολιτευόμενοι» της αντιπολίτευσης). Οι «εκλογές» εδώ για άλλη μια φορά παρουσιάζονται σαν η «τελευταία ευκαιρία». Για «κάθε γούστο» και με πλήρη και πλήρως μεθοδευόμενη απογείωση από τους πραγματικούς όρους του πολιτικού προβλήματος: Είτε «για να μας απαλλάξει η Μαρία από τη σαπίλα», είτε για να «ανακατευτεί η κουτάλα» αν βγει το κόμμα της ενισχυμένο, είτε για να ανασυνθέσει τάχα ο Τσίπρας την αριστερά / κεντροαριστερά (!) και να αμβλύνει τις πιο σκληρές όψεις του μνημονιακού καθεστώτος (άλλο αυτοτελές πεδίο απάτης αυτό!) είτε έστω ακόμη πιο χαμηλοτάβανα για να πριμοδοτηθεί σαν λύση «τελευταίας καταφυγής» το ΚΚΕ.

Αυτό που πάνω απ’ όλα εντυπωσιάζει, είναι η απόλυτη ένδεια προτάσεων, μπροστά στα υπαρξιακά, δομικά προβλήματα της χώρας. Ο ουσιαστικός τους εξοβελισμός από τη δημόσια συζήτηση. Τόσο από τις διάφορες μερίδες των ιθυνουσών ελίτ που χάσκουν αμήχανα μπροστά στην κρίση της Δύσης και εξορκίζουν την περίπτωση να τους τύχει κάποια μεγάλη «στραβή» στη βάρδιά τους όσο και από τους άλλους. Εδώ δεν πρόκειται γενικά για το αν μπορεί να δίνουν λύση και διέξοδο «οι εκλογές». Πρόκειται συγκεκριμένα για το ότι οι εκλογές χωρίς την επίγνωση ότι η πραγματική δύναμη στήριξης δεν μπορεί παρά προέρχεται από ένα μεγάλο πολιτικό κοινωνικό κίνημα ικανό να συγκροτήσει την κοινωνία σε σώμα, ανοίγουν λεωφόρους ενσωμάτωσης και τιθάσευσης (και εν τέλει αποσάθρωσης) των κοινωνικών αντιδράσεων – αντιστάσεων. Η εμπειρία μας των τελευταίων χρόνων ως προς αυτό είναι βαρύνουσας σημασίας και δεν πρέπει να αφήνεται να παρακαμφθεί.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!