Την ώρα που διπλωματικές πρωτοβουλίες, διαπραγματεύσεις και σενάρια εκεχειρίας καταλαμβάνουν καθημερινά τον δημόσιο διάλογο, εναλλασσόμενα με απειλές και τελεσίγραφα, η πραγματικότητα στα πεδία των συγκρούσεων δείχνει να ακολουθεί την δική της πορεία. Από την Ουκρανία έως τα Στενά του Ορμούζ και από τον Λίβανο έως την Ανατολική Μεσόγειο, η τάση που κυριαρχεί δεν είναι η αποκλιμάκωση αλλά η σταδιακή γενίκευση των συγκρούσεων.

Ουκρανία

Στην Ουκρανία η Ρωσία, καλεί τους πολίτες τρίτων χωρών να εγκαταλείψουν το Κίεβο, την ώρα που εντείνει τα πλήγματα εναντίον στόχων στην ουκρανική πρωτεύουσα και άλλες περιοχές. Η νέα αυτή στρατιωτική κλιμάκωση έρχεται σαν απάντηση χτυπήματος σε φοιτητική εστία στην περιοχή του Λουγκάνσκ, που προκάλεσαν οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις με την υποστήριξη δυτικών χωρών και εταιρειών (εδώ ο ρόλος των Starlink και Palantir είναι κομβικός). Παράλληλα εντείνονται τα ουκρανικά χτυπήματα βαθιά στη ρωσική επικράτεια τόσο εναντίον στρατιωτικών στόχων, όσο και εναντίον πολιτικών και ενεργειακών υποδομών, με ντρόουν ή άλλα οπλικά συστήματα (πάντα με την υποστήριξη και τις πληροφορίες της Δύσης), σε βαθμό που να είναι πια δύσκολο για τη ρωσική ηγεσία να κρατήσει τη ρωσική κοινωνία εκτός πολέμου (ισχυριζόμενη ότι συνεχίζει να διεξάγει μια «ειδική στρατιωτική επιχείρηση»).

Η εμπλοκή της Δύσης δεν περιορίζεται πλέον στην παροχή οικονομικής βοήθειας ή στρατιωτικού εξοπλισμού (άλλη μία δωρεά 16 αεροσκαφών F-16 ενέκρινε αυτές τις μέρες μόνο η Σουηδία). Οι πληροφορίες, η δορυφορική υποστήριξη, τα συστήματα στοχοποίησης και η τεχνολογική συνδρομή καθιστούν όλο και πιο δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ έμμεσης και άμεσης συμμετοχής. Ως αποτέλεσμα, η σύγκρουση αποκτά χαρακτηριστικά μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης μεταξύ της Ρωσίας και του ευρωατλαντικού στρατοπέδου, με τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης και επέκτασης του πολέμου σε γειτονικά κράτη όπως οι χώρες της Βαλτικής ή η Ρουμανία (που ήδη λειτουργούν ως χώροι συγκέντρωσης δυτικών στρατευμάτων και πλατφόρμες επιθέσεων με ντρόουν) να παραμένει διαρκώς παρών. Ακόμη και κάποιο «ατύχημα» όπως η πτώση ρωσικού ντρόουν σε πολυκατοικία στη Ν.Α. Ρουμανία φέρνει πιο κοντά μια αμεσότερη αντιπαράθεση Ρωσίας και ΝΑΤΟ (ή έστω κάποιων ΝΑΤΟϊκών χωρών).

Μέση Ανατολή

Στη Μέση Ανατολή, παρά τις κατά καιρούς διαρροές περί επικείμενων συμφωνιών και εκεχειριών, η στρατιωτική αντιπαράθεση συνεχίζεται και μάλιστα σε ολοένα ευρύτερη γεωγραφική κλίμακα. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις εναντίον ιρανικών στόχων στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ και οι προειδοποιητικές βολές των Ιρανών κατά αμερικανικών στόχων σε χώρες του Κόλπου, η διατήρηση του ναυτικού αποκλεισμού και οι νέες οικονομικές κυρώσεις κατά της Τεχεράνης καταδεικνύουν ότι η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ιράν παραμένει ενεργή, με τις διαπραγματεύσεις να μοιάζουν με κινούμενη άμμο, και την απειλή ανάφλεξης να μοιάζει διαρκώς παρούσα.

Η συγκεκριμένη σύγκρουση δεν περιορίζεται όμως στον Περσικό Κόλπο. Για το Ισραήλ, η αναμέτρηση με τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο δεν αποτελεί ένα απομονωμένο μέτωπο αλλά τμήμα της συνολικής αντιπαράθεσης με το Ιράν και τον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης» που εκτείνεται από την Τεχεράνη έως τη Βηρυτό, και οι επιχειρήσεις τους εκεί (για τις οποίες έχει υποστεί βαριές απώλειες) έχουν ως στόχο να επηρεάσουν και τις όποιες αμερικανο-ιρανικές διαπραγματεύσεις. Αντίστοιχα, για την Τεχεράνη, η πίεση που ασκείται στο Ισραήλ μέσω του λιβανικού μετώπου αποτελεί βασικό εργαλείο αποτροπής απέναντι στις αμερικανικές και ισραηλινές πιέσεις στον Περσικό Κόλπο και αλλού.

Αλληλοτροφοδοτούμενα μέτωπα

Έτσι, η κλιμάκωση στον νότιο Λίβανο δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ ή από τη γενικότερη αντιπαράθεση Ιράν – ΗΠΑ – Ισραήλ. Πρόκειται για διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας γεωπολιτικής σύγκρουσης, η οποία αποκτά ολοένα πιο περιφερειακά χαρακτηριστικά. Οι μαζικές εκκενώσεις περιοχών του Λιβάνου, οι χιλιάδες εκτοπισμένοι και η διεύρυνση των πολεμικών επιχειρήσεων δείχνουν ότι η Μέση Ανατολή βρίσκεται σήμερα μπροστά στον κίνδυνο μιας νέας γενικευμένης ανάφλεξης, με πολλαπλά και αλληλοσυνδεόμενα μέτωπα.

Την ίδια στιγμή και οι εξελίξεις στην Ουκρανία επηρεάζουν τους συσχετισμούς στη Μέση Ανατολή και αντίστροφα, ενώ οι ανταγωνισμοί που εκδηλώνονται στον Περσικό Κόλπο, στον Λίβανο ή στη Μαύρη Θάλασσα τείνουν να μεταφέρονται και σε άλλες περιοχές, όπως η Ανατολική Μεσόγειος και ο Καύκασος. Η κλιμάκωση των πολέμων συνδέεται με την όξυνση του παγκόσμιου ανταγωνισμού, την αναδιάταξη συμμαχιών, ενεργειακών δρόμων και σφαιρών επιρροής, σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής και γεωπολιτικής αστάθειας που ευνοεί τη γενίκευση των συγκρούσεων αντί την αποκλιμάκωσή τους.


Στο φουλ οι μηχανές της πολεμικής προετοιμασίας

Πίσω από τα μέτωπα, τις διαπραγματεύσεις και τις καθημερινές στρατιωτικές εξελίξεις, βρίσκεται σε εξέλιξη μια βαθύτερη διαδικασία: η προσαρμογή ολόκληρων οικονομιών και κοινωνιών στις απαιτήσεις μιας παρατεταμένης περιόδου γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη μέχρι τη Ρωσία, το Ιράν και την Ουκρανία, οι κρατικές πολιτικές προσανατολίζονται όλο και περισσότερο στην ενίσχυση της πολεμικής παραγωγής, της αμυντικής βιομηχανίας και των υποδομών ασφαλείας.

Στις ΗΠΑ, η στενή διασύνδεση κράτους, στρατιωτικού μηχανισμού, εταιρειών νέας τεχνολογίας και βιομηχανίας όπλων γίνεται ολοένα πιο εμφανής. Εταιρείες όπως η Palantir, κολοσσοί της τεχνητής νοημοσύνης, της επεξεργασίας δεδομένων και των συστημάτων επιτήρησης, μετατρέπονται σε βασικούς πυλώνες της νέας πολεμικής οικονομίας. Η στρατιωτική ισχύς και η τεχνολογική πρωτοπορία συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο σύμπλεγμα ασφάλειας και κερδοφορίας.

Από την άλλη πλευρά, το Ιράν επενδύει συστηματικά στην εγχώρια παραγωγική του ικανότητα, αξιοποιώντας τις κυρώσεις ως μοχλό ανάπτυξης στρατιωτικών και τεχνολογικών δυνατοτήτων. Η Ουκρανία, μέσα στις συνθήκες του πολέμου, μετατρέπεται σε εργαστήριο νέων μορφών πολέμου, με την τεχνογνωσία στα drones να εξελίσσεται πλέον σε εξαγώγιμο προϊόν (όπως συμβαίνει και με την Τουρκία και το Ισραήλ) και σε μέσο γεωπολιτικής επιρροής πολύ πέρα από τα δικά της σύνορα.

Στην Ευρώπη, η στροφή είναι εξίσου εμφανής. Νέα πακέτα στήριξης προς την Ουκρανία, εξοπλιστικά προγράμματα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, συμφωνίες-μαμούθ για την αμυντική βιομηχανία και διαρκείς εκκλήσεις για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών συνθέτουν το τοπίο μιας οικονομίας που αναζητά διέξοδο μέσω της πολεμικής προετοιμασίας. Το κόστος μεταφέρεται στις κοινωνίες, με περικοπές, λιτότητα και ανακατανομή πόρων από κοινωνικές ανάγκες προς στρατιωτικούς σκοπούς.

Ιδιαίτερα για την Ευρώπη, η πολεμική στροφή συνδέεται άμεσα με το ενεργειακό ζήτημα. Η απώλεια της άμεσης πρόσβασης σε φθηνή ενέργεια έχει επιβαρύνει την παραγωγική της βάση και έχει περιορίσει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η ενεργειακή ανασφάλεια και η στρατιωτική εξάρτηση λειτουργούν συμπληρωματικά, φέρνοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση ακόμη πιο κοντά στις ΗΠΑ. Το ακριβό αμερικανικό LNG, η ανάγκη προστασίας των ενεργειακών δρόμων και η διατήρηση πρόσβασης σε υδρογονάνθρακες μέσω πολύπλοκων ενδιάμεσων διαδρομών συνδέουν όλο και περισσότερο την οικονομική επιβίωση της Ευρώπης με τις γεωπολιτικές επιλογές της Ουάσιγκτον.

Έτσι, η κλιμάκωση των πολέμων δεν αποτελεί μόνο στρατιωτική διαδικασία. Συνοδεύεται από μια ευρύτερη μετάβαση προς οικονομίες πολέμου, από την αναβάθμιση του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος και από μια όλο και πιο βαθιά υποταγή των κοινωνικών αναγκών στις προτεραιότητες της ασφάλειας, της γεωπολιτικής ισχύος και του παγκόσμιου ανταγωνισμού.


Ποιος ελέγχει την κλιμάκωση; 

Κι όμως, παρά την ένταση των συγκρούσεων και την αδιάκοπη ροή όπλων, χρημάτων και απειλών, κανένα από τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα δεν έχει καταφέρει να επιβάλει τους δικούς του όρους και να διαμορφώσει μια νέα σταθερή ισορροπία δυνάμεων. Τα μέτωπα μοιάζουν όλο και περισσότερο με βούρκο που παγιδεύει ανθρώπους, στρατούς, οικονομικούς πόρους και πολιτικά σχέδια. Η Ρωσία δεν έχει πετύχει την αποφασιστική νίκη που επιδίωκε στην Ουκρανία. Η Δύση δεν έχει καταφέρει να λυγίσει τη Μόσχα. Το Ισραήλ δεν έχει επιβάλει τους στόχους του στη Μέση Ανατολή, παρά τα σημαντικά χτυπήματα στις ηγεσίες των αντιπάλων του και το συνεχιζόμενο έγκλημα της γενοκτονίας στη Γάζα. Οι ΗΠΑ δεν έχουν κατορθώσει να σταθεροποιήσουν την περιοχή με τους δικούς τους όρους, αδυνατώντας να καθυποτάξουν το Ιράν που διεκδικεί να επιβάλει τους δικούς του όρους στην περιφερειακή αρχιτεκτονική. Από την άλλη, ούτε οι αντίπαλοί τους δείχνουν ικανοί να επιβάλουν μια διαφορετική τάξη πραγμάτων.

Την ίδια στιγμή, κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να κάνει πίσω. Οι διαπραγματεύσεις, ακόμη και όταν παράγουν αποτελέσματα, οδηγούν σε εύθραυστες εκεχειρίες και προσωρινές διευθετήσεις που αμφισβητούνται σχεδόν αμέσως από τα ίδια τα γεγονότα.

Γι’ αυτό και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος θα κερδίσει σύντομα αυτούς τους πολέμους, αλλά ποιος θα ελέγξει τον ρυθμό της κλιμάκωσης. Ποιος θα διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ποιος θα καθορίσει πού θα ανοίξει το επόμενο μέτωπο και ποιος θα πληρώσει το κόστος. Η κλιμάκωση αποκτά έτσι τη δική της δυναμική, απειλώντας να παρασύρει ολοένα περισσότερες χώρες και κοινωνίες σε μια σύγκρουση χωρίς ορατό τέλος.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!