Μέρα τη μέρα στη χώρα μας παίρνει νέες διαστάσεις ένα πολυεπίπεδο «άδειασμα δημοκρατίας». Το φαινόμενο εκτείνεται βεβαίως σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο, όπως επίσης (με τις εκεί ιδιαιτερότητες) και στην άλλη ακτή του Ατλαντικού. Κοινός παρονομαστής είναι οι επίμονα μεθοδευόμενοι σχεδιασμοί των ιθυνουσών ελίτ να θέσουν υπό έλεγχο και να πειθαρχήσουν ευρύτατα λαϊκά στρώματα – τα οποία συμπιέζονται και δυσφορούν όλο και εντονότερα λόγω των πολιτικών που τους επιβάλλονται. Τα ενδημικά κύματα ληστρικών εισοδηματικών ανακατανομών (λιτότητα), οι διευρυνόμενοι κοινωνικοί αποκλεισμοί και ανισότητες, η επιβολή τεχνοαπολυταρχικών σχεδιασμών κάθε είδους και προσχήματος, η πολεμική οικονομία και όσα τη συνοδεύουν, δεν αντέχουν τη δημοκρατία. Της κηρύσσουν όλο και πιο ανοιχτά τον πόλεμο.

Αντιδημοκρατία υπό το ειδικό, μεταπρατικό καθεστώς «Ελλάδα-κόμβος»

Εκδηλώνεται κατ’ αρχάς μια πολυμέτωπη, συστημική, αντιδημοκρατική επιθετικότητα απέναντι στα πλατιά κοινωνικά στρώματα. Μια διάθεση ρεβανσισμού απέναντι σε κάθε δημοκρατικό κεκτημένο. Και ένας ιδιαίτερος ζήλος καταστολής και τιμωρητικότητας απέναντι σε πλατιά τμήματα της νεολαίας. Με μαέστρο την κυβέρνηση και ορχήστρα ένα ολόκληρο πολιτικό και θεσμικό σύστημα σε ειδικούς ρόλους. Όμως ταυτόχρονα εκδηλώνεται κάτι πολύ βαθύτερο. Ο συντονισμός μ’ ένα διεθνές κύμα προώθησης τεχνο-απολυταρχικότητας, που συνδέεται με τον βιοπολιτικό έλεγχο και την επιτήρηση της κοινωνικής ζωής και του δημόσιου χώρου. Με τη συλλογή μεγα-δεδομένων και την επεξεργασία τους με τεχνικές Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά και με όλες τις βιοτεχνικές μεγα-επεμβάσεις που κλονίζουν τον τομέα της διατροφής. Η «πανδημία», και ο «πόλεμος – πολεμική οικονομία» (του οποίου τα μέτωπα τείνουν να ενοποιούν το διακρατικό με το εντός των τειχών κοινωνικό επίπεδο), είναι τα πιο έντονα χρησιμοποιημένα πεδία για την προώθηση τέτοιων σχεδιασμών.

Για άλλη μια φορά στήνεται ο ίδιος φαύλος (και πολυδοκιμασμένος) κύκλος. Ο κοινωνικός ιστός αποσυντίθεται με χίλιους τρόπους, και αυτό γεννά τυφλή βία και συμμοριτισμό από κάθε πόρο του – φτωχοποίηση, περιθωριοποίηση, ναρκοδίκτυα, ένα κράτος σε στενότατες συμφύσεις με τις μαφίες, αλλά και το άπλωμα του ατομικισμού, και μιας τεράστιας απώλειας νοήματος. Για να έρθει πάνω σ’ αυτό το έδαφος, που δημιούργησε το ίδιο το σύστημα, να κερδοσκοπήσει με τον κοινωνικό φόβο, και να πλασαριστεί σαν εγγυητής της ασφάλειας και της σταθερότητας. Έτσι εξυπηρετούνται ταυτόχρονα διαφορετικής κλίμακας στόχοι. Τόσο «στρατηγικοί», του είδους που σκιαγραφήσαμε πιο πάνω, όσο και συγκυριακοί. Ως προς τους δεύτερους, μέσα στη μακρόσυρτη προεκλογική περίοδο που διανύουμε, η παρούσα κυβέρνηση –βλέποντας τη φθορά της να διευρύνεται και να περιλαμβάνει ακόμη και ακροατήρια που είχε συνηθίσει να θεωρεί «τσιφλίκι» της– στήνει σκηνικά φόβου και πόλωσης προκειμένου να συγκρατήσει την επιρροή της και να μαντρώσει ως «τυφλή βία» όλη την οργή και τις κοινωνικές αντιδράσεις που εγείρονται, και ζητούν την αντικατάστασή της.

Όμως, πέραν των συγκυριακών κυβερνητικών «αναγκών», το άδειασμα της δημοκρατίας αφορά πολλά μέτωπα. Εδώ θα μείνουμε σε μερικά μόνο, με βαρύνοντα ρόλο για τις κοινωνικές προοπτικές:

  • Η ιδιωτικοποίηση της παιδείας, η απορρύθμισή της και ο εντεινόμενος αποκλεισμός πλατιών λαϊκών στρωμάτων από την πρόσβασή τους σε ποιοτική τριτοβάθμια (μεθοδεύσεις ιδιωτικοποίησης των πανεπιστημίων) αλλά και δευτεροβάθμια ακόμη εκπαίδευση (Ωνάσεια και πρότυπα σχολεία) βρίσκονται σε εξέλιξη. Όλα δείχνουν ότι έχουν εξασφαλισμένη τη συνέχειά τους στην επόμενη μέρα αυτού του πολιτικού συστήματος (εφόσον δεν παρεμβληθούν απρόοπτες ανατροπές από κοινωνικές αντιδράσεις).
  • Στα εργασιακά –αμοιβές, καθεστώτα εργασίας και ασφάλεια– έχει θεσμοθετηθεί η απόλυτη ασυδοσία των εργοδοτών. Με βαρύτατες συνέπειες για την κοινωνική συνοχή και για την ασφάλεια των εργαζομένων (είναι καθημερινή κατάσταση τα, θανατηφόρα και μη, εργατικά «ατυχήματα»).
  • Οχυρώνεται όλο και περισσότερο μια συγκεντρωτικότατη και ανεξέλεγκτη κυβερνητική εξουσία, κεφαλή ευρύτατων δικτύων διαφθοράς και εγκληματικότητας και άγνωστης έκτασης δικτύων παρακολούθησης. Την ίδια στιγμή, είναι πλέον κοινή συνείδηση ότι η δικαστική εξουσία βρίσκεται σε βαθύτατη εξάρτηση τόσο από την κυβέρνηση όσο και από ισχυρά οικονομικοπολιτικά κέντρα ισχύος. Επιπλέον, και ο Τύπος-ενημέρωση βρίσκεται υπό τον ασφυκτικό έλεγχο ενός συστήματος εντός του οποίου μοιράζονται ρόλους η κυβερνητική εξουσία και τα ολιγαρχικά συμφέροντα.
  • Επιπροσθέτως, μ’ ένα πρόσφατο νομοθετικό «επίτευγμα» επιτείνεται δραστικά ο έλεγχος και επί της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (με την εκλογή δημάρχου από τον Α΄ γύρο και με διάφορες αλχημείες διαμόρφωσης «ευρύτερων συμμαχικών μπλοκ»). Έτσι ανοίγουν λεωφόροι για την πλήρη πρόσδεση των αυτοδιοικητικών εξουσιών σε ισχυρά συμφέροντα που θα ελέγχουν τους Δήμους, τα έσοδά τους, τις εργολαβίες που θα αναθέτουν, και αύριο (απ’ ό,τι φαίνεται) και τα οικιστικά τους προγράμματα – ένα καίριο πεδίο, μέσω του οποίου αναμένεται ότι θα ξεδιπλωθούν ολόκληρα παίγνια συγκρότησης τοπικών δικτύων εξουσίας μέσω επιρροής και εξαρτήσεων.
  • Αντιδημοκρατία στη χώρα μας σημαίνει, πριν από κάθε τι άλλο, τη στερέωση του καθεστώτος περιορισμένης κυριαρχίας που διαμορφώθηκε στο έδαφος της «μνημονιακής συναίνεσης», το οποίο αφορά άμεσα όλο το φάσμα των συστημικών πολιτικών δυνάμεων. Τη χώρα την ελέγχει και την κυβερνά ο «ξένος παράγοντας», οι «πρεσβείες». Και, επί της ουσίας, αυτό το «συμβόλαιο» δεν το αμφισβητεί καμία πλευρά του πολιτικού κόσμου.

Πάνω σε αυτή τη συνθήκη πολιτικού καθεστώτος κολοβής κυριαρχίας φύονται όλοι οι νέοι, ακραία εκποιητικοί, ληστρικοί μεταπρατισμοί της Ελλάδας-κόμβου (ενέργεια, οικόπεδα και οικιστικό δυναμικό, «κόκκινα δάνεια», εκποίηση κοινωνικών υποδομών / ΤΑΙΠΕΔ και πλήθος άλλα). Αυτή τρέφει τη «θεσμοποιημένη» διαφθορά που βλέπουμε να δηλητηριάζει την κοινωνική ζωή, και εμπεδώνει την ταύτιση της πολιτικής με την ακραία ιδιοτέλεια, τον καιροσκοπισμό και με «όλες τις αποσκευές» που φέρνει μαζί της η προϊούσα ιδιωτικοποίησή της. (Πολιτικό σύστημα με δομή καρτέλ κομμάτων που λειτουργούν ως εταιρείες σ’ ένα διαρκές ρευστοποιημένο αλισβερίσι μεταγραφών, πανταχού παρούσα διαπλοκή ανάμεσα στις μπίζνες και στους αρμούς –και τις οικογένειες– της πολιτικής εξουσίας κ.ο.κ.).

Κάθε προσπάθεια για μια άλλη πορεία, η οποία εννοεί αυτά που λέει, αρχίζει από την ανάγκη μιας Πολιτικής Προσφοράς προς την κοινωνία. Αυτό σημαίνει πρωτίστως μέλημα και σχέδιο για την πολιτική συγκρότηση του λαού και την ενεργοποίησή του στη βάση μιας Πολιτικής που οφείλει να είναι ταυτόχρονα Ριζοσπαστική, Ρεαλιστική και Δημοκρατική

Συστημικοί ελιγμοί μπροστά στην «επόμενη μέρα»

Αν φέρουμε στο μυαλό μας όλη την περίοδο που ορίστηκε από τα μνημόνια (από το 2010 δηλαδή και ύστερα), θα δούμε ότι αυτή χωρίζεται σε αλληλοδιάδοχες κυβερνητικές φάσεις. Καθεμία από αυτές προσθέτει «νέους ορόφους» στη διαμόρφωση και τη στερέωση του νέου καθεστώτος μισοαποικιακής υποτέλειας. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ασφαλώς η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρα υπήρξε σημείο καμπής, καθώς στραπατσάρισε πολιτικά την εκδήλωση των ευρύτατων αντιμνημονιακών κοινωνικών διαθέσεων για μια άλλη χειραφετημένη πορεία. Ουσιαστικά έκλεισε βιαίως τον «αντιμνημονιακό κύκλο» έκφρασης των κοινωνικών αντιδράσεων. Η ασυδοσία του κυβερνητικού εταιρικού σχήματος Ν.Δ.-σημιτισμού-τμημάτων του πρώην ΛΑΟΣ, που προέκυψε στη συνέχεια υπό την μπαγκέτα του συστήματος Μητσοτάκη, σε πρωτοφανές κενό πολιτικής αντιπολίτευσης, έχει την εξήγησή της στα όσα προηγήθηκαν.

Σήμερα ήδη βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας επόμενης μέρας, όπου η φάση Μητσοτάκη συγκεντρώνει μεγάλα και διευρυνόμενα φορτία κοινωνικής απέχθειας (χωρίς αυτά, τουλάχιστον για την ώρα, να συγκροτούν ένα πολιτικό ρεύμα ικανό να ξεφύγει από τις παγιδεύσεις του πολιτικού συστήματος και να μιλήσει με τη δική του φωνή). Ταυτόχρονα κρίνεται ήδη πολιτικά και οικονομικά ασύμφορη και από σημαντικά κέντρα εντός του κατεστημένου. Είναι σ’ αυτό το έδαφος που σπρώχνεται, με αρκετά αγχωμένες κινήσεις μάλιστα από ολιγαρχικά κέντρα, η αναστύλωση ενός κάποιου κεντροαριστερού πόλου γύρω από τον Τσίπρα, με σκοπό την ανασύσταση και σταθεροποίηση μιας νέας μορφής δικομματισμού. Η ουσιαστική συνεισφορά του Τσίπρα, στις τωρινές προσπάθειες σταθεροποίησης του πολιτικού συστημισμού είναι διπλή:

  • Χαμήλωμα του πήχη, με «εξημέρωση» και άδειασμα από κάθε ουσία όλων των λαϊκών απαιτήσεων / προσδοκιών. Από την αντιμετώπιση της συμπίεσης των λαϊκών εισοδημάτων, που τροφοδοτεί ήδη μια σοβαρή κοινωνική κρίση, μέχρι τις απαιτήσεις για κάθαρση, λογοδοσία και δημοκρατία.
  • Και εξασφάλιση αποστείρωσης της κεντροαριστεράς / αριστεράς έναντι των πατριωτικών διαθέσεων υπεράσπισης της ακεραιότητας της χώρας μπροστά στις απειλές που έρχονται από το διεθνές περιβάλλον (προώθηση αναδασμών υπέρ της Τουρκίας σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο κ.λπ.).

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ, ως προς αυτό το «χαμήλωμα του πήχη», έναν «συστημικό λαϊκισμό» που ήδη διαπερνά τόσο την κυβέρνηση όσο και τις συστημικές αντιπολιτεύσεις. Έκφρασή του είναι κάποιες πρόσκαιρες και απολύτως έωλες-παραπλανητικές, παυσίπονες, επιδοματικές κινήσεις (από τη μια τσέπη παίρνω πολλά, στην άλλη τσέπη μοιράζω κάποια ψίχουλα), ή και άλλα κόλπα που «χρυσώνουν» καταστροφικές αναδιαρθρώσεις με το χάπι πρόσκαιρων αντιπαροχών. Συν κάποιες εντελώς προσχηματικές εκκλήσεις προς το μεγάλο κεφάλαιο να δείξει «κατανόηση». Κατά τα άλλα, επιμελής συναινετική συσκότιση της ρίζας των κρίσιμων προβλημάτων.

Το ενεργειακό, η κρίση του αγροδιατροφικού τομέα, η ερήμωση της περιφέρειας, η πολιτική γης και το οικιστικό, όπως και η παιδεία, είναι οι πρώτοι τομείς στους οποίους γίνεται εμφανής αυτή η διακομματική συναινετική διάθεση συσκότισης και χειριστικότητας. Και βεβαίως συνυπογράφεται απ’ όλους η «ανάγκη κοστολόγησης» του κάθε πολιτικού μέτρου, δηλαδή η σιδερένια συμμόρφωση με τον ζουρλομανδύα του καθεστώτος θεσμοθετημένης επιτροπείας (σε μια φάση μάλιστα όπου αναδιατάσσονται όλες οι ισορροπίες σε διεθνή κλίμακα!).

Η επόμενη μέρα κυοφορεί –σε πρώτη φάση– συμμαχικά κυβερνητικά σχήματα δικομματικής ή και τρικομματικής στήριξης (που είναι πολύ πιθανόν ότι θα χρειαστεί). Στη συνέχεια θα επιχειρηθούν ευρύτερες αναδιατάξεις προς σταθεροποίηση μιας «κανονικότερης» δικομματικής εναλλαγής.

Τα εθνικά θέματα θα καθορίσουν πολλά

Η Ελλάδα-κόμβος είναι η μία πλευρά της μέγγενης. Η άλλη της πλευρά είναι η ΝΑΤΟϊκή-ευρωατλαντική υποτέλεια, που εκθέτει σε άμεσο κίνδυνο την υπόσταση της χώρας. Αυτά τα ζητήματα επίσης συσκοτίζονται επιμελέστατα από το πολιτικό σύστημα, που ο πυρήνας του κινείται σε ενιαία γραμμή ενδοτισμού (κυβέρνηση, σημιτικοί, ΕΛΙΑΜΕΠ, η συριζική πανσπερμία και ο Τσίπρας κ.ο.κ.). Πέραν αυτού του πυρήνα, η κατάσταση διαμορφώνεται από δύο επιπλέον παράγοντες:

  • Η αριστερά στο σύνολό της (και η μη συστημική) κινείται σε μια γραμμή αποδόμησης του πατριωτισμού, και αποσύνδεσης του εθνικού από το κοινωνικό. Στην Ελλάδα! Και αυτό ορίζει εν πολλοίς το πώς προσλαμβάνεται η αριστερά από την κοινωνική συνείδηση, ως συστατικό του σημερινού πολιτικού συστήματος.
  • Καθόλου τυχαία, στο έδαφος που έχει δημιουργηθεί από όλα τα προηγούμενα, κάνει την εμφάνισή του εσχάτως ένα ρεύμα ΝΑΤΟϊκού ή και ισραηλινοστραφούς «πατριωτισμού», το οποίο βλέπει μεν και φέρνει στον δημόσιο λόγο (από περιφερειακά μέσα ενημέρωσης και διαδικτυακούς χώρους) τα υπαρξιακά αδιέξοδα που έχουν συσσωρευτεί από τη γραμμή ενδοτισμού των τελευταίων δεκαετιών, αλλά εξαντλείται στην αυταπάτη της προβολής μιας σθεναρότερης στάσης μέσα στο πλαίσιο της απαρασάλευτης ΝΑΤΟφροσύνης.

Το τοπίο που περιγράψαμε συντελεί στην παραλυτικότητα που κυριαρχεί, και στην υποτονικότητα της εκδήλωσης των διαθέσεων του λαϊκού παράγοντα για υπεράσπιση της χώρας. Η επόμενη μέρα, και τα κυβερνητικά σχήματα που θα προωθηθούν, είναι ήδη εμφανές ότι θα επιδιωχθεί να διαμορφωθούν σε μεγάλο βαθμό από τις «ανάγκες λήψης γενναίων αποφάσεων» (μειοδοσίας), υψηλού πολιτικού κόστους. Ανάλογα με τις περιστάσεις, δεν θα έπρεπε να αποκλειστούν εντελώς και κάποιες παρεμβολές πατριωτικών διαβημάτων, με βαρύνουσα πάντως πάνω τους τη γραμμή της ΝΑΤΟφροσύνης (από πιθανό κόμμα Σαμαρά, ή και παράγοντες από το προαναφερθέν ρεύμα «ΝΑΤΟϊκού πατριωτισμού»).

Οι απαράκαμπτες (γι’ αυτό και ρεαλιστικές) προϋποθέσεις για μια άλλη πορεία

  • Πρώτα απ’ όλα, κάθε τέτοια προσπάθεια, η οποία εννοεί αυτά που λέει, αρχίζει από την ανάγκη μιας Πολιτικής της Προσφοράς προς την κοινωνία. Ξεκινά με την απεμπλοκή από τη δίνη των τρόπων του πολιτικού-κομματικού συστήματος που τα ρουφάει όλα, τα ενσωματώνει και τα μετατρέπει σε ιδιοτέλεια, λογιστικούς-εκλογικούς υπολογισμούς, και κάθε είδους βρωμιά. Πολιτική Προσφοράς προς την κοινωνία σημαίνει πρωτίστως μέλημα και σχέδιο για την πολιτική συγκρότηση του λαού, την ενεργοποίησή του, και την απόκτηση συνείδησης ότι ο παράγοντας που μπορεί να αλλάξει τα πράγματα προέρχεται από τον βαθμό πολιτικοποίησης ενός πλατιού κινήματος εθνοκοινωνικού χαρακτήρα για την ανόρθωση της χώρας. Δηλαδή ενός νέου πολιτικοκοινωνικού υποκειμένου.
  • Αδιαχώριστα από την αναγκαιότητα της συγκρότησης υποκειμένου, υπάρχει η ανάγκη για μια Πολιτική, με κεφαλαίο Π, που οφείλει να είναι ταυτόχρονα Ριζοσπαστική, Ρεαλιστική και Δημοκρατική. Το απαιτεί η πολύ βαριά ελληνική εμπειρία μας, που δεν παύει να βλέπει μεγάλα ριζοσπαστικά λαϊκά κύματα, τα οποία όμως έχουν δείξει μεγάλες, «δομικές» αδυναμίες ως προς τη δυνατότητα εμψύχωσης-διαμόρφωσης μιας πολιτικής ικανής να εξασφαλίσει ένα δρόμο απελευθέρωσης-χειραφέτησης της συγκεκριμένης εξαρτημένης χώρας Ελλάδα, όπως βρίσκεται στη διακεκαυμένη γεωπολιτικά ζώνη της Ανατολικής Μεσογείου. Ας δούμε λοιπόν τα τρία προσδιοριστικά της αναγκαίας Πολιτικής:

– Ριζοσπαστική Πολιτική, που αναζητεί και πορεύεται προς τη ρίζα των προβλημάτων, σε ρήξη με τη χειριστικότητα, το χάιδεμα των αυτιών και τα κόλπα της συστημικής πολιτικής. Με ριζικά άλλη σχέση με την αλήθεια και το ρόλο της κοινωνίας σε όλο τον κύκλο διαμόρφωσης και υλοποίησης των πολιτικών διαβημάτων και πράξεων.

– Και ταυτόχρονα Ρεαλιστική Πολιτική, γειωμένη στους πραγματικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Επειδή έχει αποδειχθεί ολέθρια η φαντασιοσκόπηση και η αποκοίμιση της κοινωνίας με παραμύθια (με «ψεύτικες αλήθειες», κατά τα λόγια του Μίκη). Επειδή η κοινωνία χρειάζεται να μάθει να προετοιμάζεται για τον παρατεταμένο αγώνα που πρέπει να σηκώσει στις πλάτες της.

– Τέλος, Δημοκρατική Πολιτική, ένας «νέος δημοκρατισμός». Επειδή χειραφέτηση σημαίνει αντιμετώπιση της στροφής προς τους νέους τεχνοαπολυταρχισμούς των ελίτ, οι οποίες πασχίζουν να στρέψουν τα φορτία της ογκούμενης κοινωνικής αντισυστημικής δυσφορίας προς την αντιδημοκρατία και την απανθρωποποίηση. Και επειδή, εν τέλει, πρέπει «να διορθώσουμε τον 20ό αιώνα», που απέτυχε εν πολλοίς να συνδέσει την ισότητα με την ελευθερία-δημοκρατία.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!