Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική –κυβερνητική– επικοινωνία καταφέρνει να ξεπεράσει τον εαυτό της: «Οι πολίτες με κυβέρνηση Μητσοτάκη ζουν καλύτερα από ό,τι οι άνθρωποι στον Μεσαίωνα». Και κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι ο πήχης δεν μπήκε χαμηλά, έχει ήδη προχωρήσει στο υπέδαφος.
Αν το μέτρο σύγκρισης είναι ο Μεσαίωνας, τότε πράγματι η εικόνα είναι ενθαρρυντική: Δεν πληρώνουμε φόρο σε φεουδάρχη, δεν έρχεται ιππότης να μας κατασχέσει το χωράφι και η φορολογική δήλωση δεν γράφεται με φτερό και μελάνι – πρόοδος αδιαμφισβήτητη.
Δεν έχουμε πανούκλα, δεν έχουμε κάψιμο στην πυρά για «λάθος γνώμη» και δεν χρειάζεται να πάρεις άδεια από το κάστρο για να αλλάξεις δουλειά. Άρα, αν το δεις ιστορικά, είμαστε σε καλό δρόμο.
Βέβαια, υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα, αφού οι πολίτες δεν ζουν σε ιστορικό αρχείο. Ζουν σε σούπερ μάρκετ, σε ενοίκια, σε λογαριασμούς και σε μισθούς που τελειώνουν πριν τελειώσει ο μήνας. Αν δεν βγαίνουν οι μήνες, αλλάζουμε αιώνα. Αν δεν βγαίνουν οι λογαριασμοί, αλλάζουμε πλαίσιο. Και αν η κοινωνική πίεση αυξάνεται, αυξάνουμε το ιστορικό βάθος της συζήτησης για να φαίνεται πιο ελαφριά.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για το ποιος πληρώνει και πόσο στο δημόσιο σύστημα αποκτά ιδιότυπη ευαισθησία. Μισθοδοσίες υψηλόβαθμων κληρικών αντιμετωπίζονται ως κεκτημένο δικαίωμά τους – για να δικαιολογήσουμε και τον Μεσαίωνα.
Και φυσικά, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα διαδοχικά περιστατικά κακοδιοίκησης, σκανδάλων ή «διοικητικών αστοχιών» εμφανίζονται με τέτοια συχνότητα που σχεδόν ενσωματώνονται στο σύστημα σαν κανονικότητα. Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως ρουτίνα που μόνο σχολιάζεται.
Γνωστός παρουσιαστής ποδοσφαιρικού καναλιού βρίσκει ένθερμους μιμητές, στο πολιτικό σκηνικό αυτή τη φορά. Υπουργοί και υφυπουργοί ξεχύνονται με ξεδιαντροπιά και αχαλίνωτο θράσος σε μια συνεχή προσπάθεια να πειστεί ο πολίτης όχι ότι ζει καλύτερα, άλλωστε θεωρείται δεδομένο αυτό, αλλά ότι πρέπει να ντρέπεται κιόλας που το αμφισβητεί.





































































