Χρήσιμα συμπεράσματα για το πραγματικό στάδιο του σχεδιαζόμενου Data Center της ΔΕΗ στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου προκύπτουν από το νέο έγγραφο που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα των διαγωνισμών της επιχείρησης. Πρόκειται για το RFI «Independent Peer Review Services for PPC Data Center», μέσω του οποίου η ΔΕΗ αναζητά διεθνή σύμβουλο για τον ανεξάρτητο τεχνικό έλεγχο των υφιστάμενων μελετών. Πίσω από τον τεχνοκρατικό τίτλο, το έγγραφο αποκαλύπτει σημαντικές πληροφορίες για την πραγματική ωρίμανση της επένδυσης, τις τεχνικές της φιλοδοξίες, αλλά και τα κενά που εξακολουθούν να υπάρχουν στον σχεδιασμό της.

1. Από τα 300 MW στο όραμα ενός campus ισχύος GW

Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι η ΔΕΗ δεν σχεδιάζει ένα απλό Data Center. Το έγγραφο αποκαλύπτει ότι η πρώτη φάση αφορά συγκρότημα πολλών κτιρίων συνολικού φορτίου περίπου 300 MW, ενώ ήδη προβλέπεται δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης σε κλίμακα GW (Gigawatt). Πρόκειται δηλαδή για σχεδιασμό που ξεπερνά κατά πολύ τις μέχρι σήμερα δημόσιες αναφορές, και δείχνει ότι ο Άγιος Δημήτριος προορίζεται να μετατραπεί σε ένα από τα μεγαλύτερα Data Center campuses της Ευρώπης. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, μια εγκατάσταση που θα λειτουργεί συνεχώς με φορτίο 300 MW θα καταναλώνει περίπου 2,6 TWh ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 5% της σημερινής ετήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας. Αν ο σχεδιασμός επεκταθεί σε κλίμακα GW, τα μεγέθη αυτά θα είναι πολλαπλάσια.

2. Το έργο βρίσκεται ακόμη σε φάση τεχνικής ωρίμανσης

Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, το ίδιο το RFI δείχνει ότι το έργο δεν βρίσκεται ακόμη σε φάση κατασκευής ή δημοπράτησης. Η ΔΕΗ έχει ολοκληρώσει τον σχεδιασμό μέχρι το επίπεδο RIBA Stage 2 (Concept Design) και τώρα αναζητά διεθνή σύμβουλο που θα αξιολογήσει αν οι υπάρχουσες μελέτες είναι επαρκείς, αν υπάρχουν τεχνικά κενά και αν το έργο μπορεί να προχωρήσει στην επόμενη φάση (Stage 3). Με απλά λόγια, η ίδια η ΔΕΗ ζητά ανεξάρτητο έλεγχο πριν θεωρήσει ώριμη την επένδυση. Αυτό σημαίνει ότι αρκετές κρίσιμες τεχνικές επιλογές δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί.

3. Οριστικοποιείται η χωροθέτηση στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου

Το έγγραφο επιβεβαιώνει ότι το έργο θα αναπτυχθεί εντός του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, σε χώρο που σήμερα αποτελεί τμήμα της παλιάς λιγνιτικής αυλής (former lignite yard). Δεν πρόκειται επομένως για μια γενική ιδέα αξιοποίησης της περιοχής, αλλά για συγκεκριμένη χωροθέτηση μέσα στον μεγαλύτερο λιγνιτικό σταθμό της χώρας. Η επιλογή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνδυαστεί με τις διαδικασίες κατεδάφισης και αποξήλωσης των λιγνιτικών εγκαταστάσεων, που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη. Το παλιό ενεργειακό κέντρο της χώρας μετασχηματίζεται σταδιακά σε χώρο εγκατάστασης νέων ενεργοβόρων ψηφιακών υποδομών.

4. Παραμένουν σημαντικά τεχνικά κενά

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο πίνακας των διαθέσιμων και ελλειπόντων μελετών. Παρότι υπάρχουν αρχιτεκτονικές, στατικές και ηλεκτρομηχανολογικές μελέτες, εξακολουθούν να απουσιάζουν κρίσιμα στοιχεία όπως η στρατηγική γεννητριών και μπαταριών, η μελέτη διαθεσιμότητας νερού, οι τηλεπικοινωνιακές υποδομές, η περιβαλλοντική μελέτη, η ακουστική μελέτη, το σχέδιο λειτουργίας και συντήρησης, αλλά και το ολοκληρωμένο σχέδιο commissioning. Πρόκειται για παραμέτρους που θα κρίνουν τόσο την τεχνική όσο και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα του έργου και οι οποίες, σύμφωνα με το ίδιο το έγγραφο, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί.

5. Πουθενά δεν αναφέρεται ποιος θα χρησιμοποιήσει το Data Center

Παρά τις κατά καιρούς διαρροές, παρά την τεράστια κλίμακα της επένδυσης, στα έως τώρα επίσημα έγγραφα δεν αναφέρεται πουθενά αν υπάρχει ήδη πελάτης ή στρατηγικός επενδυτής που θα αξιοποιήσει το Data Center. Δεν κατονομάζεται hyperscaler, εταιρεία cloud ή πάροχος υπηρεσιών τεχνητής νοημοσύνης, ούτε γίνεται αναφορά σε δεσμευμένες συμφωνίες χρήσης των εγκαταστάσεων. Το RFI αφορά αποκλειστικά την τεχνική ωρίμανση του έργου. Έτσι, παραμένει ανοιχτό ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα: σχεδιάζεται πρώτα μια υποδομή γιγαντιαίας κλίμακας και αναζητούνται στη συνέχεια οι χρήστες της, ή υπάρχουν ήδη συμφωνίες που δεν έχουν δημοσιοποιηθεί;


Ποιοι κερδίζουν από τη «μετάβαση»

Η βίαιη απολιγνιτοποίηση και η αναδιάρθρωση του ενεργειακού χάρτη της χώρας δεν αποτελούν απλώς μια περιβαλλοντική πολιτική. Γύρω τους έχει διαμορφωθεί ένα σύνθετο οικοσύστημα επιχειρηματικών συμφερόντων που εκτείνεται από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές μέχρι τις κατασκευές, τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, το φυσικό αέριο και, πλέον, τα Data Centers.

Στην κορυφή βρίσκεται η ίδια η ΔΕΗ, η οποία μετά την ιδιωτικοποίησή της λειτουργεί πλέον ως ο βασικός φορέας υλοποίησης της ενεργειακής μετάβασης. Στο μετοχικό της κεφάλαιο συμμετέχουν μεγάλα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια, όπως οι BlackRock, Vanguard, Fidelity, Capital Group, Wellington Management, Adage Capital, Pictet, DWS, το Qatar Investment Authority, το Norges Bank Investment Management, το Canada Pension Plan Investment Board, αλλά και ελληνικοί διαχειριστές κεφαλαίων, όπως οι Alpha Asset Management, Eurobank Asset Management, Πειραιώς Asset Management και Εθνική Asset Management. Πρόκειται για θεσμικούς επενδυτές που έχουν ως βασικό στόχο την απόδοση των επενδύσεών τους, και όχι την άσκηση δημόσιας ενεργειακής πολιτικής.

Γύρω από τη ΔΕΗ αναπτύσσεται ένα δεύτερο επίπεδο επιχειρηματικών συμφερόντων. Ελληνικοί όμιλοι όπως η METLEN, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και η Elpedison δραστηριοποιούνται σε διαφορετικούς τομείς της νέας ενεργειακής αγοράς: φυσικό αέριο, μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, ΑΠΕ, δίκτυα και μεγάλα ενεργειακά έργα. Δεν πρόκειται για ανταγωνιστικές μόνο επιχειρήσεις, αλλά για ομίλους που συμμετέχουν ταυτόχρονα σε πολλές πλευρές του ίδιου ενεργειακού μοντέλου. Στις ΑΠΕ δραστηριοποιούνται πλέον οι μεγαλύτεροι ευρωπαϊκοί ενεργειακοί όμιλοι, όπως οι RWE, EDF Renewables, Iberdrola, EDP Renewables, TotalEnergies, Eurowind Energy, JUWI, Enerparc και άλλοι, ενώ τα έργα χρηματοδοτούνται ή περνούν σταδιακά σε μεγάλα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια. Η πρώην λιγνιτική γη μετατρέπεται έτσι σε νέο πεδίο κερδοφορίας για ευρωπαϊκούς ενεργειακούς κολοσσούς, την ίδια στιγμή που η εγχώρια παραγωγική βάση συρρικνώνεται.

Ταυτόχρονα η Ελλάδα αναδεικνύεται σε σημαντική πύλη εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), κυρίως αμερικανικής προέλευσης, μέσω νέων τερματικών σταθμών και διασυνδέσεων. Η υποκατάσταση του εγχώριου λιγνίτη από εισαγόμενο καύσιμο δημιουργεί μια νέα αγορά δισεκατομμυρίων ευρώ, στην οποία εμπλέκονται ενεργειακές εταιρείες, εφοπλιστές, προμηθευτές και διαχειριστές υποδομών.

Παράλληλα, οι πρώην λιγνιτικές περιοχές προορίζονται να φιλοξενήσουν νέες δραστηριότητες. Στα σχέδια για μεγάλα Data Centers εμφανίζονται διεθνείς κολοσσοί της ψηφιακής οικονομίας, όπως η Microsoft (Azure), η Amazon Web Services (AWS), η Google Cloud και η Meta, είτε ως πιθανοί χρήστες είτε ως εταιρείες που αναζητούν υποδομές υψηλής ενεργειακής ισχύος στην Ευρώπη.

Κάθε μία από αυτές τις επιχειρηματικές δραστηριότητες είναι διαφορετική. Όλες όμως συγκλίνουν σε έναν κοινό μετασχηματισμό: την αντικατάσταση ενός δημόσιου μοντέλου ηλεκτροπαραγωγής, βασισμένου στην αξιοποίηση εγχώριων ενεργειακών πόρων, από ένα νέο μοντέλο όπου η παραγωγή, η αποθήκευση, η διακίνηση και η κατανάλωση της ενέργειας αποτελούν πεδία επιχειρηματικής δραστηριότητας μεγάλων διεθνών και εγχώριων ομίλων. Και όσο προχωρά η αποξήλωση των λιγνιτικών υποδομών, τόσο δυσκολότερη γίνεται οποιαδήποτε επιστροφή σε έναν διαφορετικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!