Στις παρουσιάσεις των στελεχών της ΔΕΗ και της Μετάβαση Α.Ε., στις εξαγγελίες των κυβερνητικών στελεχών, στα πληρωμένα δημοσιεύματα, κάθε συζήτηση για τον λιγνίτη ακυρώνεται ως αναχρονισμός. Η χώρα οδεύει προς το μέλλον, μας λένε. Τι κι αν αυτό το «μέλλον» καταστρέφει παρθένα δάση και βουνοκορφές, δεσμεύει καλλιεργήσιμη γη, απαιτεί σπατάλη άλλων πόρων (βλ. νερό), δεν εγγυάται ασφάλεια και σταθερότητα, απαιτεί ακόμη μεγαλύτερες εισαγωγές πανάκριβου φυσικού αερίου (συνήθως αμερικάνικου LNG), αυξάνει εκθετικά την ενεργειακή εξάρτηση της χώρας;
Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο. Δεν είναι ρεαλισμός η μετατροπή της Ελλάδας σε μπαταρία και «ενεργειακό κόμβο» για τα συμφέροντα κάποιων επιχειρηματικών ομίλων και των ξένων εταίρων μας. Δεν είναι ρεαλισμός να δίνουμε γη και ύδωρ σε ενεργοβόρες και απαιτητικές σε αποθέματα νερού επενδύσεις Data Center, την ώρα μάλιστα που δεν έχουμε κανέναν έλεγχο στα δεδομένα, τις υποδομές, την τεχνογνωσία κ.λπ. Δεν είναι ρεαλισμός εργολάβοι να είναι μπλεγμένοι ταυτόχρονα σε έργα ΑΠΕ, στο φυσικό αέριο, στα διακρατικά δίκτυα, και να τζογάρουν κερδίζοντας εκατομμύρια με τις τιμές του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Δεν είναι ρεαλισμός να παραχωρούμε τα εθνικά αποθέματα λιγνίτη (βλ. Λιγνιτωρυχείο Αχλάδας) στον όμιλο Μυτιληναίου, και αυτός να τα εξάγει στη Βόρεια Μακεδονία, όπου οι λιγνιτικές μονάδες λειτουργούν χωρίς τα δικά μας περιβαλλοντικά στάνταρ.
Υπάρχει όμως ένας διαφορετικός δρόμος: Πρώτο βήμα είναι να σταματήσει άμεσα η καταστροφή των ενεργειακών υποδομών. Η Πτολεμαΐδα V, μια από τις πιο σύγχρονες λιγνιτικές μονάδες στην Ευρώπη, οφείλει να παραμείνει ενεργή λιγνιτική μονάδα βάσης. Η μετατροπή της σε μονάδα φυσικού αερίου θα αποτελέσει διπλή σπατάλη, οικονομική και εθνική: θα ακυρώσει μια επένδυση δισεκατομμυρίων και θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο την εξάρτηση από εισαγόμενο καύσιμο. Όσες από τις υπόλοιπες λιγνιτικές μονάδες μπορούν ακόμη να λειτουργήσουν δεν πρέπει να αποξηλωθούν, αλλά να διατηρηθούν σε κατάσταση επιχειρησιακής εφεδρείας, με πρόγραμμα εκσυγχρονισμού και συντήρησης, ώστε να αποτελούν στρατηγικό απόθεμα της χώρας σε περιόδους ενεργειακής κρίσης.
Παράλληλα, απαιτείται πάγωμα κάθε νέας αδειοδότησης έργων ΑΠΕ μέχρι να υπάρξει συνολικός εθνικός ενεργειακός σχεδιασμός. Δεν μπορεί να συνεχίζεται μια πολιτική όπου μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας απορρίπτονται επειδή το δίκτυο δεν μπορεί να τις απορροφήσει, ενώ στις ώρες αιχμής η χώρα καταφεύγει σε εισαγωγές και ακριβές μονάδες φυσικού αερίου. Το σημερινό μοντέλο, σε συνδυασμό με το Χρηματιστήριο Ενέργειας, αποτελεί μηχανισμό κερδοσκοπίας και όχι εθνική ενεργειακή πολιτική που διασφαλίζει –ως θα όφειλε– φθηνή, ασφαλή και επαρκή ηλεκτροδότηση της χώρας.
Η σταδιακή και ελεγχόμενη λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων θα δώσει επίσης τον αναγκαίο χρόνο για την πραγματική αποκατάσταση των ορυχείων. Σήμερα πολλά από αυτά παραμένουν εγκαταλελειμμένα, με σοβαρούς κινδύνους κατολισθήσεων και χωρίς ολοκληρωμένες εργασίες αποκατάστασης. Αντί για μια βίαιη εγκατάλειψη, μπορεί να εφαρμοστεί ένα σχέδιο σταδιακής απόδοσης των εδαφών σε γεωργικές, κτηνοτροφικές, δασικές και άλλες παραγωγικές χρήσεις, ενώ επιλεγμένες εγκαταστάσεις μπορούν να διατηρηθούν ως μνημεία βιομηχανικής κληρονομιάς, υπενθυμίζοντας τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε η Δυτική Μακεδονία και η Μεγαλόπολη στη συνολική ανάπτυξη της χώρας.
Αυτή είναι η μόνη πραγματική δίκαιη και βιώσιμη μετάβαση. Όχι η βίαιη εκποίηση των παραγωγικών υποδομών και η αντικατάστασή τους από δραστηριότητες που καταναλώνουν ενέργεια χωρίς να δημιουργούν αντίστοιχη παραγωγική βάση, αλλά μια μετάβαση που διαφυλάσσει την ενεργειακή κυριαρχία, προστατεύει τις τοπικές κοινωνίες, διατηρεί στρατηγικές υποδομές. Και, τέλος, δίνει στη χώρα τον χρόνο να χαράξει έναν εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό με γνώμονα τις δικές της ανάγκες, και όχι τις επιταγές της αγοράς ή των διεθνών επιχειρηματικών συμφερόντων.
Αντιδράσεις απέναντι σε ένα εθνικό έγκλημα
Φαίνεται να σπάει η σιωπή γύρω από το εθνικό έγκλημα καταστροφής των ενεργειακών υποδομών της χώρας. Για χρόνια το αφήγημα της απολιγνιτοποίησης και της «πράσινης και ψηφιακής» μετάβασης επιβάλλεται χωρίς καν να επιτρέπει τον όποιο αντίλογο. Έτσι φτάνουμε σήμερα να μπαίνει ταφόπλακα στην ιστορία της ενεργειακής παραγωγής στη χώρα, με το γκρέμισμα και την αποξήλωση των χρόνια απαξιωμένων λιγνιτικών μονάδων, με τη γη και τις εγκαταστάσεις να παραδίδονται στις μπίζνες των ΑΠΕ, του φυσικού αερίου και των Data Centers.
Για χρόνια η κυβέρνηση διαφήμιζε την «απολιγνιτοποίηση» και τη «δίκαιη μετάβαση», δείχνοντας εικόνες πράσινου εκεί που κυριαρχεί το γκρίζο, και μιλώντας για νέες επενδυτικές και εργασιακές ευκαιρίες. Τι κι αν οι κάτοικοι της περιοχής βιώνουν την εγκατάλειψη, την ακύρωση κάθε προοπτικής, την επέλαση των κάθε λογής εργολάβων, την ερήμωση της περιοχής τους; Η εικόνα της ανατίναξης των εκσκαφέων προκάλεσε σοκ, και έστρεψε δικαιολογημένα τα βλέμματα όλης της κοινωνίας σε όσα συμβαίνουν στις πρώην ηλεκτροπαραγωγές περιοχές της χώρας (Δυτική Μακεδονία & Μεγαλόπολη). Η βία και η καταστροφικότητα με την οποία προωθούν τα σχέδιά τους, φαίνεται να γυρίζει μπούμερανγκ, δημιουργώντας ρωγμές στην κατασκευασμένη συναίνεση, και δίνοντας τη δυνατότητα να αναδειχθούν οι καταστροφικές συνέπειες των για χρόνια ακολουθούμενων πολιτικών υπονόμευσης της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας.
Το πανδυτικομακεδονικό συλλαλητήριο στην Κοζάνη, οι δημόσιες παρεμβάσεις επιστημόνων που τεκμηριώνουν την ανάγκη αναθεώρησης του ενεργειακού σχεδιασμού, αλλά και οι –έστω καθυστερημένες και συχνά αντιφατικές– τοποθετήσεις στελεχών κομμάτων της αντιπολίτευσης για τις συνέπειες της βίαιης απολιγνιτοποίησης, δείχνουν ότι η απόλυτη σιωπή αρχίζει να σπάει. Παράλληλα πολίτες ετοιμάζουν νομικές ενέργειες, τεκμηριώνοντας τις βλαπτικές για το κοινωνικό σύνολο και τη χώρα συνέπειες των σχεδιασμών και ζητώντας την αναστολή τους. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια ανοίγει, έστω δειλά, μια δημόσια συζήτηση γύρω από το πραγματικό κόστος των επιλογών που παρουσιάστηκαν ως μονόδρομος. Δεν πρόκειται ακόμη για μια συγκροτημένη κοινωνική και πολιτική αμφισβήτηση. Είναι όμως οι πρώτες ενδείξεις ότι διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για να τεθεί ξανά το ερώτημα: ποιος σχεδιάζει, με ποια κριτήρια και προς όφελος ποιων το μέλλον της ενεργειακής καρδιάς της χώρας;
Έστω και στο παρά πέντε, είναι κρίσιμο, για εθνικούς, παραγωγικούς και κοινωνικούς λόγους, να σωθεί ό,τι μπορεί ακόμη να σωθεί. Ο σχεδιασμός που εξελίσσεται είναι σύνθετος, εφαρμόζεται σταδιακά και συχνά χωρίς ουσιαστική δημόσια διαβούλευση. Συνδέει την αποξήλωση των λιγνιτικών υποδομών με την ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (Data Centers, μονάδες φυσικού αερίου, ΑΠΕ) στις οποίες εμπλέκονται μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι και διεθνή συμφέροντα. Απέναντι σε μια τέτοια εξέλιξη, η οργανωμένη κοινωνική παρέμβαση και η τεκμηριωμένη κριτική δεν είναι μάταιες. Ακόμη και μια καθυστέρηση στην υλοποίηση των επιμέρους σχεδίων μπορεί να ανατρέψει την εικόνα του τετελεσμένου και να δημιουργήσει τον απαραίτητο πολιτικό χρόνο ώστε να ανοίξει μια συνολική συζήτηση για την ενεργειακή στρατηγική της χώρας, την παραγωγική ανασυγκρότηση, την ενεργειακή ασφάλεια και το μέλλον των περιοχών που επί δεκαετίες στήριξαν την ηλεκτροπαραγωγή της Ελλάδας.






































































