Γράφει ο Γιώργος Γιαλούρης
εσύ πουτάνα γλώσσα που ήρθες και μας έκανες άνω κάτω, μια χαρά ήμασταν χωρίς τη γλώσσα, εμφανίστηκες εσύ κι έπρεπε ν’ αρχίσουν να εκφράζονται έννοιες και νοήματα, όλοι μας οι φόβοι να εκδηλωθούν με σύμβολα, έπρεπε ν’ αποτυπωθεί όλη μας η έκπληξη μπροστά στον κόσμο που ξανοίγεται μπροστά μας, αρχίσαμε με τις βραχογραφίες και να που καταλήξαμε, να φοβόμαστε να μην εξαφανιστούμε από τα ίδια μας τα χέρια, από τα βασικά όμως δεν έχουμε λύσει τίποτα, ούτε την πείνα, ούτε το πώς βρεθήκαμε εδώ, γιατί βρεθήκαμε εδώ, αν υπάρχει κάτι άλλο, γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο, διότι τα παιδιά είναι τα πιο αθώα πλάσματα κι έπειτα μετατρέπονται σε κάτι τελείως διαφορετικό εμβαπτισμένα σε μία κολυμπήθρα ηθικών αξιών, τα ζώα δεν έχουν ηθικές αξίες, ο αετός θα σκοτώσει τον νεοσσό της παραπέρα φωλιάς για να ταΐσει τα δικά του μικρά, ο λύκος θα πνίξει τα λυκόπουλα της διπλανής αγέλης, η χρήση της γλώσσας έχει και συνέπειες, γι’ αυτό καλύτερα να μην μιλάς καθόλου, «γιατί άλλωστε νομίζεις ότι σπανίως μιλάμε εμείς; Κάποτε μιλούσαμε, αλλά αποφασίσαμε να τελειώνουμε με αυτή τη μετάλλαξη καταδικάζοντάς την σε αχρηστία», κάτι τέτοια μου έλεγε εκείνο το πεύκο και στην αρχή (εντάξει δεν έχω χάσει τα μυαλά μου τελείως), ξαφνιάστηκα, εγώ είχα πάει μία βόλτα να ξεσκάσω κι εκεί που περνούσα από δίπλα του, λες και διάβασε τη σκέψη μου, στ’ αλήθεια διάβασε τη σκέψη μου, άκουσα μία φωνή να με χαιρετάει και αφού έψαχνα να βρω ποιος μου απευθύνθηκε, η κουβέντα κινήθηκε περίπου έτσι:
- Εδώ ρε, σου μιλάνε.
- Ώπα, τι παίζει; Τι έγινε;
- Δεν έχεις ξανακούσει δέντρο να μιλάει, ε; Αν κρίνω από το βλέμμα του μαλάκα που έχει χαραχτεί στη φάτσα σου, υποθέτω πως όχι.
- Μισό. Μιλάς σ’ εμένα; Εννοώ δηλαδή, μιλάς γενικά; Μα είσαι απλά ένα πεύκο.
- Απλή να πεις τη μάνα σου. Ναι ρε φίλε, μιλάω και τώρα μιλάω σ’ εσένα. Ξεπέρνα το σοκ να τελειώνουμε. Για πες μου, πιστεύεις στη μετά θάνατον ζωή;
- Τι πράγμα; Τι εννοείς;
- Τι να εννοώ ρε φίλε; Πιστεύεις, ναι ή όχι;
- Να με συγχωρείς, αλλά δεν συμβαίνει συχνά να μου πιάνει την κουβέντα ένα πεύκο.
- Πρώτα απ’ όλα, δεν είμαι ένα οποιοδήποτε πεύκο. Pinus nigra μάγκα μου, μαυρόπευκο. Όχι σαν τις λουλούδες τις χαλέπιες που αρπάζουν φωτιά πιο εύκολα κι από σπίρτο. Άσε που ούτε καν από το Χαλέπι δεν προέρχονται, μια ζωή τη ζουν μέσα στο ψέμα. Ξυπνήστε ζώα!
- Εντάξει, εντάξει, μαυρόπευκο λοιπόν. Δεν μου έχει ξαναπιάσει την κουβέντα ένα μαυρόπευκο.
- Άκου, δεν με ενδιαφέρουν τα κοινωνικά σου θέματα, εγώ σου έκανα μία απλή ερώτηση.
- Ποια είναι η ερώτηση;
- Ωχ, έμπλεξα με μαλάκα, σίγουρα. Πάμε πάλι. Πιστεύεις ρε φίλε στη μετά θάνατον ζωή;
- Δηλαδή τώρα εσύ, ένα πεύκο, συγγνώμη μαυρόπευκο, θέλεις να μάθεις αν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή.
- Ναι, θέλω εσύ, ένας μαλάκας, συγγνώμη, ένας άνθρωπος, να μου πεις αν πιστεύεις στη μετά θάνατον ζωή.
- Οκέι, ας παίξω αυτό το παιχνίδι να δω πού θα μας βγάλει.
Συνέχεια στο επόμενο (καλά, δεν παίρνω κι όρκο…)





































































