του Χάρη Σαρρή*

Το εύκολο, με την περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού, είναι να μείνει κανείς στην επιφάνεια. Να μιλήσει για τη «Μαρία των Τεμπών», να σχολιάσει την προέλευση, την ποιότητα, τον λόγο και την αισθητική όσων έδωσαν το παρών στην εκδήλωση της Θεσσαλονίκης στις 21 Μαΐου· να σταθεί είτε με θαυμασμό είτε με ειρωνεία απέναντι σε μια φιγούρα που παρουσιάζεται ως «άφθαρτη», «αυθεντική», «αποφασισμένη να τα βάλει με τις μαφίες», όπως ακούστηκε χαρακτηριστικά από το συγκεντρωμένο πλήθος. Είναι εύκολο, δηλαδή, να προσεγγίσει κανείς το φαινόμενο με όρους επικοινωνίας, αισθητικής ή ακόμη και πολιτικού lifestyle: ως ένα ακόμη «ποπ» επεισόδιο της δημόσιας ζωής, όπου η οργή, η αντισυστημικότητα και η ανάγκη για κάθαρση προσωποποιούνται σε ένα πρόσωπο που μοιάζει να έρχεται «απ’ έξω», χωρίς φθορά και χωρίς δεσμούς με το παλιό πολιτικό σύστημα. Ωστόσο, η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο· είναι ένα σημείο των καιρών. Και για να κατανοήσει κανείς πραγματικά τι εκφράζει η παρουσία της στην πολιτική κονίστρα δεν αρκεί να αναλύσει την ίδια ή το κοινό της. Πρέπει να κατανοήσει το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα μέσα από το οποίο αναδύθηκε.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ βήμα, λοιπόν, είναι κανείς να κατανοήσει το «πεδίο» στο οποίο λαμβάνει χώρα το παραπάνω «παίγνιο».

Ένα απο τα πιο επίμονα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής συγκρότησης είναι ότι η χώρα δεν απέκτησε ποτέ ένα σταθερό έρεισμα μέσα στη διαδοχή των μεγάλων ιστορικών σταδίων της δυτικής νεωτερικότητας. Η Ελλάδα δεν διήλθε με σαφή και οργανικό τρόπο από την προνεωτερικότητα στη νεωτερικότητα και από εκεί στη μετανεωτερική συνθήκη· αντιθέτως, συγκροτήθηκε ως ένα υβριδικό σχήμα, όπου μετανεωτερικά φαινόμενα –καταναλωτισμός, επικοινωνιακή πολιτική, αποϊδεολογικοποίηση– συνυπάρχουν με βαθιά βιωμένες προνεωτερικές δομές: οικογενειοκρατία, πελατειακές σχέσεις, προσωπικά δίκτυα εξουσίας και αδύναμη θεσμική κουλτούρα. Ο Νίκος Μουζέλης έχει περιγράψει την ελληνική περίπτωση ως μια μορφή «καθυστερημένης» ή «καχεκτικής» νεωτερικότητας, όπου οι θεσμοί του κράτους δεν αυτονομήθηκαν ποτέ πλήρως από τις προνεωτερικές κοινωνικές σχέσεις (Μουζέλης 1995, 42-47), ενώ ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ανέλυσε ήδη από τη δεκαετία του 1970 τη δομική αδυναμία συγκρότησης μιας ορθολογικής αστικής δημόσιας σφαίρας στην Ελλάδα και τη διαρκή εξάρτηση της πολιτικής από πελατειακά και οικογενειακά δίκτυα (Τσουκαλάς 1977, 118-126). Αντίστοιχα, ο Χριστόφορος Βερναρδάκης έχει επισημάνει ότι η ελληνική πολιτική κουλτούρα παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα σε παραδοσιακές μορφές κοινωνικής οργάνωσης και σε μια επιφανειακή ευρωπαϊκή θεσμικότητα (Βερναρδάκης 2011, 73-81). Η ιδιομορφία αυτή συνδέεται και με το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν πέρασε ποτέ από έναν ιστορικά ισχυρό Διαφωτισμό ανάλογο εκείνου της δυτικής Ευρώπης. Όπως έχει υπογραμμίσει ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο ελληνικός εκσυγχρονισμός υπήρξε αποσπασματικός και χαρακτηρίστηκε από μια στρεβλή και εργαλειακή πρόσληψη της νεωτερικότητας (Κονδύλης 1991, 25-32), ενώ ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης ανέδειξε τα όρια και τις αντιφάσεις του ελληνικού Διαφωτισμού υπό τη βαριά επίδραση της Ορθοδοξίας και της κοινοτικής παράδοσης (Κιτρομηλίδης 1996, 14-19). Τέλος, ο Βασίλης Καραποστόλης τόνισε τη σημασία της δυσπιστίας προς τους Θεσμούς, ένα χρόνιο φαινόμενο που οφείλεται στο ότι ελάχιστοι ήταν εκείνοι στην Ελλάδα που ανέλαβαν να εκπροσωπήσουν πειστικά το κοινό συμφέρον (Καραποστόλης 2010, 288-97).

Έτσι, ο ελληνικός εκσυγχρονισμός υπήρξε αποσπασματικός, χωρίς τη βαθιά εδραίωση κοσμικών θεσμών και μιας αυτόνομης δημόσιας σφαίρας που χαρακτήρισε τα ευρωπαϊκά κράτη. Η σημερινή Ελλάδα μοιάζει, συνεπώς, να αιωρείται ανάμεσα σε εποχές: ούτε πλήρως παραδοσιακή ούτε πραγματικά νεωτερική, με αποτέλεσμα η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς να μην αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο αλλά δομικό χαρακτηριστικό της ίδιας της ελληνικής κρατικής συγκρότησης.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ βήμα είναι να «διαβάσει» κανείς τη σημερινή ιστορική και κοινωνικοπολιτισμική συνθήκη της Ελλάδας.

Η Ελλάδα του 2026 είναι μια κοινωνία βαθύτατα τραυματισμένη από την εμπειρία της τελευταίας δεκαπενταετίας. Τα μνημόνια δεν ήταν απλώς ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής· λειτούργησαν ως μηχανισμός συνολικής κοινωνικής αναδιάρθρωσης. Η φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων της μεσαίας τάξης, η αποσάθρωση του πρωτογενούς τομέα και της βιομηχανικής παραγωγής, η συρρίκνωση της μικροεπιχειρηματικότητας –που ιστορικά αποτελούσε βασικό κύτταρο της ελληνικής οικονομίας– και η επέλαση των funds στην κατοικία και στα «κόκκινα δάνεια» διαμόρφωσαν μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, όπου η αίσθηση σταθερότητας και συνέχειας έχει πλέον χαθεί. Για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση, μεγάλα τμήματα της κοινωνίας βιώνουν όχι τον φόβο της προσωρινής δυσκολίας αλλά την πεποίθηση μιας μόνιμης ματαίωσης.

Ταυτόχρονα, έχει καταρρεύσει το μεταπολεμικό αφήγημα της κοινωνικής ανόδου. Για δεκαετίες, η ελληνική κοινωνία στηρίχθηκε στην ιδέα ότι ακόμη και οι μη προνομιούχοι μπορούσαν –έστω μέσα από αντιφάσεις, ανισότητες και πελατειακές στρεβλώσεις– να ανέλθουν την κοινωνική, οικονομική και πολιτική κλίμακα μέσω της δημόσιας εκπαίδευσης. Οι Πανελλήνιες Εξετάσεις αναδείχθηκαν σε σχεδόν μυθολογικό κόμβο της μεταπολεμικής ελληνικής ζωής ακριβώς επειδή συμπύκνωναν αυτή την υπόσχεση: ότι το παιδί μιας λαϊκής ή μικροαστικής οικογένειας μπορούσε, μέσω της μόρφωσης, να διεκδικήσει μια καλύτερη θέση στον κόσμο. Σήμερα, όμως, η υπόσχεση αυτή μοιάζει να έχει εξαντληθεί. Η εκπαίδευση δεν λειτουργεί πλέον ως εγγύηση κοινωνικής κινητικότητας αλλά συχνά ως μηχανισμός αναπαραγωγής των ήδη υπαρχουσών ανισοτήτων, μέσα σε μια αγορά εργασίας που αδυνατεί να απορροφήσει δημιουργικά ακόμη και υψηλά καταρτισμένους νέους ανθρώπους.

Μαζί με το μεταπολεμικό αφήγημα κατέρρευσε και το «οριζόντιο» στοιχείο της συλλογικής ταυτότητας. Η αίσθηση του ανήκειν –με όρους ταξικούς, μορφωτικούς, ιδεολογικούς ή ακόμη και εθνικού συλλογικού οράματος– υποχώρησε δραστικά. Το πέρασμα στη μετανεωτερική συνθήκη έφερε στο επίκεντρο το άτομο και ένα βαθιά ατομοκεντρικό μοντέλο ύπαρξης, όπου η αυτοπραγμάτωση, η προσωπική επιβίωση και η ιδιωτική διαχείριση του φόβου υπερισχύουν κάθε συλλογικού δεσμού. Οι μεγάλες αφηγήσεις αποδυναμώθηκαν χωρίς να αντικατασταθούν από νέες μορφές κοινωνικής συνοχής. Μέσα σε αυτό το κενό, η πολιτική παύει να οργανώνεται γύρω από συνεκτικά κοινωνικά υποκείμενα και μετατρέπεται ολοένα περισσότερο σε πεδίο συναισθηματικών ταυτίσεων, ηθικής αγανάκτησης και προσωποποιημένων προσδοκιών σωτηρίας.

Η Μαρία Καρυστιανού, υπό αυτή την οπτική, δεν είναι απλώς ένα δημόσιο πρόσωπο ή μια μεμονωμένη φωνή διαμαρτυρίας. Είναι ένα σημείο των καιρών. Αποτελεί την προσωποποίηση της φτωχοποιημένης και αποδιοργανωμένης μεσαίας τάξης, η οποία «κάηκε» –κυριολεκτικά και μεταφορικά– μέσα στη διάρκεια των τελευταίων δεκαπέντε ετών. Το έγκλημα των Τεμπών λειτουργεί εδώ ως συμβολικός συμπυκνωτής μιας ολόκληρης ιστορικής διαδρομής: της διαδρομής από την υπόσχεση της ευημερίας και της κοινωνικής ανόδου προς την εμπειρία της ανασφάλειας, της απαξίωσης και της απώλειας θεσμικής εμπιστοσύνης που διαμορφώθηκε από την εποχή των Μνημονίων έως σήμερα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η φωνή της Καρυστιανού δεν μπορεί να ιδωθεί απλώς ως ατομική έκφραση πένθους ή οργής. Είναι μια φωνή πυκνά φορτισμένη με την εμπειρία απώλειας σε πολλαπλά επίπεδα: προσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό, οικονομικό και τελικά συμβολικό. Εκφράζει την κατάρρευση όχι μόνο ενός συγκεκριμένου βίου, αλλά και μιας ευρύτερης αίσθησης ασφάλειας και προβλεψιμότητας που κάποτε συγκροτούσε τον κοινωνικό ιστό.

ΩΣΤΟΣΟ, το κρίσιμο σημείο βρίσκεται αλλού: στη φωνή της Μαρίας Καρυστιανού προβάλλονται, ταυτόχρονα, οι ματαιώσεις πολλών διαφορετικών κοινωνικών υποκειμένων. Η δημόσια απήχησή της, πάντως, δεν λειτουργεί ενοποιητικά με την έννοια της συγκρότησης ενός συνεκτικού συλλογικού «εμείς», αλλά συσσωρευτικά. Ως ένα πεδίο όπου ετερογενείς οργές, απογοητεύσεις και αδιέξοδα συνυπάρχουν χωρίς να μετασχηματίζονται σε κοινό πολιτικό λόγο. Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη ηχητική βαβέλ: μια πληθώρα φωνών-ματαιώσεων που συντονίζονται συναισθηματικά, αλλά δεν αποκρυσταλλώνονται σε ένα σταθερό, «από τα κάτω» συλλογικό αφήγημα με οριζόντια συνοχή και πολιτική μορφή.

Ένα τέτοιο εγχείρημα, όμως, μοιάζει εξ αρχής με καράβι χωρίς τιμόνι. Ακόμη και αν αντλεί τη δύναμή του από μια αυθεντική κοινωνική οργή, παραμένει ευάλωτο τόσο στην εσωτερική του ρευστότητα όσο και στις εξωτερικές του ετεροκατευθύνσεις. Είναι εύκολο –ανεξάρτητα από τις όποιες προθέσεις της Μαρίας Καρυστιανού– να «καπελωθεί» από οργανωμένα πολιτικά ή επικοινωνιακά συμφέροντα, ακριβώς επειδή δεν διαθέτει σταθερούς θεσμικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς επεξεργασίας του αιτήματος που το γεννά. Ταυτόχρονα, μπορεί να λειτουργήσει ως βαλβίδα αποσυμπίεσης: ως ένας χώρος εκτόνωσης της κοινωνικής έντασης, χωρίς όμως μετατροπή της σε διαρκές πολιτικό σχέδιο.

Σε αυτή την περίπτωση, η αποσυμπίεση δεν οδηγεί σε θεσμική ανασύνταξη αλλά σε μια μορφή πρόσκαιρης πολιτικής εκτόνωσης, η οποία ενδέχεται να πάρει τη μορφή ενός κόμματος «μιας χρήσης» – ενός πολιτικού μορφώματος που αναδύεται για να εκφράσει μια συγκυριακή ένταση και στη συνέχεια αποσυντίθεται με την ίδια ταχύτητα με την οποία συγκροτήθηκε. Το αποτέλεσμα ενός τέτοιου κύκλου δεν είναι η υπέρβαση του υπαρκτού πολιτικού και κοινωνικού χάσματος, αλλά η αναπαραγωγή του. Έτσι, όσοι επενδύουν προσδοκίες σε αυτή τη διαδικασία κινδυνεύουν να βρεθούν για μια ακόμη φορά «πολιτικά άστεγοι» και διαψευσμένοι. Την ίδια στιγμή, η απόσταση ανάμεσα σε κοινωνικές ελίτ και ευρύτερα λαϊκά στρώματα δεν γεφυρώνεται, αλλά αντιθέτως παγιώνεται και ενδέχεται να διευρυνθεί περαιτέρω, μέσα από την επαναλαμβανόμενη αδυναμία συγκρότησης στιβαρών συλλογικών προταγμάτων.

ΤΙ, ΤΕΛΙΚΑ, μπορεί κανείς να διακρίνει πίσω από το εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού; Φρονώ ότι, αυτό που αναδύεται μέσα από όλη αυτή τη διαδρομή –από το θεσμικά ασταθές ελληνικό ιστορικό υπόστρωμα, στη μεταμνημονιακή κοινωνική αποδιάρθρωση και έως τη σημερινή έκρηξη προσωποποιημένης οργής– είναι μια βαθιά δυσκολία μετατροπής της συλλογικής εμπειρίας σε σταθερό πολιτικό σχέδιο, με βάση ένα συλλογικό όραμα.

Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού συμβολίζει αυτό ακριβώς το ρήγμα: τη μετάβαση από την κοινωνική ματαίωση στη δημόσια φωνή, χωρίς όμως να διασφαλίζεται η μετουσίωση της φωνής σε διαρκές, οριζόντιο και συνεκτικό πολιτικό αφήγημα. Η ίδια μπορεί να μιλά για δικαιοσύνη, κάθαρση, δημοκρατία ή αξιοπρέπεια. Όμως, τα λόγια της –όσο ηθικά φορτισμένα κι αν είναι– ηχούν συχνά σαν μια γενικόλογη «έκθεση ιδεών», περισσότερο κατάλληλη για τη Βουλή των Εφήβων παρά για τη συγκρότηση ενός στιβαρού κοινωνικού και πολιτικού προτάγματος. Και αυτό δεν αφορά πρωτίστως την ίδια, αλλά την έρημο μέσα στην οποία αντηχεί η φωνή της. Μια έρημο που διαμορφώθηκε μέσα από τη μακρά συμβολική ερημοποίηση της ελληνικής κοινωνίας: τη διάλυση των συλλογικών δεσμών, την κατάρρευση των κοινών αφηγήσεων, τη μόνιμη ανασφάλεια και τη μετατροπή της πολιτικής από πεδίο συλλογικής πράξης σε χώρο διάχυτης οργής και εξατομικευμένης ματαίωσης. Μέσα σε αυτό το τοπίο, ακόμη και η πιο αυθεντική κραυγή κινδυνεύει να παραμένει, τελικά, μια «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».

* Ο Χάρης Σαρρής είναι εθνομουσικολόγος

Βιβλιογραφία

– Βερναρδάκης, Χριστόφορος. «Το ελληνικό πολιτικό σύστημα: Όψεις της ελληνικής εμπειρίας». Αθήνα: Σαββάλας, 2011.
– Καραποστόλης, Βασίλης. «Διχασμός και εξηλέωση – Περί πολιτικής ηθικής των Ελλήνων». Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2010.
– Κιτρομηλίδης, Πασχάλης. «Νεοελληνικός Διαφωτισμός». Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1996.
– Κονδύλης, Παναγιώτης. «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού: Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία». Αθήνα: Θεμέλιο, 1991.
– Μουζέλης, Νίκος. «Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα». Αθήνα: Θεμέλιο, 1995.
– Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος. «Εξάρτηση και αναπαραγωγή: Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830–1922)». Αθήνα: Θεμέλιο, 1977.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!