Εγγύηση ποιοτικού κινηματογράφου για όλα τα γούστα αποτελεί το όνομα του πολυσχιδή 63χρονου Αμερικανού σκηνοθέτη Στίβεν Σόντερμπεργκ, που από ανανεωτής του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά με το ρεαλιστικό δράμα «Σεξ ψέματα και  βιντεοταινίες» (1989) και το κοινωνικό «Έριν Μπρόκοβιτς» (2000) σύντομα καθιερώθηκε σε διακεκριμένο σκηνοθέτη απολαυστικών εμπορικών ταινιών δράσης, ανάμεσά τους τις επανεκδόσεις ταινιών με ληστείες «Η συμμορία των 11,12,13», (2001, 2004, 2007) και το προφητικό θρίλερ πανδημίας «Contagion» (2011). Ο μακρύς κατάλογος των πάντα πολύ διαφορετικών θεματικών επιλογών του καλύπτει σχεδόν όλα τα κινηματογραφικά είδη, από τη σειρά αισθηματικών μουσικοχορευτικών κομεντί «Magic Mike» (2012, 2015, 2023) και το ποπ βιογραφικό δράμα «Behind the candelabra» (2013), αλλά και το ψυχολογικό θρίλερ «Παρενέργειες» (2013), το εξολοκλήρου γυρισμένο σε κινητό πειραματικό θρίλερ «Unsane» (2018), καθώς και τη διμερή επική πολιτική βιογραφία «Τσε ο Αργεντίνος» (2008), μέχρι το περσινό κατασκοπευτικό «Σκιές στο Σκοτάδι» (2025). Σήμα κατατεθέν του η ρεαλιστικής χροιάς σφιχτή πλοκή και οι εξαιρετικές ερμηνείες από πλειάδα διάσημων και ικανών ηθοποιών όπως Μάικλ Ντάγκλας, Τζωρτζ Κλούνεϊ, Ματ Ντέιμον κ.ά.

Στη νέα ταινία του «Οι Κρίστοφερ», ο Σόντερμπεργκ δοκιμάζεται στο είδος ταινιών για τη σχέση μέντορα-μαθητή. Μια ικανή συντηρήτρια έργων τέχνης προσλαμβάνεται από τα αποξενωμένα παιδιά ενός διάσημου, αλλά αποσυρμένου ηλικιωμένου ζωγράφου, για να πλαστογραφήσει στα κρυφά μια σειρά 8 ημιτελών παλιότερων πορτρέτων αλλοτινών εραστών του, τους επονομαζόμενους και «Κρίστοφερ», προσδοκώντας να πουληθούν μετά θάνατον ακριβότερα.

Αντισυμβατικός κουίρ καλλιτέχνης, δηλωμένος αμφιφυλόφιλος και γνωστός ως «τρομερό παιδί» της ζωγραφικής, ο 85χρονος Τζούλιαν Σκλάρ (Ίαν ΜακΚέλεν) βρίσκεται στην επικαιρότητα όχι πλέον για την καλλιτεχνική του δεινότητα, καθώς έχει χρόνια να πιάσει πινέλο, αλλά για την τρομακτική ευγλωττία του να αντιμετωπίζει σε τηλεοπτικά ριάλιτι σόου κάθε επίδοξο καλλιτέχνη. Αποσυρμένος στο παλιό τριώροφο αρχοντικό του, κάπου στο σύγχρονο Λονδίνο, γνωρίζεται με τη νέα του βοηθό Λόρι Μπάτλερ (Μικαέλα Κόελ), που προσέλαβαν τα δυο παιδιά του Μπάρναμπι και Σάλυ. Πεπεισμένος αρχικά πως η λιγομίλητη Λόρι βρίσκεται εκεί για να καταγράψει τους διάσπαρτους στο ακατάστατο σπιτικό πίνακές του, κλονίζεται η εμπιστοσύνη του, όταν διαπιστώνει έντρομος, πως είναι έμπειρη συντηρήτρια έργων τέχνης. Σίγουρος πως αυτό σχετίζεται με τους κρυμμένους απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα, πορτρέτα «Κρίστοφερ», που έχουν πάρει μυθικές διαστάσεις, ο καχύποπτος Τζούλιαν πεισματικά ανένδοτος να τους τελειώσει εδώ και πάνω από μια 25ετια, της δίνει εντολή να τους καταστρέψει. Η σχέση τους κλονίζεται περαιτέρω μόλις διαβάσει μια οργισμένη κριτική της για έναν πίνακά του. Βαθιά προδομένος της ζητάει εξηγήσεις, αγνοώντας το μερίδιο της εμπλοκής του στην απόφασή της να απομακρυνθεί από τις αρχικές καλλιτεχνικές της επιδιώξεις.

Όπως ένας συντηρητής έργων τέχνης αποκαλύπτει κάτω απ’ τα παλιότερα στρώματα στο τελάρο, ένα χαμένο αριστούργημα, και εδώ, το σενάριο, σε υπογραφή Έντ Σόλομον, ξεκινάει φαινομενικά με μια απάτη πλαστογράφησης έργων τέχνης για να καταλήξει μετά από απροσδόκητες αλλαγές, σε μια εκρηκτική σχέση φιλίας-μίσους, που αναδεικνύει τα εσώτερα τραύματα, που ώθησαν τους πρωταγωνιστές να απομακρυνθούν από την καλλιτεχνική δημιουργία. Έτσι, η πλοκή για τη φαινομενικά αρχική απάτη αποκτά βαθύτερα επίπεδα, που ανανεώνει και τους δυο.

Το επεξεργασμένο σενάριο, γεμάτο απολαυστικούς λεκτικούς διαξιφισμούς με πνευματώδεις χαρακτηρισμούς και αιχμηρές ατάκες για το νόημα της τέχνης και την ευθραυστότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, επικεντρώνεται στη σχέση δυο διαμετρικά αντίθετων χαρακτήρων. Συγκρατημένη και πρακτική η αφρικανικής καταγωγής Λόρι διάγει μετρημένη ζωή. Βιοπορίζεται δουλεύοντας σε καντίνα κινέζικου φαγητού και συγκατοικεί με άλλους νεαρούς καλλιτέχνες. Παρατηρητικότητα, γνώση, αίσθηση τεχνογνωσίας και μεθοδικότητα που διαθέτει την μετατρέπουν σε ικανό λαγωνικό, έτοιμο να οσφρανθεί την ιδιαιτερότητα του καλλιτέχνη που επιχειρεί να πλαστογραφήσει. Με σοκολατί χρώμα και πρόσωπο με αδρά χαρακτηριστικά σαν πρωτόγονη αφρικανική μάσκα, κυκλοφορεί φορώντας προσεγμένους χρωματικούς συνδυασμούς. Στον αντίποδα, ο διαρκώς αυτοσαρκαζόμενος Τζούλιαν μιλάει ασταμάτητα, «αδιαφορώντας για τις απαντήσεις». Παρότι ο ίδιος μονολογεί πως «η τέχνη και το ταλέντο του, τον έχουν αφήσει εδώ και καιρό», ρίχνεται στη μάχη σαν γέρικο λιοντάρι, πετώντας διαρκώς καυστικές ατάκες γνήσιου φλεγματικού χιούμορ, παραμένοντας μαχητής των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων, απηχώντας τον πραγματικό χαρακτήρα του ηθοποιού, ενώ  «στολίζει» τα ατάλαντα παιδιά του με ευφάνταστους χαρακτηρισμούς: ο σκάρτος «γύπας» Μπάρναμπι, που είναι «σαν ναυάγιο στο βυθό» και η μέγαιρα «ύαινα» Σάλυ, «σαν εκτροχιασμένο τρένο» και αντιπαθεί θανάσιμα «τα κομπλιμέντα που φωνάζουν δουλοπρέπεια», πεπεισμένος πως «δεν μπορείς να κρίνεις την τέχνη από το διαδίκτυο». Η Λόρι, οργισμένη για έναν ταλαντούχο καλλιτέχνη που έχασε το δρόμο του, τον επικρίνει ανελέητα, σε μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική ανάλυση με ψυχαναλυτικό χαρακτήρα. Αυτή η συγκρουσιακή σχέση μέντορα-μαθητή που αντιστρέφεται με κωμικά απρόβλεπτα αποτελέσματα, ανακαλεί και τον «Συνοδό» (2010/Σάρι Σπρίνγκερ Μπέργκμαν). Οι δυο αντιπαραθετικοί χαρακτήρες, σαν θεατρικό ντουέτο ενορχηστρωμένο στην εντέλεια, ενισχύονται και από τις εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών, ιδιαίτερα με το στόμφο που τονίζει και σέρνει τις λέξεις ο απολαυστικός θεατρικός ηθοποιός Ίαν ΜακΚέλεν –ο γνωστός μάγος Γκάνταλφ.

Γεμάτο πετυχημένες ατάκες που σπάνε κόκκαλα -στο μπρίο ενός σκοτεινότερου Γούντι Άλλεν- όπως «έναν τέτοιο πίνακα είδε ο ψυχαναλυτής μου και βγήκε πρόωρα στη σύνταξη» ή «αν το 75% των εγγραφών στις σχολές Καλών Τεχνών είναι γυναίκες, τότε γιατί δεν συναντάμε αντίστοιχο ποσοστό έργων τους στα μουσεία;», στο σενάριο αποκαλύπτονται μέσα από τους διαλόγους επιμέρους στοιχεία για την αυθαίρετη αξιολόγηση και κοστολόγηση ενός έργου τέχνης, που μετατρέπεται σε ισχυρή οικονομική επένδυση και φορολογικό καταφύγιο.

Εξαιρετική παραμένει και η αεικίνητη κάμερα που ακολουθεί τους ηθοποιούς με τη σωματοποιημένη ένταση ενός Κασσαβέτη, σε μεγάλης διάρκειας λήψης, όταν ανεβοκατεβαίνουν τους ορόφους του αρχοντικού, μεταφέροντας ρεαλιστική αμεσότητα, κατάλοιπο του ανεξάρτητου κινηματογράφου στον Σόντερμπεργκ.

Σε μια φαινομενικά γραμμική αφήγηση εξελίσσεται η σχέση των πρωταγωνιστών, ωστόσο στην αφηγηματική ροή εύστοχα παρεμβάλλονται μερικά αποσπάσματα διαδικτυακών βίντεο από το παρελθόν τους, εμπλουτίζοντάς τους με μια έξυπνη συμπληρωματική αφηγηματική τακτική, σε αντιστοιχία με τα φλασμπάκ.

Η καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία των πρωταγωνιστών μεταφέρεται κυρίως μέσα από το μποέμ στυλ της ενδυματολογικής αισθητικής με πλεκτά σε αντιθετικούς χρωματικούς συνδυασμούς. Ιδιαίτερο στίγμα δίνει και το γεμάτο παλιά έπιπλα και αντικείμενα τέχνης σπίτι σαν μουσείο.

Η ένταση της στιγμής, μόλις η Λόρι βρίσκει τους πίνακες, υπογραμμίζεται από την πρωτότυπη μουσική του συνθέτη ηλεκτρονικής μουσικής και διάσημου DJ Ντέιβιντ Χόλμς, παλιού συνεργάτη του Σόντερμπεργκ. Αντίστοιχα, πρωτότυπη μουσική πάλι υπογράφει την αίσθηση που νιώθει ο Τζούλιαν, μόλις ξαναγευτεί την έκσταση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, βουτώντας τα δάχτυλά του σε ροζ μπογιά, χυμώντας στον πίνακα «σα γέρικη χορευταρού μαϊμού στο φυσικό της περιβάλλον», καταλήγοντας τελικά αντί να καταστρέψει, να επαναδημιουργήσει «σαν η καταστροφή να είναι η κατασκευή του πίνακα».

Εξαιρετική σκηνοθετική ιδέα στο τέλος, η γειτνίαση του πρώτου και του τελευταίου έργου του καλλιτέχνη, καθώς το πρώτο του έργο είχε αποτελέσει βασικό έναυσμα για να στραφεί στην τέχνη η Λόρι, ενώ το τελευταίο ήταν επιπλέον αφιερωμένο σε αυτήν. Έτσι, στη συγκινητική τελευταία σκηνή, η Λόρι τοποθετεί δίπλα στο τελευταίο έργο του -ένα ημιτελές αυτοπορτρέτο με το θλιμμένο αλλά γεμάτο σπίθες βλέμμα του- το φυλλάδιο με το πρώτο του έργο «Αγόρι κάτω από σύννεφο» που είχε ζωγραφίσει 6 ετών, συνοψίζοντας με δυο πίνακες -όπως μέσα και σε δυο ημερομηνίες γέννησης/θανάτου- την πορεία ενός ηχηρού ασυμβίβαστου καλλιτέχνη.

*Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, [email protected]

INFO

Στο καθιερωμένο ετήσιο ΤΑΙΝΙΟΡΑΜΑ 2026, στον κινηματογράφο ΑΣΤΥ, θα προβληθούν 81 ταινίες εμβληματικών σκηνοθετών με 3 ταινίες καθημερινά (28/5-24/6/2026) με ενιαίο εισιτήριο 6€ ή κάρτα διαρκείας για όλες τις ταινίες με 44€. Περισσότερα: www.asty-cinema.gr

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!