της Μαρίας Μανδάλου
Ήταν ετούτος, το λοιπόν, ένας αόρατος Κάφκας. Με σίγμα τελικό. Σκουλήκια μελάμπυγα στο φιλιατρό της ονείρωξης, γλαστράκια κι αλκυόνες στο μελάνι του. Με μιας Φελίτσιτα τις ρώγες, κομποσκοίνι. Μες τα μπορντέλα κυλιότανε ο έρμος, δήθεν, μα δεν του σηκωνότανε. Με τίποτις. Ολωσδιόλου καφκικόν. Το πρόβλημα. Έκαστον πρόβλημα ψάχει και τη λύση του. Η λύσις! Με σίγμα τελικό. Σμίγαν και ξανασμίγανε του Κάφκαντος τα φρύδια. Ο πλάνης πλανήτης ρευόταν έλεος, πρωτίστως, ιστορικό ρεβιζιονισμό και σβουνιά, η οποία, ως γνωστόν, προκάλεσε και την κλιματική αλλαγή. Στο διά ταύτα μεθανολήπτες, στο διά ταύτα! Σβουνιά, νικέλιο, φώσφορος λευκός, αυτός ντε, ο απηγορευμένος, ως άλλος καρπός της Εδέμ, εκεί που κάποτες με φύλλον συκής σουλατσάρανε οι άφυλοι. Ο καθείς και το δικό του φύλλον συκής, ο καθείς και το φύλο του, φύλα υπάρχουν πλέον μπόλικα, μπορείτε να διαλέξετε, δικαίωμα! Ετούτος ήταν, ωστόσο, μα πόσα κόμματα, ένας αόρατος Κάφκα. Με ημίψηλο θέτε; Με πλατύγυρο; Με σομπρέρο μεξικάνικο; Όλα τα είχε δοκιμάσει, το κλακ του πήγαινε χάρμα. Όπως και η Φελίτσιτα. Ή μήπως η Μιλένα; Πάντως, γράμματα τους έγραφε. Γενικώς και ειδικώς, όλο έγραφε. Ανάμεσα στα γράμματα, έγραφε και πράματα. Σπουδαία και τρανά, εξ’ ού και το «καφκικόν», διά τα περαιτέρω. Το πρόβλημα προέκυψε όταν αντήλλαξε την Πράγα με το Βερολίνο και τον τσακώσανε οι μάγκες του Τρίτου. Ράιχ. Βρε μπας κι ήτο ουβριός; Μέγας είσαι Κύριε, και θαμαστά σου ούλα! Τον τσακώσανε, τον περιποιήθηκαν, τον ξαποστείλανε στον Πύργο του, εκεί έγραψε και τη Δίκη, μ’ άλλα λόγια, καλό του εκάμνανε, έτσι γεννιούνται οι συγγραφείς και οι ήρωες, αρχαίοι, νεώτεροι ή και νεόκοποι. Ωμέγα και όμικρον σε πλέρια άμιλλα, αμιγώς καφκικήν, την ώρα που ανεβαίνει καλπάζοντας η τιμή του μπρεντ, αυτά λέγει η Ιστορία, αυτό μαρτυρεί και ο περι-γράφων. Όστις και δεν ξεύρει πώς και διατί προέκυψεν σήμερις αυτός ο Κάφκας, με σίγμα τελικό. Μπορεί να είναι ο τραμπικός «μας» ο ξεσκούφωτος καιρός, μπορεί η ισοπεδωμένη Γάζα, οι ξεκοιλιασμένες ελιές της Δυτικής Όχθης, του Λιβάνου τα νώτα, του Ισφαχάν τα παραμύθια σε βερσιόν θριντί, ουδαμώς η θλίψις περαιούται, μπορεί της Χερσώνας ή της Οντέσσα η Κάθοδος στα άδυτα Άδη Καιρού, μεταπράτη… Η Δίκη, στου Πύργου τα βρυαρά περάσματα, παγάνα στήνοντας στο υβλαίο σκαθάρι, στον ύστερο Γκοντό, στους μαυροσκούφηδες του Άρη, ή στους διακόσιους της Καισαριανής, ατάραχους κι ανθρωπεμένους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, μια δρασκελιά πριχού την άναστρη νύχτα των Κρυστάλλων…





































































