Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται ένας ακόμη μεγάλος διαγωνισμός παραχώρησης δημόσιας περιουσίας, με το Υπερταμείο να προχωρά στην «αξιοποίηση» 22 περιφερειακών αεροδρομίων της χώρας για χρονικό διάστημα που αγγίζει τα 40 χρόνια. Η διαδικασία δημοσιεύτηκε ήδη στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός project που προετοιμάζεται εδώ και περισσότερα από έξι χρόνια.
Τα αεροδρόμια που περιλαμβάνονται στη διαδικασία παραχώρησης είναι της Αλεξανδρούπολης, του Αράξου Αχαΐας, της Αστυπάλαιας, της Ικαρίας, των Ιωαννίνων, της Καλύμνου, της Καρπάθου, της Κάσου, του Καστελόριζου, της Καστοριάς, της Κοζάνης, των Κυθήρων, της Λέρου, της Λήμνου, της Μήλου, της Νάξου, της Νέας Αγχιάλου Μαγνησίας, της Πάρου, της Σητείας Κρήτης, της Σκύρου, της Σύρου και της Χίου.
Το μοντέλο που επιλέγεται είναι αυτό της ενιαίας παραχώρησης (cluster), με τον παραχωρησιούχο να αποκτά το δικαίωμα διοίκησης, λειτουργίας, ανάπτυξης, επέκτασης, συντήρησης και εμπορικής εκμετάλλευσης των αεροδρομίων. Ωστόσο, το Υπερταμείο διατηρεί το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, να εξαιρέσει ένα ή περισσότερα αεροδρόμια, ανάλογα με το επενδυτικό ενδιαφέρον.
Ένα κερδοφόρο «πακέτο»
Παρά την παρουσίαση της διαδικασίας ως αναπτυξιακής πρωτοβουλίας, τα δεδομένα δείχνουν ότι πρόκειται για ένα πακέτο με σημαντική εμπορική αξία. Τα 22 αεροδρόμια εξυπηρέτησαν το 2025 συνολικά 2.444.722 επιβάτες, καταγράφοντας αύξηση 10,8% την τελευταία τριετία. Αεροδρόμια όπως της Πάρου, της Αλεξανδρούπολης και της Χίου ξεπέρασαν τους 300.000 επιβάτες, ενώ και άλλοι προορισμοί, όπως η Νάξος και η Κάρπαθος, παρουσιάζουν ισχυρή δυναμική. Ακόμη και μικρότεροι αερολιμένες εμφανίζουν αυξητικές τάσεις, ενισχύοντας το συνολικό επενδυτικό ενδιαφέρον.
Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια αγορά με σαφή προοπτική κερδοφορίας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου ο τουρισμός συνεχίζει να αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας. Το γεγονός ότι τα αεροδρόμια συγκεντρώνονται σε ένα ενιαίο χαρτοφυλάκιο επιτρέπει στους επενδυτές να αντισταθμίσουν τα λιγότερο εμπορικά σημεία με πιο δυναμικούς προορισμούς, διασφαλίζοντας συνολικά θετικές αποδόσεις.
Ζητήματα εθνικής ασφάλειας
Κοιτώντας κανείς τη λίστα των προς εκποίηση αεροδρομίων, γίνεται εμφανές πως σε πέντε από τα 22 αεροδρόμια (Κάρπαθος, Άραξος, Λήμνος, Νέα Αγχίαλος και Σκύρος) υπάρχει ταυτόχρονη παρουσία της Πολεμικής Αεροπορίας. Για τον λόγο αυτό, στα τεύχη του διαγωνισμού προβλέπονται ειδικοί όροι που συνδέονται με ζητήματα εθνικής ασφάλειας και άμυνας. Όπως επισημαίνεται, οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές θα πρέπει να αποδεχθούν περιορισμούς που αφορούν ακόμη και τη μετοχική τους σύνθεση, καθώς και ρήτρες που μπορεί να επηρεάζουν τη λειτουργία ή τη μεταβίβαση της παραχώρησης. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει ότι οι υποδομές αυτές δεν είναι απλώς εμπορικά assets, αλλά φέρουν και κρίσιμη γεωστρατηγική σημασία, σε ένα περιβάλλον αυξημένων διεθνών εντάσεων και περιορισμών.
Μια υπόθεση με προϊστορία
Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως συνέχεια της προηγούμενης μεγάλης παραχώρησης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στη γερμανική Fraport AG. Εκείνη η συμφωνία παρουσιάστηκε επίσης ως αναγκαία για την αναβάθμιση των υποδομών. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ουσιαστικός δημόσιος απολογισμός για το κατά πόσο το τίμημα και οι όροι της σύμβασης ανταποκρίθηκαν στο πραγματικό όφελος για τη χώρα, ούτε για το ποιο ήταν το συνολικό ισοζύγιο για το Δημόσιο και τους πολίτες. Μια χώρα που έχει «επιλέξει» τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού ως μοντέλο ανάπτυξης, παραδίδει σε ξένα χέρια ένα από τα βασικά εργαλεία ανάπτυξης αυτού, όπως είναι τα αεροδρόμια (οι βασικές πύλες εισόδου). Πρόκειται, πέραν κάθε αμφιβολίας, για μια αυτοκτονική πολιτική των ελίτ, ενδεικτική της αποικιοκρατικής φύσης του καθεστώτος που έχει επιβληθεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.
«Επενδυτές» με κρατική ενίσχυση
Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το ζήτημα των επενδύσεων που απαιτούνται για την αναβάθμιση των υποδομών. Παρότι τυπικά αυτές θα αποτελέσουν υποχρέωση του παραχωρησιούχου, η διακήρυξη αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο σημαντικής χρηματοδοτικής συμμετοχής του Δημοσίου. Συγκεκριμένα, αναφέρεται πως «τμήμα των προς εκτέλεση απαιτούμενων έργων ενδέχεται να τύχει επιχορήγησης με την ένταξή του σε σχετικό πρόγραμμα επιχορήγησης ή λοιπά χρηματοδοτικά προγράμματα χρηματοδοτούμενα από εθνικούς ή/και από ευρωπαϊκούς πόρους, ή να τύχει άμεσης ή έμμεσης χρηματοδοτικής συμβολής ή ενίσχυσης από το ελληνικό Δημόσιο».
Με απλά λόγια, το μοντέλο που διαμορφώνεται παραπέμπει σε μια γνώριμη πρακτική: τα έσοδα και η εκμετάλλευση να περνούν στον ιδιώτη, ενώ το κόστος των βασικών επενδύσεων να επιβαρύνει, εν μέρει ή πλήρως, το Δημόσιο. Έτσι, ο κίνδυνος κοινωνικοποιείται, ενώ το όφελος ιδιωτικοποιείται! Η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν αποτελεί μεμονωμένη επιλογή, αλλά εντάσσεται σε μια συνεχή στρατηγική που ξεκίνησε στα χρόνια των μνημονίων. Το ΤΑΙΠΕΔ, και στη συνέχεια το Υπερταμείο, συγκρότησαν το θεσμικό πλαίσιο μέσω του οποίου η δημόσια περιουσία μετατρέπεται σε «επενδυτικό προϊόν», με στόχο τη μεγιστοποίηση εσόδων και την εξυπηρέτηση του χρέους.
Το Υπερταμείο ως καθεστώς διαρκούς επιτροπείας
Η συζήτηση για το Υπερταμείο δεν αφορά απλώς έναν οργανισμό διαχείρισης δημόσιας περιουσίας. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η οικονομική υποταγή της χώρας μετά τα μνημόνια. Το ΤΑΙΠΕΔ, που ιδρύθηκε το 2011 στο πλαίσιο των πρώτων μνημονίων, αποτέλεσε τον αρχικό μηχανισμό εκποίησης: ακίνητα, λιμάνια, αεροδρόμια, συμμετοχές σε δημόσιες επιχειρήσεις πέρασαν σε διαδικασία πώλησης ή παραχώρησης, με τα έσοδα να κατευθύνονται στην αποπληρωμή του χρέους, δηλαδή στους δανειστές.
Το 2016, με το τρίτο μνημόνιο, αυτή η λογική διευρύνθηκε και θεσμοθετήθηκε σε πιο μόνιμη βάση μέσω του Υπερταμείου (ΕΕΣΥΠ). Σε αυτό εντάχθηκαν το ΤΑΙΠΕΔ, η ΕΤΑΔ, το ΤΧΣ και οι βασικές ΔΕΚΟ, όπως η ΔΕΗ, η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ. Έτσι έχουμε πλέον όχι μόνο αποκρατικοποιήσεις, αλλά μια «συνολική διαχείριση» της δημόσιας περιουσίας με κύριο στόχο τη «μεγιστοποίηση της αξίας» της δημόσιας περιουσίας, με ορίζοντα δεκαετιών. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η υποθήκευσή της για διάρκεια 99 ετών (μένουν έτσι μόλις… 89 χρόνια!).
Παρά το αφήγημα περί «εξόδου από τα μνημόνια» που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια, οι βασικοί αυτοί μηχανισμοί όχι μόνο παραμένουν, αλλά λειτουργούν ως θεμέλιο της οικονομικής πολιτικής. Το ΤΑΙΠΕΔ συνεχίζει να προωθεί αποκρατικοποιήσεις, ενώ το Υπερταμείο διαχειρίζεται ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο περιουσιακών στοιχείων, υπό την εποπτεία ευρωπαϊκών και διεθνών «θεσμών». Η επιτροπεία μπορεί να έχει αλλάξει μορφή, αλλά δεν έχει αρθεί.
Σήμερα, μάλιστα, το Υπερταμείο επιχειρεί να μετασχηματιστεί από διαχειριστή περιουσίας σε ενεργό επενδυτικό φορέα. Όπως παρουσιάστηκε στο πρόσφατο Φόρουμ των Δελφών, στόχος είναι η επιτάχυνση επενδύσεων σε υποδομές, ενέργεια, logistics και ψηφιακό μετασχηματισμό, με τα 22 περιφερειακά αεροδρόμια, λιμένες και μαρίνες να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Το χαρτοφυλάκιο υπερβαίνει τα 12 δισ. ευρώ και η στρατηγική συνοψίζεται σε «Μετασχηματισμό – Ανάπτυξη – Επενδύσεις».
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη γλώσσα της ανάπτυξης παραμένει η βασική αρχή: η δημόσια περιουσία αξιοποιείται με γνώμονα την αγορά και την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων, ενώ τα έσοδα συνεχίζουν να συνδέονται με την εξυπηρέτηση του χρέους. Η μετάβαση σε ένα «επενδυτικό κράτος» πάει χέρι-χέρι με το γεγονός ότι η διαχείριση αυτών των πόρων γίνεται εντός ενός πλαισίου που έχει διαμορφωθεί εκτός της κοινωνίας, με τους πολίτες και την ελληνική κοινωνία να έχουν χάσει κάθε λόγο για τη συλλογική μας περιουσία.
Έτσι το Υπερταμείο παραμένει, όχι άδικα, σύμβολο της θεσμοποίησης μιας διαρκούς επιτροπείας. Ένας μηχανισμός που εξασφαλίζει ότι η δημόσια περιουσία θα παραμένει δεσμευμένη σε συγκεκριμένες στρατηγικές επιλογές, ανεξάρτητα από τις πολιτικές εναλλαγές. Και αυτό θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος τελικά αποφασίζει για τον πλούτο της χώρας, και προς όφελος ποιου;
Το ένα χέρι νίβει τ’ άλλο!
Απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης για τη μη προστασία της δημόσιας περιουσίας, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου επιτέθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ από το βήμα της βουλής, θυμίζοντας πως επί ημερών του μπήκαν στο Υπερταμείο μέχρι και οι αρχαιολογικοί χώροι, καλώντας τον άρα να μην ασκεί κριτική. Ενώ ετοιμάζεται για έναν νέο γύρο ξεπουλήματος δημόσιας περιουσίας με τα 22 περιφερειακά αεροδρόμια, η Ν.Δ. μας θυμίζει ότι στο θέμα των εκποιήσεων το κράτος έχει συνέχεια…
Ιδιωτικοποιήσεις υπήρχαν και παλιότερα, στα χρόνια των μνημονίων όμως συστηματοποιήθηκαν και έγιναν μέρος της αφαίμαξης της Ελλάδας προς όφελος των Δανειστών, στην αρχή με το ΤΑΙΠΕΔ, και εν συνεχεία με το Υπερταμείο – στο οποίο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παραχώρησε τη διαχείριση όλης της περιουσίας του Δημοσίου για 99 χρόνια. Όχι για να πουληθεί, αλλά για να «αξιοποιηθεί», σύμφωνα με το τότε αφήγημα.
Πράγματι, το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου είναι αποτέλεσμα και ευθύνη όλου του πολιτικού συστήματος. Αυτό έστησε τη θεσμική υποδομή, και μετέτρεψε τις ΔΕΚΟ, τις δημόσιες υποδομές, τα κτίρια του Δημοσίου σε πακέτα προς αξιοποίηση. Η κάθε συνιστώσα αυτού του συστήματος συνεχίζει μόνο τις επικοινωνιακές κορώνες (όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση), χωρίς να αμφισβητείται από καμία πλευρά το καθεστώς που κρατά τη χώρα υποθηκευμένη. Υπό μία έννοια, το καθεστώς Μητσοτάκη, που σήμερα κυβερνά τον τόπο, βρήκε στρωμένο το έδαφος. Και κάθε φορά που ξεπουλούσε ένα ακόμη κομμάτι από τα δημόσια τιμαλφή, συναντούσε ελάχιστη έως καθόλου αντίσταση από την όποια αντιπολίτευση.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιος ξεπούλησε περισσότερο ή λιγότερο, αλλά αν υπάρχει σήμερα πολιτική δύναμη που να αμφισβητεί έμπρακτα αυτή τη στρατηγική εκποίησης. Διότι όσο αυτό δεν συμβαίνει, η δημόσια περιουσία θα συνεχίσει να αλλάζει χέρια, μακριά από τον έλεγχο της κοινωνίας.




































































