Η ενεργειακή φτώχεια είναι ένα σημαντικό κριτήριο της κοινωνικής ευημερίας στην σημερινή εποχή στον αναπτυγμένο κόσμο. Και στην ενεργειακή φτώχεια η Ελλάδα διακρίνεται για μία ακόμα αρνητική στατιστική καταγραφή στον κοινωνικό τομέα, σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Κατατάσσεται σταθερά στις πρώτες θέσεις της Ε.Ε. όσον αφορά την ενεργειακή φτώχεια καθώς ένα ιδιαίτερα αυξημένο ποσοστό νοικοκυριών βρίσκεται σε αυτό το επίπεδο.
Φαινόμενο και συνέπειες
Ενεργειακή φτώχεια είναι η κατάσταση κατά την οποία ένα νοικοκυριό αδυνατεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες σε ενέργεια για θέρμανση, ψύξη, φωτισμό και χρήση γενικά ηλεκτρικών συσκευών. Για τη μέτρηση της ενεργειακής φτώχειας χρησιμοποιούνται διάφοροι δείκτες. Οι πλέον ενδεικτικοί που χρησιμοποιούνται και από την Eurostat είναι: α) Η αδυναμία επαρκούς θέρμανσης/ψύξης της κατοικίας ο οποίος όμως βασίζετε στη δήλωση του νοικοκυριού (υποκειμενικός δείκτης), β) Η συστηματική καθυστέρηση / αδυναμία πληρωμής των λογαριασμών ενέργειας (ηλεκτρικό ρεύμα / φυσικό αέριο). γ) Η αυξημένη δαπάνη, σε ποσοστό άνω του 10% του εισοδήματος, ενός νοικοκυριού για την κάλυψη των ενεργειακών του αναγκών.
Τα τελευταία χρόνια, καθώς οι διεθνείς γεωπολιτικές / πολεμικές εξελίξεις επηρεάζουν στο μέγιστο βαθμό τις διαδικασίες προμήθειας και το κόστος ενέργειας, το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις και δεν αφορά μόνο τις παραδοσιακά ευάλωτες στη φτώχεια ομάδες του πληθυσμού. Στην παρούσα περίοδο οι κοινωνικές ομάδες που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας στο μεγαλύτερο βαθμό είναι:
- Χαμηλοσυνταξιούχοι, άνεργοι και εργαζόμενοι με μερική απασχόληση. Η εξέλιξη των εισοδημάτων τους και το μέγεθός τους δεν τους επιτρέπει να ανταποκρίνονται στις αυξημένες τιμές.
- Πολύτεκνες οικογένειες καθώς ο αυξημένος αριθμός μελών δημιουργεί δυσανάλογα με τα εισοδήματα ενεργειακές ανάγκες και κατ΄ επέκταση δαπάνες. Αντίστοιχα μονογονεϊκές οικογένειες αφού εδώ μπαίνουν έσοδα μόνο από ένα άτομο.
- Κατοικούντες σε παλαιά κτίρια τα οποία λόγω της αρχικής κατασκευής αλλά και της κατάστασής τους έχουν μεγάλες απώλειες ενέργειας, ανεβάζοντας υπέρμετρα το σχετικό κόστος.
- Νέοι φτωχοί ενεργειακά που προέρχονται από την «μεσαία τάξη» οι οποίοι, καθώς οι πληθωριστικές συνθήκες επιδεινώνονται και τα εισοδήματα δεν ακολουθούν, είναι υποχρεωμένοι να επιλέξουν στο εάν θα δαπανήσουν και σε ποιο συνδυασμό εναλλακτικά τα αναγκαία ποσά για βασικές ανάγκες: ενέργεια, διατροφή, υγεία, παιδεία κλπ.

Οι συνέπειες από την ενεργειακή φτώχεια στη σύγχρονη κοινωνία και τις συνθήκες της δεν είναι μια σχετικά «εύκολη» κατάσταση όπως ήταν πριν από μερικές δεκαετίες, όταν υπήρχαν άλλες συνθήκες και διάφορες εναλλακτικές λύσεις σχετικά εύκολες. Παράλληλα οι συνέπειες δεν είναι μόνο το κρυώνω τον χειμώνα και ζεσταίνομαι το καλοκαίρι. Σήμερα οι συνέπειες είναι αρκετές και αφορούν την υγεία μας σε όλες της τις πλευρές καθώς και την κοινωνικότητά μας:
- Η εμφάνιση ή/και η επιδείνωση μιας σειράς νοσημάτων, όπως ενδεικτικά αναπνευστικά και καρδιαγγειακά, συνδέονται με καταστάσεις προβλημάτων κρύου λόγω ανεπάρκειας θέρμανσης, υπερβολικής ζέστης λόγω ανεπαρκούς ψύξης του χώρου κλπ
- Η επιδείνωση καταστάσεων ψυχολογικής πίεσης με το συνεχές άγχος να προσπαθεί κάποιος που βρίσκεται σε προβληματική οικονομικά κατάσταση να ανταποκριθεί στις αυξημένες ενεργειακές δαπάνες.
- Η διαμόρφωση συνθηκών κοινωνικού αποκλεισμού (περιορισμός κοινωνικών επαφών, υποβάθμιση ποιότητας ζωής) σαν συνέπεια του συνόλου των εξελίξεων στο κόστος των ενεργειακών δαπανών σε σχέση με τα εισοδήματα.
Η Ελλάδα και στην ενεργειακή φτώχεια στον «πάτο» της ΕΕ
Η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στα υψηλότερα επίπεδα ενεργειακής φτώχειας στην ΕΕ. Για την περίοδο 2025-2026 το ποσοστό του πληθυσμού που δυσκολεύεται να θερμάνει το σπίτι του εκτιμάται στα ίδια επίπεδα με το 19% που ήταν το 2024 σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Για το 2024 η Ελλάδα και η Βουλγαρία ήταν στον «πάτο» της ΕΕ με το ίδιο ποσοστό, το 19%. Το ποσοστό αυτό είναι διπλάσιο του αντίστοιχου της ΕΕ. Συνολικά όλη την περίοδο από το 2019 και μετά το ποσοστό της Ελλάδας διαμορφώνεται στο διπλάσιο σε σχέση με την ΕΕ.
Όσον αφορά τους λογαριασμούς ενέργειας και εδώ, για το 2025, η Ελλάδα είναι πρώτη στη λίστα των χωρών με τους απλήρωτους λογαριασμούς ενέργειας. Το ποσοστό της Ελλάδας είναι στο 33% όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι στο 9% και ακόμα και η Βουλγαρία που στο παρελθόν είχε πολύ μεγάλα ποσοστά για το 2025 είναι στο 18%.
Η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα παρουσιάζει έντονες γεωγραφικές (με κριτήριο τις διοικητικές περιφέρειες) διαφοροποιήσεις. Η Δυτική Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό αδυναμίας θέρμανσης της κατοικίας που φτάνει στο 30% και ακολουθούν τα Ιόνια νησιά με 26%, η Κεντρική Μακεδονία με 22%, η Πελοπόννησος και τα Δωδεκάνησα με 21% και ακολουθεί η Αττική με 17%.
Οι μεγάλες διαφορές μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ εξηγούνται κυρίως από τις μεγάλες διαφορές στο εισόδημα. Όπως αναφέραμε η Ελλάδα είναι πρώτη στην αδυναμία θέρμανσης της οικίας. Όμως αυτό δεν οφείλεται στην παλαιότητα των σπιτιών (πολλά είναι πριν από 1980, όταν δεν υπήρχαν οι σύγχρονες προδιαγραφές μόνωσης κλπ) αλλά στα χαμηλά εισοδήματα. Ότι οφείλεται στα χαμηλά εισοδήματα πιστοποιείται από το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι επίσης πρώτη στους ληξιπρόθεσμους λογαριασμούς ενέργειας.
Λαμβάνοντας δε υπόψη τις κυβερνητικές επιλογές για την απολιγνιτοποίηση και τις γενικότερες διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις οι προοπτικές για την Ελλάδα και κατά το τρέχον δεν αναμένεται να βελτιωθούν ουσιαστικά.
Η κυβέρνηση την καταγεγραμμένη ενεργειακή φτώχεια προσπαθεί να την αντιμετωπίσει με ημίμετρα και όχι με ουσιαστικά μέτρα πολιτικής που φανούν άμεσα και «χειροπιαστά» αποτελέσματα. Έτσι: α) αρνείται να αλλάξει τη νομοθεσία και να εφαρμοστεί η ορθολογική τιμολόγηση με βάση το πραγματικό κόστος. Αντί για αυτό συνεχίζει να εφαρμόζει την πολιτική του ενεργειακού χρηματιστηρίου με αποτέλεσμα οι τιμές να διαμορφώνονται στο υψηλότερο επίπεδο και οι ολιγάρχες της ενέργειας να θησαυρίζουν, β) συνεχίζει να κρατά τους υψηλούς έμμεσους φόρους σε όλο το κύκλωμα ενέργειας, γ) φροντίζει με την εισοδηματική πολιτική να κρατούνται οι μισθοί και οι συντάξεις στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Αυτό φαίνεται από τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης σαν αποτέλεσμα και του πληθωρισμού στα χαμηλότερα επίπεδα της Ε.Ε., δ) αφήνει ανεξέλεγκτη την κερδοσκοπία πάσης φύσεως κλπ. Την ίδια στιγμή παρουσιάζει «έργο» στον τομέα της ενεργειακής φτώχειας με τα «ημίμετρα» όπως i) οι ευκαιριακές επιδοτήσεις τύπου Power Pass, ii) το Κοινωνικό Οικιακό Τιμολόγιο (ΚΟΤ) που όμως έχει πολλούς περιορισμούς και αφήνει εκτός πολλά από τα νοικοκυριά που θα έπρεπε να εντάσσονται ενώ παράλληλα οι εκπτώσεις που εφαρμόζει είναι ανεπαρκείς σε σχέση με τις καταστάσεις και τις ανάγκες, iii) προγράμματα όπως το «Εξοικονομώ» που, εκτός από την ανεπάρκεια των συνολικών πόρων που διαθέτουν, απευθύνονται στην πράξη σε κοινωνικές ομάδες που έχουν την οικονομική δυνατότητα να συμμετάσχουν με το μερίδιό τους στην επενδυτική διαδικασία της ενεργειακής αναβάθμισης των κατοικιών και όχι σε αυτούς που το έχουν άμεσα ανάγκη αλλά δεν έχουν καθόλου χρήματα για συμμετοχή.
Συνεπώς η φτώχεια στην Ελλάδα καταγράφεται και στον ενεργειακό τομέα και οφείλεται βασικά στα χαμηλά εισοδήματα και στην γενικότερη πολιτική που ασκούν διαχρονικά οι κυβερνήσεις την εποχή των μνημονίων, ιδιαίτερα η παρούσα κυβέρνηση Μητσοτάκη-Ν.Δ.





































































