Είναι πλέον εύλογο το ερώτημα που θέτουν οι ίδιοι οι παραγωγοί, ως κραυγή υπαρξιακής αγωνίας: «Θέλουμε αγροκτηνοτροφική παραγωγή;». Από τη μία πλευρά η απαξίωση του πρωτογενούς τομέα, η σχεδιασμένη ασφυξία ειδικά της κτηνοτροφίας (που αυτές τις μέρες ζει ένα ακόμη επεισόδιο του δράματος στη Λέσβο), και από την άλλη συμφωνίες εμπορίου όπως αυτή με τις χώρες Mercosur, που εξάγουν στην Ευρώπη χαμηλής ποιότητας «φθηνά» τρόφιμα. Όχι άδικα, οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι και οι αγρότες μιλούν για βίαιη υποκατάστασή τους από τους εισαγωγείς, τους μεσάζοντες και τους εμπόρους, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου προς όλη την κοινωνία για το μέλλον της υπαίθρου και τον έλεγχο της τροφής.
Πίσω από τις εύκολες διακηρύξεις περί «πράσινης ανάπτυξης», «ελεύθερου εμπορίου» και «εκσυγχρονισμού» διαμορφώνεται ένα νέο μοντέλο, όπου ο μικρός παραγωγός δεν χωρά στα σχέδια των ελίτ. Η κτηνοτροφία μετατρέπεται σταδιακά από παραγωγική δραστηριότητα σε οικονομικά μη βιώσιμο επάγγελμα, και η ελληνική ύπαιθρος οδηγείται σε ερημοποίηση – με τις συνέπειες να μην είναι στενά οικονομικές αλλά, επιπλέον, βαθιά κοινωνικές και εθνικές.
Η εξόντωση του κτηνοτρόφου
Θα θυμάστε πριν μερικούς μήνες τον ηλικιωμένο κτηνοτρόφο να κλαίει ενώ οι αρμόδιες αρχές οδηγούσαν το κοπάδι του στη σφαγή. Στα ψιλά πέρασαν και οι ειδήσεις για αυτοκτονία κτηνοτρόφου την ίδια πάνω-κάτω περίοδο. Στα μπλόκα του περασμένου χειμώνα αγρότες και κτηνοτρόφοι κατέστησαν σαφές ότι οδηγούνται σε σχεδιασμένη εξόντωση.
Τα τελευταία χρόνια το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί σε πρωτοφανή επίπεδα. Η ενεργειακή κρίση, η αύξηση των ζωοτροφών, το πετρέλαιο, το ηλεκτρικό ρεύμα και τα μεταφορικά έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο ο μικρός και μεσαίος κτηνοτρόφος αδυνατεί να επιβιώσει. Σύμφωνα με στοιχεία αγροτικών οργανώσεων, οι ζωοτροφές σε αρκετές περιπτώσεις αυξήθηκαν πάνω από 50%, ενώ το συνολικό ενεργειακό κόστος μετά το 2021 συμπαρέσυρε κάθε κρίκο της παραγωγικής αλυσίδας.
Και ενώ ο παραγωγός πληρώνει ακριβότερα για να παράξει, συχνά πουλά κάτω από το πραγματικό κόστος. Η ψαλίδα ανάμεσα στην τιμή παραγωγού και στην τελική τιμή στο ράφι διευρύνεται διαρκώς, με τον κτηνοτρόφο να φτωχοποιείται και τον καταναλωτή να πληρώνει ολοένα ακριβότερα τρόφιμα. Το μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας απορροφάται από εισαγωγικά κυκλώματα, αλυσίδες λιανεμπορίου και μεσάζοντες.
Μέσα σε αυτήν την ήδη ασφυκτική κατάσταση, ήρθαν να προστεθούν οι μαζικές θανατώσεις κοπαδιών λόγω ζωονόσων και υγειονομικών πρωτοκόλλων. Τώρα στη Λέσβο, λίγο πριν στη Βόρεια Ελλάδα, με την κυβέρνηση να αρνείται να ακούσει τις εισηγήσεις για εμβολιασμό, επιδιώκοντας έτσι να συγκαλύψει τη «δημιουργική στατιστική» του ΟΠΕΚΕΠΕ και των κοπαδιών-φάντασμα. Οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι καταγγέλλουν πως την ώρα που χιλιάδες ζώα θανατώνονται και μικρές μονάδες αφανίζονται, τεράστια ποσά κατευθύνονταν σε εικονικές δηλώσεις, σε «μαϊμού» βοσκοτόπια και σε παρασιτικά κυκλώματα. Για πολλούς στην ύπαιθρο, η καταστροφή του ζωικού κεφαλαίου και η εγκατάλειψη της παραγωγής δεν αποτελούν απλώς αποτέλεσμα ανικανότητας, αλλά μέρος μιας συνολικής διαδικασίας εκκαθάρισης του μικρού παραγωγού.
H Mercosur και η διατροφική εξάρτηση
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έρχεται να προστεθεί και η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Mercosur, η οποία προβλέπει σημαντική διεύρυνση των εισαγωγών αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από χώρες της Λατινικής Αμερικής όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή.
Η συμφωνία παρουσιάζεται από τις Βρυξέλλες ως εργαλείο ανάπτυξης και μείωσης των τιμών. Όμως για τους Ευρωπαίους αγρότες και κτηνοτρόφους συνιστά μια ευθεία απειλή. Ο Ευρωπαίος παραγωγός λειτουργεί μέσα σε ένα εξαιρετικά αυστηρό και ακριβό πλαίσιο κανόνων, περιβαλλοντικών περιορισμών, ενεργειακού κόστους, πιστοποιήσεων και ελέγχων. Αλλά τώρα καλείται να ανταγωνιστεί προϊόντα που παράγονται με πολύ χαμηλότερο κόστος και συχνά με διαφορετικά πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας…
Εύλογα, ευρωπαϊκές ενώσεις αγροτοκτηνοτρόφων διακρίνουν πίσω από τη συμφωνία αυτή τον κίνδυνο εκτοπισμού των τοπικά παραγόμενων προϊόντων προς όφελος των μεγαλεμπόρων. Τις ίδιες ανησυχίες εκδηλώνουν και κυβερνήσεις χωρών με μεγάλη αγροτική βάση, όπως η Πολωνία και η Γαλλία, που έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για την συμφωνία. Και όμως αυτή, ως επιλογή της Γερμανίας και των ελίτ της Ε.Ε., όχι απλά προχωρά παρόλο που δεν έχει αποσπάσει την απαιτούμενη τελική έγκριση, αλλά ήδη εφαρμόζεται και αφήνει το αποτύπωμά της. Η ελληνική κυβέρνηση από την πλευρά της σιωπά, και μιλά για ευκαιρίες για τις ελληνικές εξαγωγές, πουλώντας καθρεφτάκια σε ιθαγενείς.
Και όμως, είναι βέβαιο: μια χώρα που χάνει την παραγωγική της βάση, χάνει σταδιακά και την ανεξαρτησία της. Και όταν η τροφή, η γη, το νερό και η ενέργεια συγκεντρώνονται στα χέρια λίγων υπερεθνικών οικονομικών κέντρων, τότε ο έλεγχος της αγοράς μετατρέπεται αναπόφευκτα σε έλεγχο της ίδιας της κοινωνίας.
Η Mercosur είναι ήδη εδώ
Η συμφωνία Ε.Ε.-Mercosur, μία από τις μεγαλύτερες γεωοικονομικές συμφωνίες των τελευταίων δεκαετιών, προχωρά ήδη στην πράξη, πριν ακόμη ολοκληρωθούν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες έγκρισης από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η συμφωνία, που αφορά τις χώρες της Λατινικής Αμερικής –Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη– δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό σχέδιο. Είναι ήδη εδώ και αρχίζει να αποτυπώνεται στις αγορές, στις εισαγωγές τροφίμων και στις πιέσεις που δέχεται ο ευρωπαϊκός πρωτογενής τομέας.
Η συμφωνία παρουσιάζεται από τις Βρυξέλλες ως μια «ιστορική εμπορική ευκαιρία» που θα δημιουργήσει τη μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερου εμπορίου παγκοσμίως, καλύπτοντας περισσότερους από 700 εκατομμύρια πολίτες. Στην πράξη η Γερμανική Βιομηχανία αποκτά πρόσβαση σε μια μεγάλη αγορά (ανταγωνιζόμενη τις ΗΠΑ και την Κίνα), και σε αντάλλαγμα ανοίγει την πόρτα όλης της Ε.Ε. (προς όφελος και των μεγάλων εμπορικών ομίλων) για μια σειρά αγροκτηνοτροφικά προϊόντα από τη Λατινική Αμερική. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραδέχεται ότι η συμφωνία προβλέπει μεγάλες ποσοστώσεις εισαγωγών. Ενδεικτικά, προβλέπονται:
- Έως 99.000 τόνοι βοδινού κρέατος με μειωμένους δασμούς,
- Περίπου 180.000 τόνοι πουλερικών,
- Μεγάλες ποσότητες ζάχαρης, αιθανόλης και αγροτικών προϊόντων,
- Καθώς και διευρυμένη πρόσβαση προϊόντων της Νότιας Αμερικής στην ευρωπαϊκή αγορά.
Όμως, όπως καταγγέλλουν ευρωπαίοι αγρότες, ήδη από τις πρώτες μέρες της «πρόωρης» εφαρμογής της συμφωνίας, παρατηρείται μια ασυνήθιστη αύξηση των εισαγωγών – που, αν συνεχιστεί με τους ίδιους ρυθμούς, θα καλύψει τις ετήσιες ποσοστώσεις μέσα σε λίγους μόλις μήνες. Αγροτικές οργανώσεις σε Γαλλία, Πολωνία και άλλες χώρες προειδοποιούν ότι στην πράξη δημιουργούνται τετελεσμένα, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η πλήρης θεσμική κύρωση της συμφωνίας από όλα τα κράτη-μέλη και τα κοινοβούλια.
Η ευρωπαϊκή ελίτ έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ενώ για την παραγωγή εντός Ε.Ε. εφαρμόζει αυστηρά πρωτόκολλα, περιβαλλοντικούς περιορισμούς, πιστοποιήσεις, υγειονομικούς κανόνες και ένα ασφυκτικό πλαίσιο ελέγχων που αυξάνει δραματικά το κόστος παραγωγής για τον Ευρωπαίο αγρότη και κτηνοτρόφο, οι έλεγχοι για τις εισαγωγές είναι συχνά ελλιπείς και σε μεγάλο βαθμό «τυπικοί». Παρότι η Κομισιόν διαβεβαιώνει ότι συνεχίζουν να ισχύουν τα ευρωπαϊκά SPS standards και οι συνοριακοί έλεγχοι, στην πράξη το σύστημα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις πιστοποιήσεις και στους μηχανισμούς ελέγχου των ίδιων των χωρών εξαγωγής.
Με δεδομένα τα παραπάνω, δεν θα πρέπει να θεωρούνται τυχαίες οι πρόσφατες καταγγελίες εργαζομένων στις δημόσιες κτηνιατρικές υπηρεσίες, σύμφωνα με τις οποίες μεγάλο μέρος των εισαγωγών πουλερικών από τη Βραζιλία, που έφτασαν στα πλαίσια της συμφωνίας στην χώρα μας, ελέγχθηκε και βρέθηκε μολυσμένο από σαλμονέλα – ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την ανησυχία γύρω από το κατά πόσο οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί ελέγχου μπορούν πραγματικά να διασφαλίσουν την ποιότητα και την ασφάλεια των τροφίμων που εισάγονται μαζικά στην ευρωπαϊκή αγορά.
Ποιος ελέγχει την τροφή και τους πόρους;
Η κρίση της αγροκτηνοτροφικής παραγωγής δεν είναι στενά οικονομική. Είναι κατ’ εξοχήν κρίση εθνικής κυριαρχίας και κοινωνικής συνοχής. Όταν ο μικρός παραγωγός δεν μπορεί να επιβιώσει, όταν τα χωριά αδειάζουν και όταν η χώρα εξαρτάται ολοένα περισσότερο από εισαγωγές, τότε η τροφή μετατρέπεται σε αντικείμενο ελέγχου από τις αγορές, και κάθε συζήτηση για διατροφική ασφάλεια και κυριαρχία καθίσταται περιττή.
Αποτέλεσμα, τεράστιες εκτάσεις γης αλλάζουν χρήση, ενώ οι πόροι (ενέργεια, νερό κ.ά.) γίνονται φιλέτα προς αξιοποίηση για τα αρπακτικά συμφέροντα. Παραγωγικές περιοχές μετατρέπονται σε ενεργειακά πεδία, σε φωτοβολταϊκά πάρκα και επενδυτικές ζώνες, ενώ η συγκέντρωση γης και παραγωγής σε λίγους ομίλους αυξάνεται συνεχώς. Η ύπαιθρος χάνει με ταχύτατους ρυθμούς τον παραγωγικό της χαρακτήρα και μετατρέπεται είτε σε χώρο ενεργειακής αξιοποίησης είτε σε πεδίο επενδυτικής εκμετάλλευσης.
Το αποτέλεσμα είναι μια αργή αλλά σταθερή αποσύνδεση της κοινωνίας από την ίδια της την τροφή. Ο αγρότης και ο κτηνοτρόφος παύουν να είναι ο πυρήνας της διατροφικής ασφάλειας της χώρας, και αντικαθίστανται από αλυσίδες εισαγωγών, πολυεθνικά εμπορικά σχήματα και διεθνείς αγορές τροφίμων. Στο βάθος φαίνεται και το ζήτημα των κοινωνικών ανισοτήτων, όπου για τους πολλούς η τροφή θα είναι όλο και περισσότερο συνθετικά υποκατάστατα, και η πρόσβαση σε ποιοτικά τρόφιμα θα είναι προνόμιο λίγων.
Γίνεται φανερό λοιπόν ότι το πραγματικό ερώτημα που έχουμε μπροστά μας δεν είναι μόνο αν θα ακριβύνει το γάλα, το κρέας ή το ψωμί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει τη δυνατότητα να παράγει τη δική της τροφή και να διατηρεί ζωντανή την ύπαιθρό της. Η γεωργία και η κτηνοτροφία αποτελούν πυλώνα κοινωνικής συνοχής, πολιτισμικής συνέχειας, πληθυσμιακής επιβίωσης και εθνικής ασφάλειας. Μια χώρα που χάνει την παραγωγική της βάση χάνει σταδιακά και την ανεξαρτησία της.



































































