των καθηγητών Γ. Βασιλακόπουλου και Τ. Νικολακοπούλου*
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, εκτός της συμμετοχής του στις επετειακές εκδηλώσεις για να τιμήσει τα εκατό χρόνια της Αρχιεπισκοπής (1924-2024), επισκέφθηκε την Αυστραλία και για άλλους λόγους. Ένας από τους πλέον σημαντικούς ήταν να επικυρώσει, μπροστά στις παροικιακές ηγεσίες και τις πολιτικές ελίτ του Αυστραλιανού κράτους, κάτι το οποίο είχε ήδη ανακοινώσει ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Μακάριος πριν μερικούς μήνες. Πιο συγκεκριμένα, σε εκδήλωση στο κοινοβούλιο ο Αρχιεπίσκοπος πρόβαλε το ενοριακό σύστημα εκκλησιαστικής διοίκησης των παροικιών μας ως τον μόνο παναυστραλιανό θεσμό των Ελληνοαυστραλών, ταυτόχρονα προβάλλοντας τον εαυτόν του ως τον θρησκευτικό, πολιτισμικό και πολιτικό ηγέτη μας.
Από τη δεκαετία του 1890 μέχρι τουλάχιστον και το 1960, οι κοινότητες λειτουργούσαν ως τα κύρια πανελλήνια κέντρα οργάνωσης και αυτογνωσίας των παροικιών, τα οποία κατόρθωσαν να διατηρούν τα ήθη, έθιμα, και τη γλώσσα των Ελλήνων της Αυστραλίας. Όμως ο Πατριάρχης δεν επισκέφτηκε τους ιστορικούς οργανισμούς μας, όπως άλλωστε δεν τίμησε με την παρουσία του τις ιστορικές μας κοινοτικές εκκλησίες (Αγία Τριάδα, Ευαγγελισμό), τα κύρια δηλαδή σύμβολα της συλλογικής μας παρουσίας στην πέμπτη ήπειρο.

Δημιουργεί την εντύπωση ότι, για το Πατριαρχείο, η παροικιακή μας ιστορία αρχίζει όταν καταφτάνει στην Αυστραλία ο πρώτος Μητροπολίτης, ο Χριστόφορος Κνίτης, το 1924 [1], γιατί ήταν τότε και μόνο τότε που ο κληρικός αυτός μάς μετέφερε από μέρους του Πατριάρχη την υποτιθέμενη «αλήθεια». Δηλαδή ότι, ως μετανάστες σε ξένη χώρα, έχουμε διπλή υπόσταση: τη συλλογική εκκλησιαστική/θρησκευτική μας λειτουργία ως μέλη των παροικιών, και την ατομική/πολιτική μας σχέση ως πολίτες με το Αυστραλιανό κράτος. Εδώ αγγίζουμε την παράδοξη λογική του εκκλησιαστικού διπολισμού Ρωμιός/Έλληνας.
Πέρα από τις φαντασιώσεις της εκκλησίας, τις οποίες στηρίζει και νομιμοποιεί το ελληνικό κράτος, έχουμε να αντιμετωπίσουμε κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό. Έχουμε να κάνουμε, από τη μία μεριά, με την αναβίωση τάσεων της Λευκής Αυστραλίας από μέρους του Αυστραλιανού κράτος και, από την άλλη, με την παντελή έλλειψη θέλησης αντίστασης εκ μέρους των σημερινών ηγεσιών των κεντρικών κοινοτήτων. Ο Αυστραλός πρωθυπουργός μάς «τσουβαλιάζει» και μάς «καλουπώνει» ως μια απρόσωπη και μονοσήμαντη μάζα μεταναστών οι οποίοι είναι ανίκανοι να διαμορφώσουν την πολιτική τους φυσιογνωμία και τα ιδιαίτερα αιτήματά τους δημοκρατικά και υπεύθυνα μέσω των κοινοτήτων και χωρίς την κηδεμονία ενός δεσπότη. Ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του, οι οποίοι παράλληλα χρηματοδοτούν για «πολιτιστικούς» σκοπούς έναν άκρως συντηρητικό θρησκευτικό οργανισμό, θέτουν σε κίνηση πολιτικές και πολιτιστικές κατηγορίες οι οποίες στο παρελθόν έθεταν τους Έλληνες μετανάστες ως μη λευκούς [2].

Όλα αυτά αναμοχλεύουν στη συλλογική μας μνήμη τον ρατσισμό των πρώτων δεκαετιών της κοινοπολιτείας, τον οποίο οι Έλληνες έζησαν ως αιώνια (κατώτεροι) ξένοι, και άρχισαν να τον πολεμούν ως μαχόμενοι πολίτες από τη δεκαετία του 1940. Από τότε ήμασταν για τον κυρίαρχο Αγγλοσάξονα ανατολίτες χριστιανοί περιορισμένων πολιτικών και πνευματικών δυνατοτήτων. Αυτούς τους αγώνες η Αρχιεπισκοπή (των Ρωμιών) τους πολέμησε με μανία. Ο λόγος είναι ψυχρά γεωπολιτικός και επιβεβλημένος από τις στρατηγικές επιλογές των ΗΠΑ, οι οποίες σχετίζονται και με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον εκάστοτε Πατριάρχη [3].
Από την αρχή του ψυχρού πολέμου, οι ΗΠΑ επιστράτευσαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην εκστρατεία τους ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, χωρίζοντας την «καλή» Ορθοδοξία της δύσης από την «κακή» Ορθοδοξία της ανατολής [4]. Το σενάριο καλή/κακή Ορθοδοξία το βλέπουμε να εντείνεται ξανά τώρα που βρισκόμαστε στα πρόθυρα της τρίτης, και ίσως τελειωτικής, παγκόσμιας (πυρηνικής;) σύρραξης, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο να ακολουθεί τις υποδείξεις της Δύσης – άμεσα στον πόλεμο στην Ουκρανία και έμμεσα στη γενοκτονία που διεξάγει το Ισραήλ ενάντια στον λαό της Παλαιστίνης [5].
* Οι συγγραφείς του άρθρου είναι καθηγητές ευρωπαϊκής και ελληνικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο La Trobe Αυστραλίαw. Εδώ δημοσιεύονται αποσπάσματα. Ολόκληρο το κείμενο, με τίτλο «Λαϊκισμός, Ρατσισμός, και Κοινότητες», μπορεί να διαβαστεί στη διαδικτυακή σελίδα ergon.scienzine.com/article/blog/laikismos-ratsismos-kai-koinotites. Η λεζάντα της φωτογραφίας είναι της Σύνταξης.
Σημειώσεις
[1] Όταν ρωτήθηκε από αυστραλιανή εφημερίδα ο πρώτος Μητροπολίτης, ο Χριστόφορος Κνίτης, για τον «μπολσεβικισμό», είπε: «Η μεγάλη απειλή που αντιμετωπίζει ο κόσμος σήμερα είναι ο μπολσεβικισμός. Ο στόχος των υποκινητών αυτού του κινήματος φαίνεται να είναι η κινητήρια δύναμη των έγχρωμων φυλών ενάντια στους λευκούς ανθρώπους… Η μεγάλη ανάγκη της Αυστραλίας είναι η αύξηση του πληθυσμού της, αύξηση όμως του σωστού είδους. Η πολιτική της Λευκής Αυστραλίας θα διατηρηθεί μακροχρόνια αν αυτό γίνει γρήγορα και αποτελεσματικά»… («Greek Archbishop views on Bolshevism», Telegraph, 17/3/1927, μετάφραση από τα αγγλικά).
[2] Την ίδια εποχή ο Μητροπολίτης Κνίτης στις «κατώτερες» έγχρωμες φυλές συμπεριλάμβανε και τους Αυστραλούς Ιθαγενείς, οι οποίοι για διακόσια τόσα χρόνια συνεχίζουν να αγωνίζονται για τη γη τους, όπως και οι Παλαιστίνιοι. Ο Πατριάρχης όφειλε, με την ευκαιρία των εκατό χρόνων, να ζητήσει συγνώμη για τον ιστορικό ρατσισμό της Αρχιεπισκοπής.
[3] Όταν στις δηλώσεις του ο Μητροπολίτης Κνίτης καταδίκαζε τους «μπολσεβίκους», μεταξύ άλλων μιλούσε εκ μέρους των τότε Ελλήνων εργοδοτών, ιδιοκτητών μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων οι οποίες ήταν ευρέως γνωστές ως τα «σκλαβομάγαζα» της εποχής. Μέσα στις παροικίες «μπολσεβίκοι» χαρακτηρίζονταν οι Έλληνες εργαζόμενοι οι οποίοι διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους και όρθωναν το παράστημα τους ενάντια στην αδικία. Χαρακτηριστικά, ο διευθυντής της εφημερίδας «Εθνικό Βήμα», εκ των ένθερμων υποστηρικτών της Μητρόπολης, τρομοκρατούσε με άρθρα του αυτούς τους εργαζόμενους και τους κάρφωνε στη μυστική αστυνομία.
[4] Βλ. Sergey Keleher (1997), «Orthodox Rivalry in the Twentieth century: Moscow versus Constantinople», Religion, State and Society, Vol. 25, No. 2, pp. 125-137, και Yasin Mert Mergen (2022), «The Ideological Disengagement Between Russia And The West: Impacts Of The Russian Orthodox Church On Russian Foreign Policy And The Ukraine War», Master of Science thesis, Department of Eurasian Studies, Middle East Technical University.
[5] Βλ. Umut Koldaş, Mustafa Çıraklı & Ali Dayıoğlu (2020), «Orthodox Christianity in Turkey and the limits of ecumenical transnationalism», Religion, State and Society, Vol.48, No. 5, pp. 398-414.










![Oι πολίτες, το κίνημα των πολιτών και το τέλος της εποχής της αθωότητας [του]](https://edromos.gr/wp-content/uploads/2026/05/201-218x150.jpg.webp)

























































