Προηγούμενα άρθρα του Δρόμου εξηγούν για ποιους λόγους η «καταφυγή» των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των ελίτ στον πόλεμο παραμένει η κύρια τάση της εποχής στην οποία μπήκαμε βίαια τα τελευταία χρόνια. Όσες εκεχειρίες και να κηρυχθούν, η κύρια τάση δεν ανατρέπεται. Το δείχνει εξάλλου η παραβίαση κάθε κατάπαυσης του πυρός «με το καλημέρα», το δείχνουν και οι εντάσεις που ανεβαίνουν κατακόρυφα, εκκολάπτοντας νέες αιματοχυσίες – και εκτός Μέσης Ανατολής. Επικεντρώνοντας όμως εδώ στο πρόβλημα του πώς θα εξελιχθεί η παράνομη και απρόκλητη επίθεση των ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν (η οποία βέβαια είναι αλληλεξαρτώμενη από τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή), τι συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε;
Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς πού πάνε τα πράγματα μέσα από τον κυκεώνα των αντιφατικών και έωλων διακηρύξεων, επιδιώξεων και ενεργειών των επιτιθέμενων. Έχουν επανειλημμένα επισημανθεί στην αρθρογραφία του Δρόμου οι εσωτερικές αντιθέσεις που αποσυνθέτουν το μπλοκ Δύσης-ΗΠΑ-Ισραήλ και, σε συνδυασμό με την «παραδοσιακή» αλαζονεία του ισχυρού και τις διακριτικές αλλά επιδραστικές παρεμβάσεις αντίπαλων κέντρων, έχουν οδηγήσει τους επιτιθέμενους σε αδιέξοδο. (Επίσης, δεν θα αναλύσουμε εδώ ξανά το πασιφανές, ότι δηλαδή οι επιτιθέμενοι διακηρύσσουν κάθε μέρα ότι δεν αναγνωρίζουν καμία διεθνή διευθέτηση, κανένα διεθνές δίκαιο κ.ο.κ.).
Ξεκινάμε λοιπόν από το αδιέξοδο των επιτιθέμενων, που υπογραμμίζεται καθημερινά από τις αλλοπρόσαλλες δηλώσεις και πράξεις τους. Στις δηλώσεις δεν δίνει πλέον κανείς σημασία (οι ΗΠΑ έχουν απωλέσει όποια αξιοπιστία τους είχε απομείνει), οι πράξεις όμως παράγουν εξελίξεις. Δεν έχει τόση σημασία εάν ο Τραμπ –δηλαδή το πιο επιθετικό, παραληρηματικό τμήμα της βορειοαμερικανικής ελίτ που ακόμα στηρίζει τη διοίκησή του– «παρασύρθηκε» από τους ισραηλινούς, ή θεώρησε ότι τα λάφυρα μιας εύκολης νίκης θα δώσουν ανάσα στη διεθνή υποβάθμιση και την εσωτερική κρίση των ΗΠΑ, ή οτιδήποτε άλλο. Μετρά το μέχρι στιγμής αποτέλεσμα.
«Απογοήτευση της κυβέρνησης Τραμπ»
Το αποτέλεσμα αυτό το περιγράφει πολύ καλά ένας εξέχων και υπεράνω υποψίας αναλυτής της έγκριτης επιθεώρησης Foreign Affairs*:
«Για χρόνια, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επέκρινε τους προκατόχους του για το ότι βύθισαν τη χώρα σε “ατέρμονες πολέμους” στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμός του εναντίον του Ιράν μπορεί να μην διαρκέσει για πάντα, αλλά τώρα δυσκολεύεται πολύ να αποσύρει τις ΗΠΑ από μια σύγκρουση για την οποία έχει βάσιμους λόγους να μετανιώνει… Η απογοήτευση της κυβέρνησης Τραμπ σήμερα έγκειται στο γεγονός ότι το ιρανικό καθεστώς εξακολουθεί να αρνείται να συμμορφωθεί, και δεν είναι προφανές πώς μπορεί να αναγκαστεί η Τεχεράνη να υποχωρήσει. Οι βασικοί στόχοι της Επιχείρησης Epic Fury –συγκεκριμένα, η επίτευξη αλλαγής καθεστώτος και η εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν– δεν έχουν επιτευχθεί. Και με το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν, η συνολική κατάσταση είναι χειρότερη από ό,τι πριν από την έναρξη της επιχείρησης.
Η Ουάσιγκτον έπεσε θύμα της πλάνης του “σύντομου πολέμου”, δηλαδή της πεποίθησης ότι τα στρατιωτικά και τεχνολογικά πλεονεκτήματα θα την οδηγούσαν σε νίκη, και τώρα βρίσκεται σε μια δυσάρεστη θέση που η ίδια δημιούργησε… Το πρόβλημα για τον Τραμπ είναι ότι όσο περισσότερο συνεχίζεται το αδιέξοδο, τόσο περισσότερο το αμερικανικό κοινό (για να μην πούμε ο υπόλοιπος κόσμος) θα νιώθει τις πληθωριστικές συνέπειες του κλεισίματος του Στενού. Ο Τραμπ θέλει να απεγκλωβιστεί, αλλά για να το κάνει χρειάζεται απεγνωσμένα κάποιες βραχυπρόθεσμες παραχωρήσεις από το Ιράν, ώστε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι ξεκίνησε αυτόν τον πόλεμο. Η Τεχεράνη δεν είναι διατεθειμένη να προσφέρει αυτές τις παραχωρήσεις. Διότι, τελικά, αυτή η μάχη είναι υπαρξιακή για τους Ιρανούς, όχι για τους Αμερικανούς»…
Η δυσπιστία δικαιώνεται, το αδιέξοδο επιτείνεται
Λίγο πριν εκδηλωθεί η τελευταία παραβίαση της εκεχειρίας ΗΠΑ-Ιράν, τα διεθνή ΜΜΕ ανέφεραν ότι υπάρχει ένα σχέδιο αρχικής συμφωνίας που περιλαμβάνει άνοιγμα των Στενών (τα οποία όμως εφεξής θα συνδιαχειρίζεται το Ιράν με το Ομάν), άρση του αμερικανικού αποκλεισμού, επιστροφή ενός τμήματος της ιρανικής περιουσίας που έχει υπεξαιρεθεί από τη Δύση, πραγματική εκεχειρία και στον Λίβανο, κ.λπ. – ενώ το «αγκάθι» των πυρηνικών παραπεμπόταν προς επίλυση στο μέλλον. Διευκρινιζόταν επίσης ότι εάν υπάρξει οριστική συμφωνία εντός των επόμενων δύο μηνών, αυτή θα επικυρωθεί από δεσμευτική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Στο μεταξύ έγινε γνωστό ότι ο Τραμπ ζήτησε «μερικές μέρες» περιθώριο, τάχα για να εξετάσει προσεκτικότερα το σχέδιο συμφωνίας…
Από την πλευρά τους τα ιρανικά ΜΜΕ επεσήμαιναν ότι το Ιράν εξακολουθεί να τρέφει βαθιά δυσπιστία απέναντι στις ΗΠΑ, δεδομένου πως οι προηγούμενοι τέσσερις γύροι διαπραγματεύσεων κατέρρευσαν μετά από αιφνιδιαστικές αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις. Τα όσα συνέβησαν τη νύχτα της Τετάρτης προς Πέμπτη (και οι νέες αμερικανικές απειλές, αυτή τη φορά και προς το Ομάν) έδειξαν ότι η δυσπιστία έχει βάση. Δύο είναι οι πιο πιθανές διέξοδοι από το στρατηγικό αδιέξοδο των ΗΠΑ-Ισραήλ: είτε παραδοχή της αποτυχίας (με ταυτόχρονη πειθάρχηση της ισραηλινής παραφροσύνης), είτε κλιμάκωση. Το πρώτο μοιάζει πολύ καλό για να συμβεί, το δεύτερο θα έχει τεράστιο κόστος – όχι μόνο για τα θύματα της νιοστής επίθεσης των μεγαλύτερων εχθρών του ανθρώπινου γένους.
Τελευταίο και όχι δευτερεύον πρόβλημα: ο στρουθοκαμηλισμός της λεγόμενης διεθνούς κοινότητας, που νομίζει ότι αν κρατήσει το κεφάλι χωμένο στην άμμο δεν θα την πάρουν τα σκάγια.
* Περιληπτική απόδοση αποσπασμάτων από άρθρο του Λόρενς Ντ. Φρίντμαν, καθηγητή στρατιωτικών σπουδών στο King’s College του Λονδίνου (www.foreignaffairs.com, 27/5/2026).




































































