της Μαρίας Μανδάλου 

Εκεί που γεννήθηκα με θάψανε. Υγρό ήταν ακόμα το κορμί μου, στα παΐδια είχε κολλήσει η ψυχή μου, και δεν έβγαινε. Η βάβω μου τόλεγε, κλεψιμέικο κι αυτό… Απ’ άλλον τόπο παραδομένο. Όλο σκιές κι οράματα ο τόπος εκείνος, ο ίδιος ο τόπος, όλοι οι τόποι κι οι ανθρώποι το ίδιο είναι, και «για τ’ αλλού, μην ελπίζεις»… Τέλος πάντων, όταν κουράστηκαν να με φυλάνε, λέω, φύβγανε. Το βάλανε στα πόδια. Στα πόδια το βάλανε, και όπου φύγει, φύγει. Προβλέψιμο. Μ’ αφήκαν μόνο κι έρημο, να σκάβω με τα νύχια μου τη Γη των Αθανάτων. Κεφαλαία και μικρά, εγώ δεν ξεχώριζα. Δεν τα ξεχώριζα. Με μάλωνε όλο ο δάσκαλος, κι εγώ έκλαιγα τότε, τότε που μπορούσα, τότε που στόμα είχα και αυτιά και μύτη και κάτι μεγάλα μάτια, όλοι τόλεγαν, τον κόσμο να κοιτάζουνε στα ίσια και να του λένε τα διάφορα. Τα αδιάφορα. Μ’ αυτά μου τα μάτια έκλαιγα τότε, απαρηγόρητα. Κι η μάνα μου με μάλωνε, τεμπελόσκυλο, μούλεγε, στρώσε κάτω τον κώλο σου να διαβάσεις, κάτι να γίνεις στη ρημαδοζωή, σπλάχνο μου, κατιτίς να γίνεις, έτσι μούλεγε, και μου τις έβρεχε. Ανελέητα. Μάνα ήτανε, το δίκιο της τόχε. Ε, ένα δίκιο τόχε, μανάδες είναι, κάτι ξέρουν αυτές, έτσι λένε οι κακές οι γλώσσες… Ένα κουρέλι τώρα αν μ’ έβλεπε, μπορεί και να μετανοούσε, οικτρά να το μετάνιωνε για όλα όσα μούσουρνε, η δόλια…  Τέλος πάντων και με τα πολλά, με θάψανε. Μεγάλη τύχη. Ένα κορμί τυφλό, με θάψανε. Τι σημασία έχει; Με ρίξανε στη μαύρη γη, που λέει και το τραγούδι, κάνανε ό,τι μπορούσαν, τους είμαι ευγνώμων. Τι άλλο; Υγρός ήμουν ακόμα, νωπός βρε αδερφέ, πώς να το πω; Με θάψανε. Ήταν το τυχερό μου. Κι ούτε που συγυρίστηκα στο βαθύ εκείνο το σκοτάδι. Έμεινα ήσυχος, κιχ δεν έβγαλα, και περίμενα. Τι περίμενα; Τον Αλλάχ να με πάρει, τον Ιησού Χριστούλη, τον περιώνυμον εκείνον, τον αχαμνό το δέμας. Μπορεί και να συγυρίστηκα και πρέφα να μην πήρα. Πάντως, όλου του κόσμου τους θεούς τους πήρα σβάρνα και προσευχήθηκα… Ένα εφηβούδι ήμουν εγώ, τι σκάμπαζα από θεούς και μακελάρηδες; Το θέμα είναι πως προσευχήθηκα. Με μισή καρδιά, αλλά το έκαμα. Τίποτα δεν σκαμπάζουνε αυτοί από προσευχές κι ευχόλαδα. Στην τύχη μου μ’ αφήκανε, θεριό ξεδοντιασμένο. Άλλα να πω, δεν δύναμαι. Η γλώσσα με προδίδει. Κει που γεννήθηκα με θάψανε, σε στέρφα γη νωπό με θάψανε, αυτό έχει σημασία…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!