Με τίτλο «Η εικόνα υπό έλεγχο» και υπότιτλο «Μορφές λογοκρισίας στην οπτικοακουστική δημιουργία», η Ένωση Σκηνοθετών-Δημιουργών (ΕΣΔ) διοργάνωσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ημερίδα, το Σάββατο 25/4/2026, στον κινηματογράφο Άστορ. Θα παραθέσουμε επιλεγμένα αποσπάσματα των ομιλιών σε δύο μέρη, με συνέχεια στο επόμενο φύλλο.

Ο ιστορικός ερευνητής Γιώργος Ανδρίτσος, στην εισήγησή του «Η λογοκρισία στον ελληνικό κινηματογράφο 1945-1981: τομές και συνέχειες», επικεντρώθηκε σε μια ιστορική αναδρομή της λογοκρισίας. Μεταξύ 1945-1981, ένταση και συχνότητα της λογοκρισίας παραμένουν σταθερές, σε συσχετισμό με την πολιτική κατάσταση, ενώ ειδικά την περίοδο 1945-1959, ο έλεγχος είναι ασφυκτικός.  Σύμφωνα με νόμο του 1942, που ίσχυε μέχρι το ’81, έπρεπε πριν τα γυρίσματα να υποβληθεί περίληψη σεναρίου και ονόματα συντελεστών, στην αρμόδια Διεύθυνση, ώστε να γίνε έλεγχος για «στοιχεία επιλήψιμα, που προπαγανδίζουν ανατρεπτικές θεωρίες ή δυσφημίζουν τη χώρα». Μεταπολεμικά, η λογοκρισία στον ελληνικό κινηματογράφο ξεκινάει με την απαγόρευση της ταινίας «Τελευταία Αποστολή» (1949/Νίκου Τσιφόρου), επειδή συκοφαντούσε Έλληνες αξιωματικούς. Το 1951 κόπηκαν φράσεις από την ταινία «Το πικρό ψωμί» (Γρηγορίου), το 1958 απαγορεύτηκαν οι «Παράνομοι» (Κούνδουρου), εξαιτίας άρνησης του σκηνοθέτη να αφαιρέσει σκηνές. Γνωστότερη περίπτωση η «Συνοικία το όνειρο» (Αλεξανδράκη), που παρά την άδεια, διακόπηκε η προβολή της με επέμβαση της Αστυνομίας. Το 1964 απαγορεύτηκε το ντοκιμαντέρ «100 ώρες του Μάη» (Δήμου Θέου-Φώτου Λαμπρινού), για την υπόθεση Λαμπράκη και το 1966 το «Μπλόκο» (Κύρου). Με την επιβολή της Απριλιανής δικτατορίας η λογοκρισία επανήλθε δριμύτερη και ταινίες που θεωρήθηκαν πολιτικά επικίνδυνες, όπως «Πρόσωπο με πρόσωπο» (Μανθούλη), «Κιέριον» (Θέου), «Οι Βοσκοί της συμφοράς» (Παπατάκη) απαγορεύτηκαν. Η λογοκρισία που είχε χαλαρώσει στο κεντρώο διάλλειμα 1963-1965 επανέρχεται στη χούντα, ωστόσο η αλλαγή δεν είναι ποιοτική, αλλά ποσοτική. Η χούντα εφαρμόζει με μεγαλύτερη αυστηρότητα το νομοθετικό πλαίσιο των προηγούμενων κυβερνήσεων. Το καινούργιο στοιχείο είναι ότι πληθαίνουν οι επεμβάσεις λογοκρισίας που σχετίζονται με τα ήθη της εποχής. Μετά την πτώση της δικτατορίας ο έλεγχος περιορίστηκε. Το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» (Αϊζενστάιν) και το «Ζ» (Γαβρά), βγήκαν ξανά στις αίθουσες, ωστόσο δεν σταμάτησαν οι επεμβάσεις λογοκρισίας, με γνωστότερη την περιπέτεια του «Θίασου» (Αγγελόπουλου) στις Κάννες, ενώ μεγάλα προβλήματα είχε και η «Καγκελόπορτα» (1978/Δημήτρη Μακρή), επειδή έθιγε τον Καραμανλή.

Ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Νίκος Θεοδοσίου, με τίτλο «Ο κινηματογράφος εχθρός», ανέπτυξε αυτό που ειρωνικά ονόμασε «οι βλαβερές συνέπειες του κινηματογράφου», όταν από την εμφάνισή του ο κινηματογράφος αντιμετωπίστηκε ως παραβατικός, με βλαβερές επιδράσεις στη νεολαία. Στην Ελλάδα παρότι κτίζονται κινηματογράφοι από το 1910, η ιστορία του κινηματογράφου ξεκινάει τη δεκαετία του 1920, μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και την Μικρασιατική Καταστροφή, εποχή που ξεκινούν σχετικές εγκύκλιοι, νόμοι και νομοθετικά διατάγματα. Συνοπτικά ο Θεοδοσίου ξεχώρισε 4 περιόδους εφαρμογής κινηματογραφικών νόμων. Την πρώτη περίοδο 1920-1936, όπου επικρατεί μεγάλη πολιτική αστάθεια, με άνοδο των κοινωνικών αγώνων, έχουμε την πρώτη εγκύκλιο από το Υπουργείο Παιδείας για τον κινηματογράφο (1920), ενώ επί Πάγκαλου, βγήκε το πρώτο κινηματογραφικό διάταγμα (1925). Με την επιστροφή του Βενιζέλου και το περιβόητο ιδιώνυμο, κατατέθηκε το 1930 νόμος, που καθιερώνει τον προληπτικό έλεγχο ταινιών και τον απόλυτο έλεγχο από την Αστυνομία. Ενδεικτική είναι η απαγόρευση της «Κοινωνικής Σαπίλας» (1932/Τατασόπουλου), επειδή απεικόνιζε φτώχεια, υπόκοσμο, χρήση ουσιών και εργατικούς αγώνες. Στη δεύτερη περίοδο, με τη δικτατορία Μεταξά και την Κατοχή, θεμελιώνεται η λογοκριτική νομοθεσία στην Ελλάδα. Η γερμανική κατοχή συμπλήρωσε τη σχετική νομοθεσία, με τρία διαδοχικά νομοθετικά διατάγματα, όπου τέθηκε το νομικό πλαίσιο άσκησης προληπτικής λογοκρισίας στον κινηματογράφο. Κατά την τρίτη περίοδο, μετά την Απελευθέρωση, 1945-1967, υπάρχουν και δημιουργοί που αντιστέκονται, όταν το 1958, με την ΕΔΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση, έχουμε το πρώτο ρήγμα στο μετεμφυλιακό καθεστώς τρόμου. Σκηνοθέτες όπως ο Κούνδουρος, με τους «Παράνομους», έρχονται συνειδητά αντιμέτωποι με τους μηχανισμούς λογοκρισίας. Το ’61, χρονιά «βίας και νοθείας», έχουμε πολλές απαγορεύσεις ταινιών, όπως «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν», (Φέρρη), «Το Σαββατόβραδο» (Παπακυριακόπουλου). Αποφασισμένος ο Μανθούλης να κάνει πολιτική ταινία το 1966, δεν υποβάλλει σενάριο για το «Πρόσωπο με πρόσωπο» και γυρίζει την ταινία παράνομα, ενώ την υποβάλλει στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης χωρίς άδεια, με τον Παύλο Ζάννα να την προβάλει παράνομα στο φεστιβάλ, όπου κερδίζει βραβείο σκηνοθεσίας και βγαίνει στις αίθουσες, για να απαγορευτεί στη συνέχεια από τη χούντα. Επί δικτατορίας, τροποποιείται το πλαίσιο επιβολής λογοκρισίας, όσον αφορά τη συγκρότηση των επιτροπών, με μέλη αξιωματικών από Χωροφυλακή και Αστυνομία. Τέταρτη περίοδος είναι με την πτώση της χούντας, από το 1974 και μετά, οπότε καταργείται και η προληπτική λογοκρισία. Καθώς η ιδιωτική παραγωγή έχει καταρρεύσει, η χρηματοδότηση προέρχεται από το Κέντρο Κινηματογράφου, με Επιτροπές που λειτουργούν ως μηχανισμοί πολιτικής λογοκρισίας, απορρίπτοντας θέματα που αγγίζουν τη σύγχρονη Ιστορία. Κλείνοντας,  αναφέρθηκαν περιπτώσεις πολιτικών ντοκιμαντέρ που απέρριψε το Κέντρο Κινηματογράφου, όπως ένα δικό του ντοκιμαντέρ, για επιχείρηση κατασκοπείας, το 1973 στην Κύπρο, αλλά και στο ιδιαίτερο παράδειγμα λογοκρισίας της σειράς ντοκιμαντέρ «Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος», του Μανθούλη στην ΕΡΤ, το 1997.

Η κινηματογραφίστρια Διονυσία Κοπανά ισχυρίστηκε πως η λογοκρισία δεν εξαφανίστηκε, απλώς άλλαξε μορφή. Δεν είναι μόνο η άμεση απαγόρευση, αλλά κάτι πιο ύπουλο. Να μην ανοίγει ο δρόμος να φτάσει το έργο στο κοινό. Στην ομιλία της «Επιλογές, τάσεις, φίλτρα και αποκλεισμοί στον κινηματογράφο και την τηλεόραση σήμερα: μια σύγχρονη μορφή λογοκρισίας», ανέλυσε ποια λογική κυριαρχεί και αναπαράγεται, αναφερόμενη και στον ρόλο των φεστιβάλ, βασικών μηχανισμών διαμόρφωσης τάσεων. Σχολιάστηκε εξίσου ο ρόλος των pitching και development εργαστηρίων, που παρότι εμφανίζονται σαν εργαλεία υποστήριξης, καθορίζουν μέσα από ένα σύστημα κανόνων τι θεωρείται λειτουργικό και αποδεκτό.. Στοιχεία που θα μπορούσαν να είναι πολιτικά αιχμηρά ή μορφολογικά τολμηρά, περιορίζονται ή μένουν εκτός πλαισίου χρηματοδότησης και διανομής, ολοκληρώνοντας έναν μηχανισμό αόρατης λογοκρισίας, όχι μέσω απαγορεύσεων, αλλά μέσω φίλτρων και προσαρμογών, με τη λογοκρισία ενσωματωμένη εξαρχής. Γι’ αυτό τελευταία, παρότι πολλές ταινίες θίγουν σύγχρονα θέματα, σπάνια αγγίζουν σε βάθος την πολιτική, την εξουσία, τη συλλογική πραγματικότητα.

Αναφερόμενη στη δημόσια τηλεόραση παρατήρησε μια σταδιακή μετατόπιση προς ένα ιδιωτικοποιημένο μοντέλο. Οι μηχανισμοί στελεχώνονται με πρόσωπα προερχόμενα από ιδιωτικές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα η παραγωγή να οργανώνεται με όρους αγοράς. Κάθε επιλογή προβολής είναι ταυτόχρονα και επιλογή αποκλεισμού. Συγκροτείται μια μορφή ενσωματωμένης δομικής λογοκρισίας στον τρόπο παραγωγής και διανομής, επίσης δίχως απαγορεύσεις, ενώ το σοβαρό ζήτημα περιθωριοποίησης και αποκλεισμού δημιουργικών ντοκιμαντέρ στη δημόσια τηλεόραση, θεωρήθηκε ως άλλο ένα θέμα σύγχρονης λογοκρισίας. Ταυτόχρονα, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σημαντική μετατόπιση ισχύος, από την παραδοσιακή τηλεόραση, προς τις ψηφιακές πλατφόρμες, όπου στρέφονται οι νεότερες γενιές, επισημαίνοντας πως δεν πρόκειται για ουδέτερους διανομείς περιεχομένου, αλλά ισχυρούς μηχανισμούς, που μέσω αλγορίθμων δεδομένων χρήσης και στοχευμένης παραγωγής διαμορφώνουν συγκεκριμένο είδος προϊόντος, που ακόμα και όταν θίγονται πολιτικά ζητήματα, αυτά ενσωματώνονται σε ανώδυνες αφηγήσεις. Έτσι, υπογραμμίζεται μια κρίσιμη μετάβαση: ενώ η παλιά τηλεόραση παρήγαγε παθητικούς θεατές μέσω περιορισμένων επιλογών, οι πλατφόρμες παράγουν παθητικότητα μέσα από την υπερπροσφορά. Η αίσθηση ελευθερίας επιλογής καλύπτει το γεγονός ότι πρόκειται για επιλογές ήδη φιλτραρισμένες. Συμπερασματικά, είτε πρόκειται για σινεμά, τηλεόραση ή πλατφόρμες το ζητούμενο παραμένει ίδιο. Η παραγωγή ενός περιεχομένου που δεν διαταράσσει, δεν ενεργοποιεί, δεν κινητοποιεί. Σε αυτή τη μορφή η λογοκρισία δεν απαγορεύει, αλλά διαμορφώνει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, επικοινωνούμε και τελικά συμμετέχουμε ή όχι στον κόσμο γύρω μας.

*Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

INFO

  • 5ο φεστιβάλ queer κινηματογράφου 6-11/5/2026 από το περιοδικό ANTIVIRUS στον κινηματογράφο Τριανόν και στο Ινστιτούτο Γκαίτε, με 40 ΛΟΑΤΚΙ+ ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους και συζητήσεις με δημιουργούς, δίνοντας φωνή σε αφηγήσεις καταδικασμένες στο περιθώριο – gr/safe-spaces-kai-dynates-kinimatografikes-istories-ta-queer-movie-nights-epistrefoun-gia-5i-chronia-stin-athina
  • Για τα 81 χρόνια από τη Μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών, η εταιρία διανομής New Star διοργανώνει 7-11/5/2026 τιμητικό αφιέρωμα στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, με 4 ρώσικες ταινίες σε Α΄ προβολή, στο Studio new star art cinema, με ελεύθερη είσοδο.
Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!