Πρωινό

Μάγουλο ιτιάς εγέλασε κι ευτύς το μετανιώνει
πάνω στο γέλιο έσπασε η αργυρή της ζώνη
στη μαρμαρένια την αυλή τίναξε τα φλουριά της
που είκοσι χρόνια φυλακή κρατεί τη λευτεριά της.

Τρία περιστέρια κολυμπούν τρία περιστέρια
τρία καλοκαίρια πέρασαν τρία καλοκαίρια.

Βαθύ γαλάζιο πάρε με και λούσε με και μένα
περιστεράκια δόστε μου απ’ τα φτερά σας πένα
νανάψω ανθό να βάψω αφρό να γράψω τόνομά μου
και να τεντώσω ένα κλωνί μετάξι απ’ τα μαλλιά μου.

Τρία περιστέρια κολυμπούν τρία περιστέρια
τρία καλοκαίρια πέρασαν τρία καλοκαίρια.

Τ’αλώνια του καλοκαιριού στο γύρο της ποδιάς μου
τρία περιστέρια τσίμπησαν το φύτρο της καρδιάς μου
στον Υμηττό ήλιε μη βιαστείς να κάψεις το θυμάρι
μια μέλισσα δεν πρόφτασε ταλεύρι της να πάρει.

Τρία περιστέρια κολυμπούν τρία περιστέρια
τρία καλοκαίρια πέρασαν τρία καλοκαίρια.

Χωρισμός

Νησί γαλάζιο βουλιαγμένο στη νύχτα
νησί γαλάζιο ζωσμένο παχύ άνεμο
στα μαλλιά των δέντρων τινάζονται άστρα
στα μαλλιά των δέντρων τινάζονται κύματα.

Πόλη πυκνή κι άσπρη σα ρύζι
νύχτα πηχτή αυγουστιάτικη προκυμαία
σπασμένο φεγγαράκι κίτρινο
σβηστά φανάρια, παχύς άνεμος.

Θάλασσα μαύρη από βελούδο
χρυσά σειρήτια πένθιμα τρεμουλιαστά
κρουστό νερό που μου τον πήρες
με την κορώνα της λύπης στο μέτωπο.

Νησί με νυσταγμένα τσίνορα
στις πλάκες σου ζεστή η περπατησιά του
στεριά στενή σα νεκρικός επίδεσμος
δέσε τα χέρια που γνωρίζουν το κορμί του.

Γιασεμί άσπρο στις αυλές αράπικο
μου πήρες θάλασσα τον άντρα μου
ολόφωτο καράβι τον σηκώνει
στην κοφτερή του και γοργή καρίνα…

Υπόγειο

Τους ήλιους δεν εμέτρησες που σε ζητήσαν τόσα χρόνια
πού’σαι γυναίκα με γαλάζια τσίνορα;…

…Πεθαίνεις με τους ποιητές κάθε ηλιοβασίλεμα
τα χέρια σου μυρίζουν απ’ τα μαλλιά τους
χτυπάει η καμπάνα που δεν πιστεύεις πια
σε ξένη αυλή συνομιλείς με το φεγγάρι…

…Έχεις ένα χαμόγελο από μαργαριτάρια
ψαράδες Σικελοί στο ταίριαξαν να το φοράς
ψάξε και βρες το πριν σε κλείσει η νύχτα
σ’ ένα υπόγειο βαθύτερο από τούτο.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!